[2026-02-15] Για τις αγροτικές κινητοποιήσεις

Για τις αγροτικές κινητοποιήσεις

 

Ολόκληρη η κοινωνία όλο και περισσότερο χωρίζεται σε δύο μεγάλα αντίπαλα στρατόπεδα, σε δύο μεγάλες τάξεις, που βρίσκονται άμεσα αντιμέτωπες η μια με την άλλη: στην αστική τάξη και το προλεταριάτο. […]

Η αστική τάξη υπέταξε την ύπαιθρο στην κυριαρχία της πόλης. Δημιούργησε τεράστιες πόλεις, αύξησε σε μεγάλο βαθμό τον αριθμό του αστικού πληθυσμού σε σύγκριση με τον αγροτικό και απέσπασε έτσι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού από την ηλιθιότητα της αγροτικής ζωής.[…] Οι πρώην μεσαίες τάξεις, οι μικροί βιομήχανοι, έμποροι και εισοδηματίες, οι βιοτέχνες και αγρότες, όλες αυτές οι τάξεις κατρακυλούν στο προλεταριάτο […] Στις χώρες όπου αναπτύχθηκε ο σύγχρονος πολιτισμός, διαμορφώθηκε μια καινούργια τάξη μικροαστών, που ταλαντεύεται ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη και που σαν συμπληρωματικό κομμάτι της αστικής κοινωνίας ξαναδημιουργείται πάντα απ' την αρχή, που τα μέλη της όμως εκσφενδονίζονται διαρκώς μέσα από το συναγωνισμό προς τα κάτω, προς το προλεταριάτο, και που ακόμα, με την ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας, βλέπουν να πλησιάζει η στιγμή που θα εξαφανιστούν ολότελα σαν αυτοτελές τμήμα της σύγχρονης κοινωνίας και θα αντικατασταθούν στο εμπόριο, τη μανιφακτούρα και τη γεωργία, με επιστάτες και υπηρέτες.

(Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Μαρξ & Ένγκελς)

 

 

Η εξάλειψη των μεσαίων στρωμάτων είναι νομοτελειακή. Αυτό είναι γνωστό στους μαρξιστές από την εποχή που γράφτηκε το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» το 1848. Η εξάλειψη της πλειοψηφίας των αγροτών –που ακόμα αποτελούν το κύριο μέρος των μεσαίων στρωμάτων στην Ελλάδα– είναι κατά συνέπεια επίσης νομοτελειακή. Δεν είναι κάτι που συμβαίνει εξαιτίας της άλφα ή της βήτα πολιτικής, αλλά κάτι που συμβαίνει εξαιτίας της εξέλιξης του καπιταλισμού. Επιμέρους πολιτικές μπορεί να επιβραδύνουν (π.χ., δασμοί στα ξένα προϊόντα, επιδοτήσεις) ή να επιταχύνουν (π.χ., κατάργηση των επιδοτήσεων ή των δασμών στα ξένα προϊόντα) την πορεία καταστροφής, αλλά τίποτα δεν μπορεί να την αποτρέψει. Μπορεί να μην γνωρίζουμε το δρόμο από τον οποίον θα περάσουμε, αλλά γνωρίζουμε με βεβαιότητα το σημείο που θα καταλήξουμε: ο αριθμός των αγροτών θα είναι μικρός και όσοι απομείνουν θα είναι μεσαίοι ή μεγάλοι κεφαλαιοκράτες. Τα στοιχεία από τις χώρες που η διαδρομή τους στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι μακρόχρονη, επιβεβαιώνουν αυτό το συμπέρασμα.

Το συμπέρασμα αυτό, όμως, επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία για την εξέλιξη του αγροτικού πληθυσμού στην Ελλάδα. Παρά τη διαδεδομένη πλάνη ότι η ένταξη στην ΕΟΚ «ξεκλήρισε την αγροτιά», τα στοιχεία δείχνουν ότι η μεγάλη μείωση του πληθυσμού που ασχολείται με τον πρωτογενή τομέα είχε πραγματοποιηθεί πριν την ένταξη στην ΕΟΚ και φυσικά συνεχίστηκε και μετά την ένταξη στην ΕΟΚ, όπως άλλωστε, θα συνέβαινε ούτως ή άλλως. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, όσοι ασχολούνται με τον πρωτογενή τομέα (γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία) είναι μόλις το 8,8% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού.

Οι διεκδικήσεις των αγροτών διαχρονικά (και οι πρόσφατες) αποτελούν εκδήλωση της πάλης των μεσαίων στρωμάτων της υπαίθρου για να διατηρήσουν την ταξική θέση τους και να αποφύγουν το «κατρακύλισμα στο προλεταριάτο». Σε όλες τις περιπτώσεις διεκδικούν κρατικές επιδοτήσεις είτε άμεσες είτε έμμεσες (π.χ. φθηνό πετρέλαιο) που θα αντισταθμίσουν το έλλειμα παραγωγικότητας των μικρών εκμεταλλεύσεων.

Οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις –μια και οι εθνικές επιδοτήσεις απαγορεύονται– στοχεύουν στην παραγωγή ορισμένων κρίσιμων πρώτων υλών εντός των εδαφικών ορίων της ΕΕ. Με τα κριτήρια της αγοράς, μια σειρά από προϊόντα θα έπρεπε να σταματήσουν να παράγονται, καθώς η εισαγωγή τους από τρίτες χώρες είναι πολύ φθηνότερη. Ωστόσο, οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές δεν μπορούν να εξαρτώνται από τρίτες χώρες για μια σειρά προϊόντα που αποτελούν σημαντικές βιομηχανικές πρώτες ύλες (π.χ., βαμβάκι). Με την επιδότηση συγκεκριμένων προϊόντων, οι βιομήχανοι μπορούν να τα αγοράζουν από εγχώριους παραγωγούς στην τιμή που θα πλήρωναν στην αγορά, ενώ οι αγρότες επιδοτούνται για να μπορούν να έχουν κέρδος και να συνεχίζουν να παράγουν. Η επιδότηση είναι επίσης ο τρόπος για να συνεχίσουν οι πρώτες ύλες που παράγονται σε τρίτες χώρες να είναι φθηνές και να παραμένει χαμηλή η τιμή τους στη διεθνή αγορά.

Οι αγροτικές κινητοποιήσεις τροφοδοτήθηκαν από το πραγματικό πρόβλημα επιβίωσης που αντιμετωπίζουν κυρίως οι μικροί και μεσαίοι αγρότες. Είναι αυτοί που απειλούνται με καταστροφή, έξωση από το αγροτικό επάγγελμα και «κατρακύλισμα στις γραμμές του προλεταριάτου». Λάδι στη φωτιά έριξε, φυσικά, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και η δημοσιοποίηση της οργανωμένης απάτης με στόχο τη λεηλασία των επιδοτήσεων. Η κινητοποίηση των αγροτών συνάντησε τη συμπάθεια της λαϊκής πλειοψηφίας, κάτι που είναι λογικό, αφού μεγάλο μέρος της σημερινής εργατικής τάξης προήλθε από την κατεστραμμένη αγροτιά.

Τα κεντρικά αιτήματα των αγροτών αφορούσαν τη διεκδίκηση κρατικών ενισχύσεων. Οι κρατικές επιδοτήσεις-ενισχύσεις είναι απολύτως αναγκαίες – ειδικά για τους μικρομεσαίους αγρότες– για να διασώσουν την ιδιοκτησία τους και να διατηρήσουν την ταξική τους θέση.

Σταχυολογούμε από τη λίστα αιτημάτων: Αναπλήρωση του χαμένου εισοδήματος για το 2025 σε όλα τα προϊόντα που έχουν καταρρεύσει οι τιμές τους κάτω από το κόστος παραγωγής, κατώτερες εγγυημένες τιμές που να καλύπτουν το κόστος παραγωγής και να αφήνουν βιώσιμο εισόδημα, πάγωμα των οφειλών σε ασφαλιστικούς οργανισμούς, ΚΕΑΟ, ΔΟΥ, τράπεζες, ΔΕΗ και ρύθμιση των χρεών με άτοκες δόσεις χωρίς προκαταβολή κ.ο.κ. Αιτήματα που η ικανοποίησή τους προϋποθέτει μεταβίβαση κρατικών κεφαλαίων προς τους αγρότες.

Οι αγρότες ζητάνε την προνομιακή μεταχείριση που απολαμβάνουν οι κορυφές της αστικής τάξης. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης συνηθίζουν να κατακεραυνώνουν τους αγρότες που ζητάνε κρατικό χρήμα. Αποφεύγουν όμως, να αναφέρουν ότι οι τράπεζες επιβιώνουν χάρη στην στήριξή τους από το κράτος, ενώ και οι εφοπλιστές – ιδιοκτήτες των περισσότερων ΜΜΕ – στηρίζονται έμμεσα αλλά πλουσιοπάροχα από το κράτος με την απαλλαγή από την φορολογία.

 

Νίκη στα μπλόκα;

Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις των αγροτών, έτυχαν της θερμής συμπαράστασης του συνόλου σχεδόν της Αριστεράς, καθώς και ορισμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Το σύνθημα «Νίκη στα μπλόκα» αποτέλεσε κοινό τόπο για αυτές τις δυνάμεις. Το σύνθημα αυτό, προφανώς, σημαίνει την υποστήριξη της πάλης των αγροτών με στόχο την ικανοποίηση των συγκεκριμένων αιτημάτων από την κυβέρνηση, ωστόσο στις ανακοινώσεις αυτών των δυνάμεων υπήρχε στο επίμετρο η απαίτηση για ικανοποίηση όλων των αιτημάτων των αγροτών, ώστε να μη μας μείνει καμία αμφιβολία. Έτσι, μια σειρά από πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις της εργατικής τάξης, πήραν θέση υποστήριξης στην πολιτική παροχής κρατικών ενισχύσεων σε μικρούς, μεσαίους και μεγάλους επιχειρηματίες, καθώς είτε μας αρέσει είτε όχι οι αγρότες είναι ακριβώς αυτό: επιχειρηματίες.

Η θέση αυτή χαρακτηρίζει μια πολιτική υποταγής της εργατικής τάξης στα συμφέροντα των μεσαίων στρωμάτων και πηγάζει από την αντίληψη του κινηματισμού που κυριαρχεί στην Αριστερά και έρχεται σε αντίθεση με την ουσία του πολιτικού αγώνα που είναι ο αγώνας για την εξουσία. Η άρνηση της πάλης για την εξουσία, οδηγεί τελικά σε μια πολιτική που δεν βλέπει κοινωνικές τάξεις με τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους, αλλά «αγωνιζόμενους κλάδους» στους οποίους η Αριστερά και το εργατικό κίνημα οφείλουν να συμπαρίστανται.

Από τη σκοπιά της πάλης για την εξουσία της εργατικής τάξης, το σύγχρονο αγροτικό ζήτημα έχει μόνο δύο λύσεις. Η μια είναι αυτή που ήδη εφαρμόζεται από την ΕΕ και την αστική τάξη της χώρας, από το σύγχρονο καπιταλισμό. Είναι μια πολιτική που οδηγεί σε ταξικές διαφοροποιήσεις, στην ενίσχυση της αστικής τάξης του χωριού και στο μαζικό εκτοπισμό των μικροπαραγωγών από την αγροτική παραγωγή και την προλεταριοποίησή τους. Είτε μέσα στην ΕΕ, είτε έξω απ’ αυτήν, αυτή είναι η μοίρα της αγροτιάς στον καπιταλισμό.

Η άλλη, είναι η πολιτική του επαναστατικού εργατικού κινήματος, που αποφεύγει να στηρίξει αιτήματα που κατατείνουν στην παρασιτική επιβίωση της μικρής ιδιοκτησίας και αρνείται να παραμυθιάσει τους μικροαστούς με υποσχέσεις για διαιώνιση του μικρού αγροτικού κλήρου και της μικρής επιχείρησης. Αντίθετα, τους διαφωτίζει για τις μόνιμες τάσεις του καπιταλισμού να καταστρέφει οικονομικά τους μικροϊδιοχτήτες και να συγκεντρώνει τα μέσα παραγωγής στα χέρια όλο και λιγότερων, όλο και μεγαλύτερων καπιταλιστών και εξηγεί ότι η καταστροφή της μικρής ιδιοκτησίας είτε θα πραγματοποιηθεί βίαια από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής είτε με δημοκρατικό-συνεταιριστικό τρόπο από τη δικτατορία του προλεταριάτου, με τη συνένωσή των μικρών ιδιοκτησιών σε μεγάλες εκμεταλλεύσεις στις οποίες θα παραμερίζεται όλο και περισσότερο η εκμετάλλευση εργατικής δύναμης. Όχι για να σωθεί η μικροϊδιοκτησία αλλά για να μετασχηματιστεί ολόκληρη η ιδιωτική ιδιοκτησία, μεγάλη και μικρή, και να μετατραπεί σε ιδιοκτησία κοινωνική, σε κοινή ιδιοκτησία των παραγωγών, που μπορεί να είναι ιδιοκτησία μόνο ισότιμων ανθρώπων που έχουν την ίδια σχέση με τα μέσα παραγωγής και δεν έχουν ταξικές διακρίσεις μεταξύ τους.

Η εργατική τάξη και το κίνημά της οφείλει να υποστηρίξει τη διευκόλυνση των μικρομεσαίων αγροτών με συλλογικές επιδοτήσεις, ώστε να εισαγάγουν οι ίδιοι, για κοινό τους λογαριασμό, τη μεγάλη παραγωγή με παραγωγικούς και εμπορικούς συνεταιρισμούς. Η κρατική επιδότηση της συνένωσης των μικρών παραγωγών θα πρέπει να συνοδεύεται από υποχρεωτική κρατική τιμή στα παραγόμενα προϊόντα. Η εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής, πρέπει να αποτελεί διεκδίκηση της εργατικής τάξης σήμερα και αναπόσπαστο τμήμα του προγράμματος της αυριανής δικτατορίας της. Επίσης, στο κεφαλαιοκρατικό μας παρόν, το εργατικό κίνημα το ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα η βελτίωση της τύχης των εργατών γης που αποτελούν αντικείμενο σκληρής εκμετάλλευσης από μεγάλα και μικρά αφεντικά.

Β.Θ.