Το μετέωρο βήμα του συνδικαλιστικού κινήματος μπροστά στην επίθεση των κεφαλαιοκρατών

Το μετέωρο βήμα του συνδικαλιστικού κινήματος μπροστά στην επίθεση των κεφαλαιοκρατών και η αναγκαιότητα αγωνιστικού συντονισμού σωματείων – εργατικών κέντρων - ομοσπονδιών


Η άγρια επίθεση που εξαπέλυσαν οι κεφαλαιοκράτες στα εργατικά δικαιώματα με στόχο την απότομη υποτίμηση της τιμής της εργατικής δύναμης, βρήκε το κίνημα της εργατικής τάξης σε κατάσταση αποδιάρθρωσης και εκφυλισμού. Στο πεδίο του συνδικαλιστικού εργατικού κινήματος αυτός ο εκφυλισμός γίνεται πλέον φανερός σε όλο και περισσότερους εργαζόμενους, οι οποίοι έδειξαν διάθεση για αγώνα και σύγκρουση με την κυβέρνηση, αλλά όλο και περισσότερο προβληματίζονται πάνω στο ζήτημα της κλιμάκωσης και της προοπτικής των αγώνων, όλο και περισσότερο χάνουν την εμπιστοσύνη τους στις συνδικαλιστικές ηγεσίες.

Το πρώτο εξάμηνο του 2010 σημαδεύτηκε από το πιο μαζικό απεργιακό κίνημα εδώ και πολλά χρόνια. Πολλαπλές απεργιακές κινητοποιήσεις ομοσπονδιών και σωματείων, μία πανεργατική στάση εργασίας και τρεις 24ωρες πανεργατικές απεργίες με μαζικότατες απεργιακές συγκεντρώσεις που η κάθε μία από αυτές πριν από λίγα μόλις χρόνια θα αποτελούσε από μόνη της γεγονός που θα συγκλόνιζε οποιαδήποτε κυβέρνηση. Ωστόσο, η κυβέρνηση έμεινε αμετακίνητη, τα μέτρα ήδη εφαρμόζονται και η εργατική τάξη υφίσταται τις συνέπειες.

Στον ιδιωτικό τομέα, πολύ πριν ανατείλει η εποχή της ευρωπαϊκής επιτήρησης και του ΔΝΤ, εκατοντάδες μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις εφαρμόζανε το δικό τους «πρόγραμμα σταθερότητας» για να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους στο περιβάλλον της οικονομικής κρίσης. Ένα σημαντικό ποσοστό εργαζόμενων του ιδιωτικού τομέα είδε το μισθό του να μειώνεται, ενώ την ίδια περίοδο αυξήθηκαν απότομα οι απολύσεις. Το χαμηλό ποσοστό συνδικαλιστικής κάλυψης στον ιδιωτικό τομέα είχε σαν συνέπεια στο μεγαλύτερο τμήμα του να επιβάλουν οι κεφαλαιοκράτες τη θέλησή τους χωρίς καμία αντίσταση. Σε επιχειρήσεις και εργοστάσια που υπήρχαν σωματεία δόθηκαν μάχες και σε ορισμένες περιπτώσεις έληξαν με νίκη για τους εργάτες. Το συνολικό αποτέλεσμα όμως, ήταν η χειροτέρευση της θέσης της εργατικής τάξης. Σε αυτήν την εξέλιξη το σ.κ. δεν μπόρεσε να απαντήσει, να ενοποιήσει τις αντιστάσεις, να δημιουργήσει καινούργια σωματεία, να αποκρούσει την επίθεση. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία με την αδράνεια της έπαιξε ουσιαστικά διασπαστικό και υπονομευτικό ρόλο και έχει τη βασική ευθύνη για την έλλειψη αγωνιστικής απάντησης και τις πολλαπλές ήττες που κατέγραψε το εργατικό κίνημα. Κάθε απόλυση άλλωστε και κάθε μείωση μισθού είναι μια ήττα και τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, οι συσσωρευμένες ήττες δεν έχουν προηγούμενο.

Οι ήττες, οι υποχωρήσεις και οι αλλαγές προς όφελος του κεφαλαίου στις συνθήκες ζωής και εργασίας της εργατικής τάξης δεν είναι βέβαια κάτι άγνωστο στους εργαζόμενους και το συνδικαλιστικό τους κίνημα, ειδικά την τελευταία δεκαετία. Όμως, η ποιοτικά διαφοροποιημένη ένταση της σημερινής επίθεσης επαναπροσδιορίζει – μεταξύ άλλων - και τα όρια του συνδικαλιστικού κινήματος. Μέχρι πριν λίγους μήνες, το σ.κ. παρά τις ήττες που είχε δεχτεί και παρά την κάκιστη κατάστασή του, μπορούσε να διαπραγματεύεται έστω και επιμέρους ζητήματα και να επιτυγχάνει μικρές βελτιώσεις σε επιμέρους πλευρές των όρων εργασίας. Υπήρχε πεδίο δράσης για να παίζει το ρόλο της η συνδικαλιστική γραφειοκρατία και να παρουσιάζει κάποια μικρά αποτελέσματα. Σήμερα, το πεδίο αυτό εξαφανίζεται, ανοίγοντας το δρόμο για τη γρήγορη φθορά της επιρροής των γραφειοκρατών.

Οι ηγεσίες του σ.κ. επί χρόνια πριόνιζαν το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονται. Βάλανε πλάτη σε ιδιωτικοποιήσεις (π.χ. τράπεζες) συναίνεσαν στη διάλυση των εργασιακών σχέσεων (π.χ. ΟΤΕ – κατάργηση μονιμότητας), εγκλώβισαν το συνδικαλιστικό κίνημα σε λογικές εχθρικές για τα εργατικά συμφέροντα, εκφύλισαν τις διαδικασίες των σωματείων. Το αποτέλεσμα ήταν η απομαζικοποίηση των συνδικάτων και η σταδιακή διάλυση του σ.κ. Σήμερα που η αστική τάξη κινείται σε τροχιά μετωπικής σύγκρουσης και η αναζήτηση πεδίων συμβιβασμού δεν είναι η πρώτη προτεραιότητά της, η αξία χρήσης των εργατοπατέρων είναι πλέον τραγικά υποτιμημένη αφού διέλυσαν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, υπονομεύοντας τελικά και τη διαπραγματευτική τους δυνατότητα απέναντι στους κεφαλαιοκράτες.


Κυβερνητική παρέμβαση με στόχο το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα


Η αστική τάξη εκμεταλλεύεται την οικτρή κατάσταση των συνδικαλιστικών οργανώσεων για να εφαρμόσει την πολιτική της. Ταυτόχρονα, δεν χάνει την ευκαιρία να καταφέρει πλήγματα ενάντια στο συνδικαλιστικό κίνημα, να εντείνει τη διάλυσή του και να περιορίσει τις δυνατότητές του. Έτσι, οι μεταρρυθμίσεις που προωθεί η κυβέρνηση δεν αλλάζουν μόνο τους όρους πώλησης της εργατικής δύναμης, αλλά τροποποιούν σημαντικά και τις δυνατότητες του συνδικαλιστικού κινήματος, μέσω δύο σημαντικών νομικών παρεμβάσεων.

Η μία είναι η ουσιαστική κατάργηση της διαδικασίας της διαιτησίας, καθώς για να υπάρξει προσφυγή στον ΟΜΕΔ πρέπει να συμφωνήσουν και τα δύο μέρη. Άλλωστε οι νόμοι αντανακλούν το συσχετισμό δύναμης μεταξύ των τάξεων. Η διαδικασία της διαιτησίας χρησίμευε στην εργοδοσία όταν αντιμετώπιζε ένα ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα, καθώς με την προσφυγή στον ΟΜΕΔ οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ήταν υποχρεωμένες να σταματάνε τις κινητοποιήσεις. Η υποχώρηση του εργατικού κινήματος και η αδυναμία των σωματείων να οργανώσουν νικηφόρους αγώνες, κατέστησε τη διαδικασία της διαιτησίας συνήθη επιλογή των σωματείων, κυρίως για την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων. Παράλληλα, με δεδομένη την αδυναμία του σ.κ. να κινητοποιήσει τη βάση των σωματείων και να επιβάλει τα αιτήματά του, η διαδικασία της διαιτησίας μετατρεπόταν σε αγκάθι για την εργοδοσία, προστατεύοντας τους συνδικαλισμένους εργαζόμενους που χωρίς να κινητοποιούνται μπορούσαν να υπογράφουν συλλογική σύμβαση. Έτσι, ο νόμος που παλιότερα προστάτευε τους κεφαλαιοκράτες, τους ήταν πλέον εμπόδιο. Η νομοθετική ρύθμιση – ουσιαστική κατάργηση του ΟΜΕΔ, προσαρμόζει το νομοθετικό πλαίσιο στο σημερινό συσχετισμό δύναμης, εξαλείφοντας τη δυνατότητα μονομερούς προσφυγής των σωματείων στον ΟΜΕΔ.

Η δεύτερη νομοθετική παρέμβαση που θα επιδράσει στο συνδικαλιστικό κίνημα, είναι η ουσιαστική διάλυση της εθνικής συλλογικής σύμβασης (ΕΓΣΣΕ) και των κλαδικών συμβάσεων. Τα δεδομένα που γνωρίζαμε ως σήμερα, με την ΕΓΣΣΕ να αποτελεί το πλαφόν για τις αυξήσεις όλων των εργαζόμενων, πλέον καταργείται αφού μια κλαδική ή επιχειρησιακή σύμβαση μπορεί να ισχύει ακόμα κι αν περιλαμβάνει αυξήσεις μικρότερες της ΕΓΣΣΕ. Με δεδομένο μάλιστα ότι οι προτεινόμενες από τους εργοδότες αυξήσεις, σπάνια ξεπερνάνε το 0% τους τελευταίους μήνες, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα δούμε συλλογικές συμβάσεις που θα προβλέπουν μειώσεις στους μισθούς.

Με τις νομοθετικές αυτές ρυθμίσεις η κυβέρνηση διαμορφώνει το κατάλληλο πλαίσιο για να λύσει τα μισθολογικά ζητήματα η αγορά. Με τον εκβιασμό των απολύσεων - που πλέον γίνονται ευκολότερες - χωρίς τη δυνατότητα προσφυγής στον ΟΜΕΔ και χωρίς το πλαφόν της ΕΓΣΣΕ ή της κλαδικής σύμβασης, οι κεφαλαιοκράτες θα προσπαθήσουν να μεταφέρουν τη διαπραγμάτευση σε επίπεδο επιχείρησης, όπου η πίεσή τους θα είναι πλέον ασφυκτική. Υπάρχει επομένως, σοβαρός κίνδυνος οι διασπαστικές τάσεις στο εσωτερικό του κινήματος να ενταθούν ακόμα και στα πλαίσια του ίδιου κλάδου και της ίδιας ομοσπονδίας και να ενισχυθούν οι τάσεις συνδιαλλαγής με την εργοδοσία.


Ενιαίο εργατικό μέτωπο - Συντονισμός των συνδικαλιστικών οργανώσεων


Οι μαζικές απεργιακές κινητοποιήσεις των τελευταίων μηνών ήταν εμφανώς αναντίστοιχες με την κατάσταση των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Στους εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους που κινητοποιήθηκαν από την κυβερνητική επίθεση και κατέβηκαν στο δρόμο, υπάρχει προβληματισμός για τη δυνατότητα νίκης απέναντι στη κυβερνητική πολιτική, μαζί με δυσπιστία προς τις συνδικαλιστικές ηγεσίες. Σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης κατανοεί ότι απαιτείται ενωτικός απεργιακός αγώνας διαρκείας αντί για τις εκφυλιστικές σποραδικές 24ωρες απεργίες και ότι η σημερινή ηγεσία του συνδικαλιστικού κινήματος είναι μέρος του προβλήματος. Αυτά τα συμπεράσματα, προϊόν της ίδιας της εμπειρίας των εργαζομένων, μπορούν να οδηγήσουν είτε στην αμφισβήτηση της γραφειοκρατίας είτε και στην απελπισία, την αίσθηση αδυναμίας και την απάθεια.

Σε αυτόν τον προβληματισμό δεν μπορεί να απαντήσει η τακτική του ΠΑΜΕ που απαντάει στη διασπαστική πολιτική της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ με μια εξίσου διασπαστική τακτική και μάλιστα σε μια φάση που αποστοιχίζονται εργαζόμενοι και συνδικαλιστές από τις κυρίαρχες παρατάξεις. Δεν μπόρεσε ως τώρα να απαντήσει και ο συντονισμός σωματείων στην Αθήνα, έτσι όπως εξελίχτηκε, καθώς οδηγείται σε εκφυλισμό.

Το επόμενο διάστημα, ο συντονισμός σωματείων του ίδιου κλάδου ή της ίδιας περιοχής για να οργανωθεί η κοινή δράση θα είναι μονόδρομος απέναντι στις πιέσεις της εργοδοσίας. Ο συντονισμός δράσης των σωματείων – εργατικών κέντρων – ομοσπονδιών, σαν συγκεκριμένη εφαρμογή της τακτικής του ενιαίου μετώπου, με τις προϋποθέσεις της δημοκρατικής λειτουργίας των ίδιων των σωματείων και της εμπλοκής των μελών των σωματείων στις διαδικασίες του, είναι η μόνη τακτική με την οποία μπορεί να διεμβολιστεί η επιρροή της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Παραπέρα, η τακτική αυτή είναι η μοναδική που μπορεί να απαντήσει στην προσπάθεια της αστικής τάξης για περαιτέρω διάσπαση στις γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος.