Ντούσας Δημήτρης, Μαρξισμός και σύγχρονη μετανάστευση, Αθήνα 2009

Ντούσας Δημήτρης, Μαρξισμός και σύγχρονη μετανάστευση, Αθήνα 2009



Κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες το βιβλίο του σ. Δημήτρη Ντούσα «Μαρξισμός και σύγχρονη μετανάστευση», με θέμα το φλέγον κοινωνικό φαινόμενο της μαζικής μετανάστευσης των εργατών από τον καθημαγμένο τρίτο και το μακαριστό δεύτερο κόσμο του "υπαρκτού σοσιαλισμού" στον πρώτο κόσμο της Βόρειας Αμερικής (ΕΠΑ, Καναδάς), της Ευρωζώνης, της Αυστραλίας- και κατά περίεργο τρόπο όχι της Ιαπωνίας. Το βιβλίο εδράζεται στην επεξεργασία ενός αξιόλογου θεωρητικού, νομικοπολιτικού και δημοσιογραφικού υλικού- πράγμα που το καθιστά χρήσιμο βιβλιογραφικό βοήθημα για όποιον θέλει να καταπιαστεί με το θέμα της μετανάστευσης στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Διαπνέεται από υψηλό ηθικό και πολιτικό πάθος για το δίκιο των θυμάτων αυτής της μετανάστευσης, των ντόπιων και των ξένων εργατών. Αποκαλύπτει τις επιτήδειες μεθοδεύσεις, τις απάνθρωπες πρακτικές, τα λαϊκίστικα ιδεολογήματα, τις ταξικά ιδιοτελείς σκοπιμότητες του κοινωνικού αυτουργού της σύγχρονης μετανάστευσης, της αστικής τάξης των ιμπεριαλιστικών χωρών και των εξαρτημένων συμμάχων τους (μείωση μισθών-αύξηση κερδών, εθνολογική και πολιτισμική διαίρεση ομογενών εθνικών κοινωνιών κλπ). Αναδεικνύει τον αναρχίζοντα χαρακτήρα του συνθήματος "ανοιχτά σύνορα" -με την προβολή του οποίου τμήματα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς υποκύπτουν στην απαίτηση της αστικής τάξης για όξυνση του ανταγωνισμού μέσα στις γραμμές της εργατικής τάξης με την αθρόα εισαγωγή οικονομικών μεταναστών. Προειδοποιεί τους εργάτες αναγνώστες για τα τρομακτικά προβλήματα που δημιουργεί ή μπορεί να δημιουργήσει αυτός ο ανταγωνισμός, αν γίνει ενδημικός. Επισημαίνει τις ευθύνες της ρεφορμιστικής ηγεσίας της εργατικής τάξης των χωρών υποδοχής για το γιγάντωμα της εργατικής μετανάστευσης. Επαναφέρει στην επικαιρότητα τις αναλύσεις των Μαρξ –Ένγκελς για τις αιτίες της εργατικής μετανάστευσης, και τα πρακτικά μέτρα που εισηγήθηκαν και εφάρμοσαν στην Α΄ Διεθνή για την αντιμετώπιση και την ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιπτώσεων της μετανάστευσης πάνω στο εργατικό κίνημα και στο βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης. Διακατέχεται, τέλος, από τη φιλοδοξία να δώσει και τη βεβαιότητα ότι δίνει τη «μαρξιστική απάντηση στην πολιτική εισαγωγής των εργατών, την ακροδεξιά απειλή και τον πόλεμο».

Αυτή η απολυτότητα που συνοδεύεται από την ανιστορική, αφηρημένη και γενικόλογη χρήση βασικών εννοιών, τη σύγχυση του όντος και του δέοντος, την ελλιπή ανάγνωση (που τον ωθεί στην εθνικιστική παρανάγνωση) του μαρξικού και του λενινικού έργου, είναι και η αχίλλεια φτέρνα του βιβλίου.

Ο σ. Ντούσας ξέρει μονάχα τους οικονομικούς μετανάστες και τους πολιτικούς πρόσφυγες. Αγνοεί τους πρόσφυγες πολέμου. Ωστόσο οι Ιρακινοί, οι Αφγανοί, πολλοί Πακιστανοί κλπ. που καταφεύγουν στη χώρα μας, δεν είναι οικονομικοί μετανάστες, αλλά πρόσφυγες πολέμου. Η Ελλάδα, όντας μέλος του ΝΑΤΟ και πολύτιμος υπηρέτης των Αμερικανών ιμπεριαλιστών, χρησιμεύει ως ορμητήριο των ιμπεριαλιστικών εξορμήσεων κατά των χωρών αυτών των προσφύγων και συμμετέχει στρατιωτικά στις εισβολές στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν κλπ. Η συμμετοχή αυτή υποχρεώνει αυτοδίκαια τη χώρα μας να παρέχει στους πρόσφυγες πολέμου όλα τα νόμιμα δικαιώματά τους. Και οι Έλληνες κομουνιστές έχουμε το καθήκον να συνδέουμε τον επαναπατρισμό αυτών των προσφύγων με την αποχώρηση των εισβολέων- συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων- από τις χώρες των προσφύγων, και με την καταβολή εκ μέρους των εισβολέων πολεμικών αποζημιώσεων προς επανόρθωση των καταστροφών που προκάλεσαν. Καθήκον μας επίσης είναι να υπενθυμίζουμε στους οργισμένους νοικοκυραίους μας και στους παραπληροφορημένους μας μισθωτούς ότι, αντί να τα βάζουν με τα θύματα της πολεμοκάπηλης πολιτικής του ελληνικού κράτους, πρέπει να τα βάζουν με τους θύτες αυτής της εγκληματικής πολιτικής, με την αστική τάξη και το αστικό κράτος, και να απαιτούν την εξασφάλιση ανθρώπινων συνθηκών ζωής και την παραχώρηση όλων των κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων στα θύματα του ιμπεριαλισμού.

Ο σ. Ντούσας υποτιμάει επίσης την αγωνιστικότητα των οικονομικών μεταναστών και υπερτιμάει την αγωνιστικότητα της εργατικής τάξης του πρώτου κόσμου. Τα γεγονότα όμως- από την πρόσφατη απεργία των Aιγύπτιων αλιεργατών στη Μηχανιώνα της Θεσσαλονίκης ως τον οπορτουνισμό της Β΄Διεθνούς- τον διαψεύδουν. Παρά την ανάδυση επαναστατικών καταστάσεων στις χώρες του πρώτου κόσμου, η εργατική τους τάξη ολιγώρησε μπροστά στο καθήκον της προλεταριακής επανάστασης, συμβάλλοντας έτσι στο γραφειοκρατικό εκφυλισμό και στην καπιταλιστική παλινόρθωση στις χώρες του "υπαρκτού σοσιαλισμού". Ακόμα και σήμερα, το ανώτερο στρώμα της, η εργατική αριστοκρατία κάθε ιμπεριαλιστικής χώρας στέκεται αλληλέγγυα με τη χρηματιστική της ολιγαρχία και συμμετέχει στην εκμετάλλευση των εξαρτημένων χωρών και στη λεηλασία των αποικιών, των ημιαποικιών και των νεοαποικιών από το χρηματιστικό κεφάλαιο, απολαμβάνοντας μισθούς και προνόμια πάνω και από την αξία της εργατικής της δύναμης!

Ο σ. Ντούσας στο βιβλίο του κόπτεται για τη μείωση των μισθών στις χώρες του α΄ κόσμου ως συνέπεια της μαζικής μετανάστευσης προς αυτές τις χώρες και προχωράει σε μειωτικούς χαρακτηρισμούς για τους εργάτες των άλλων χωρών (όπως ηττημένοι στη χώρα τους, σ. 331). Παραβλέπει όμως το γεγονός ότι ,για να ηττηθείς, πρέπει πρώτα να πολεμήσεις! Ωστόσο οι καλοπληρωμένοι εργάτες των ιμπεριαλιστικών χωρών παρέλειψαν ν’ αγωνιστούν για το ύψιστο ταξικό τους συμφέρον, την κατάληψη της εξουσίας, ενώ ταυτόχρονα έδρεπαν τους οικονομικούς καρπούς από τις προλεταριακές επαναστάσεις των άλλων: σε σημαντικό βαθμό, το γενικά υψηλό μεταπολεμικό επίπεδο των εργατικών μισθών στις αναπτυγμένες κεφαλαιοκρατικές χώρες ήταν υποπροϊόν των προλεταριακών επαναστάσεων στη Ρωσία, στην Ανατολική Ευρώπη, στην Κίνα, στην Ινδοκίνα, στη Λατινική Αμερική, που μείωσαν τον ανταγωνισμό μέσα στις γραμμές της διεθνούς εργατικής τάξης. Και τώρα οι εργάτες αυτοί γεύονται τα επίχειρα της ταξικής τους ολιγωρίας: οι μισθοί τους θα μειώνονται, ώσπου να ξυπνήσουν και να τεθούν επικεφαλής ενός ανανεωμένου εργατικού κινήματος που θα καταλύσει τον καπιταλισμό.

Ο σ. Ντούσας ταυτίζει επίσης, κατά τρόπο ανιστόρητο, τους ημιβάρβαρους μετανάστες της εποχής του Μαρξ από τις προβιομηχανικές και προκαπιταλιστικές χώρες του 19ου αιώνα , με τους σημερινούς μετανάστες από κεφαλαιοκρατικές χώρες της Ασίας, της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής, της Ανατολικής Ευρώπης. Πάμπολλοι σημερινοί μετανάστες έχουν πίσω τους μια λαμπρή ιστορική παράδοση εργατικών, αντιαποικιακών, εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων και επαναστάσεων, έχουν σύγχρονες αγωνιστικές και οργανωτικές εμπειρίες -γεγονός που διευκολύνει την αγωνιστική συνεύρεση των ξένων με τους ντόπιους εργάτες, εφόσον το επιθυμούν οι ντόπιοι. Βασική αιτία της γκετοποίησης των μεταναστών δεν είναι η απροθυμία τους να ενσωματωθούν στις κοινωνίες του πρώτου κόσμου και να συμμετάσχουν στο εργατικό κίνημα, αλλά η αφόρητη πίεση που ασκείται πάνω τους με στόχο την πολιτισμική τους αφομοίωση, και η συστηματική αποστέρησή τους από πολλά κοινωνικά, ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Για παράδειγμα, στη χώρα μας δεν προβλέπεται καν η διδασκαλία της μητρικής γλώσσας στα παιδιά των μεταναστών, ενώ μετρημένα στα δάχτυλα είναι τα σωματεία που προχώρησαν σε αγώνα για τα δικαιώματα των μεταναστών εργατών.

Από κανένα ντοκουμέντο που παραθέτει ο συγγραφέας δεν τεκμηριώνεται η άποψή του ότι ο Μαρξ ήταν αντίθετος στη μετανάστευση των εργατών (σ.40). (Η αναφορά στην αντίθεση του Μαρξ στη δημιουργία, μέσω μαζικής μετανάστευσης, ισραηλινού κράτους δεν αφορά μετανάστευση εργατική αλλά εθνικοθρησκευτική!). Ατεκμηρίωτη επίσης παραμένει η άποψή του πως η Β΄Διεθνής ήταν υπέρ της «ελεύθερης» μετανάστευσης, υπέρ δηλ. της διεθνούς μεταφοράς εργατικών χεριών για τις ανάγκες του κεφαλαίου. Τέλος αναπόδεικτη τερατολογία παραμένει ο ισχυρισμός του ότι ο Λένιν έσπασε απ’ αυτή την αστική πολιτική θέση το 1914.(σ. 27)

Από τα ντοκουμέντα που παραθέτει ο σ. Ντούσας και από αυτά που έχω κι εγώ υπόψη μου προκύπτει μόνον ότι οι Μαρξ- Ένγκελς ήταν αντίθετοι στη χρήση της μετανάστευσης ως μέσου απεργοσπασίας. Από κει και πέρα, με βάση την αντικειμενική ανάλυση αυτού του φαινομένου, συναρτούσαν τη μετανάστευση με τις αντικειμενικές τάσεις ανάπτυξης του καπιταλισμού: το 19ο αιώνα η μετανάστευση εκτόνωνε την πίεση των κεφαλαιοκρατών πάνω στην εργατική τάξη σε περιόδους κρίσης με τη μετακίνηση πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού από τις αναπτυγμένες χώρες στις αποικίες ή στις ΕΠΑ, ή διαιρούσε και αποδυνάμωνε το εργατικό κίνημα με τον εθνικισμό και τη διαστρωμάτωση της εργατικής τάξης, ενώ ειδικά η μαζική μετανάστευση εξαθλιωμένων Κινέζων κούληδων στη Μεγάλη Βρετανία θα μπορούσε να βγάλει τη σε μεγάλο βαθμό αριστοκρατικοποιημένη αγγλική εργατική τάξη από τον αντεπαναστατικό της λήθαργο και να πυροδοτήσει μιαν προλεταριακή επανάσταση στην πιο αναπτυγμένη χώρα του κόσμου.

Από αυτήν ακριβώς τη σκοπιά θα πρέπει να δούμε και τις θέσεις του 7ου συνεδρίου της Β΄ Διεθνούς που απορρίπτουν τις στενές, συντεχνιακές απόψεις για την επιβολή απαγορεύσεων και περιορισμών στη μετανάστευση από τις καθυστερημένες χώρες (ιδιαίτερα στη μετανάστευση κούληδων από την Κίνα και την Ιαπωνία) και προκρίνουν ως καθήκον των σοσιαλιστών τη διαφώτιση και την οργάνωση των προλεταριακών στρωμάτων που δεν είχαν ακόμη ενταχθεί στο εργατικό κίνημα. [Λένιν, Το Διεθνές Συνέδριο των σοσιαλιστών στη Στουτγάρδη]. Ο Λένιν όχι μόνο δε θα αναθεωρήσει το 1914 τις απόψεις του τού 1907, όπως αυθαίρετα και σοφιστικά ισχυρίζεται ο σ. Ντούσας, αλλά θα τις αναπτύξει παραπέρα.

Ο Λένιν, το Νοέμβριο του 1915 στο γράμμα του προς το Γραμματέα της "Λίγκας για τη σοσιαλιστική προπαγάνδα" στην Αμερική, καταγγέλλει τους οπορτουνιστές ηγέτες του Σοσιαλιστικού Κόμματος ως εχθρούς του διεθνισμού, επειδή τάσσονται υπέρ της επιβολής περιορισμών στη μετανάστευση Κινέζων και γιαπωνέζων εργατών «… και μάλιστα μετά το Συνέδριο της Στουτγάρδης το 1907 και κόντρα στις αποφάσεις του». Τον Οκτώβριο του 1916 απαιτεί την «…εξίσωση των αλλοδαπών εργατών με τους ντόπιους (ένα ιδιαιτέρως σημαντικό σημείο για τις ιμπεριαλιστικές χώρες, οι οποίες όπως η Ελβετία όλο και πιο ξεδιάντροπα εκμεταλλεύονται όλο και πιο μεγάλο αριθμό εργατών)»[Για το σύνθημα του "αφοπλισμού"] Το Νοέμβριο του 1916 απαιτεί την εισαγωγή της δωρεάν υποχρεωτικής πολιτογράφησης των αλλοδαπών μετά από μια τρίμηνη παραμονή στην Ελβετία, γιατί η στέρηση των αλλοδαπών εργατών από τα πολιτικά τους δικαιώματα και η θέση τους ως ξένων ενισχύει την πολιτική αντίδραση και αποδυναμώνει τη διεθνιστική αλληλεγγύη του προλεταριάτου. [Τα καθήκοντα των αριστερών ριζοσπαστών ( ή των αριστερών του Τσίμερβαλντ) στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Ελβετίας].

Τέλος δεν υπήρχε κανένας λόγος να "προβλέψει " ο Λένιν πολέμους μεταξύ των ιμπεριαλιστών για το μοίρασμα των εργατικών χεριών (σ. 92): πρώτο γιατί τέτοιοι πόλεμοι ποτέ δεν έγιναν, δεύτερον γιατί στις «…ιδιαιτερότητες του ιμπεριαλισμού ανήκει η φθίνουσα μετανάστευση από τις ιμπεριαλιστικές χώρες και η μετανάστευση (συρροή και μετοίκηση εργατών) σε αυτές τις χώρες από τις καθυστερημένες χώρες με χαμηλότερους μισθούς»[Ιμπεριαλισμός…], και τρίτον γιατί οι ανταγωνισμοί για την προσέλκυση αλλοδαπής ειδικευμένης εργατικής δύναμης είναι κατά πολύ προγενέστεροι του βιομηχανικού καπιταλισμού και ανάγονται στην εποχή της μανουφακτούρας και ακόμα παλιότερα (βλ. π.χ. τη βίαιη μετεγκατάσταση των μεταξουργών της Θήβας και της Κορίνθου από τους Νορμανδούς στη Σικελία, το 1147)

Γνωσεολογική ρίζα της εθνικιστικής παρέκκλισης του σ. Ντούσα στο ζήτημα της μετανάστευσης είναι η υπερτίμηση της εθνικής μορφής και η παραγνώριση του αναγκαίου διεθνιστικού περιεχομένου της προλεταριακής επανάστασης. Σωστά επισημαίνει ο σ. Ντούσας, παραθέτοντας σχετικό απόσπασμα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, πως η ανάγκη κατάληψης της εθνικοκρατικά θεσμισμένης πολιτικής εξουσίας ανυψώνει το προλεταριάτο από τάξη χωρίς πατρίδα σε τάξη εθνική. Κάνει λάθος όμως, όταν παραβλέπει τη συνέχεια του αποσπάσματος, όπου υπογραμμίζεται ότι ο εθνικός χαρακτήρας του προλεταριάτου είναι διαφορετικός από τον εθνικό χαρακτήρα της κεφαλαιοκρατίας, ότι το προλεταριάτο είναι υποχρεωμένο να καταργήσει τους εθνικούς διαχωρισμούς και τις εθνικές αντιθέσεις προωθώντας τη συνεργασία, την ενωμένη δράση τουλάχιστον των πολιτισμένων χωρών, ώστε να εξαλείψει την εκμετάλλευση του ενός ατόμου από το άλλο, τις ταξικές αντιθέσεις στο εσωτερικό του έθνους, τις εθνικές έχθρες και την εκμετάλλευση του ενός έθνους από το άλλο. Αυτή ακριβώς η διαδικασία της ενοποίησης των εργατών διαφορετικών εθνοτήτων για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, αρχίζει μέσα στον καπιταλισμό με την επίτευξη της αγωνιστικής ενότητας των προλετάριων όλων των χωρών για την επίλυση των άμεσων προβλημάτων τους και για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας.

Η επαναστατική ενότητα των εργατών θα πραγματωθεί, όταν οι εργάτες του πρώτου κόσμου κατανοήσουν από την πείρα τους ότι ο ερμητικά κλειστός στον ανταγωνισμό των ξένων εργατών κεφαλαιοκρατικός παράδεισος του αστικού εθνικού κράτους είναι μια αντιδραστική ουτοπία, και όταν οι μετανάστες εργάτες καταλάβουν ότι η σχετική βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου με την είσοδό τους στον υποτιθέμενο παράδεισο είναι άκρως επισφαλής και βραχύβια, αφού πάντα θα υπάρχουν μετανάστες πρόθυμοι να τους ανταγωνιστούν με πολύ μικρότερο μεροκάματο από το δικό τους. Μοναδική λύση στα αδιέξοδα και των δύο αυτών τμημάτων της εργατικής τάξης είναι η αγωνιστική τους συνεργασία. Και απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη αυτής της συνεργασίας είναι ο συνειδητός αγώνας των ντόπιων εργατών για την ταξική διαφώτιση και την οργάνωση, για τη νομιμοποίηση των ξένων εργατών, για την παραχώρηση και στους αλλοδαπούς εργάτες όλων των ατομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων που απολαμβάνουν οι Έλληνες εργάτες. Διαφορετικά, με την προσφυγή στα χωριστά οράματα, στις μεμψιμοιρίες και στις αμοιβαίες διαβολές που δε λείπουν από το βιβλίο του σ. Ντούσα, ο οποίος ονειρεύεται ένα χωρίς αλλοδαπούς όφεις ελληνικό εργατικό παράδεισο, η αστική τάξη θα ζει και θα βασιλεύει εφαρμόζοντας το δόγμα του "διαίρει και βασίλευε".


Χρήστος Βλόσιος

 

 

Αναζήτηση

Γνώμες