«Ψυχή βαθιά» με ρηχή ματιά
«Ψυχή βαθιά» με ρηχή ματιά
σχετικά με τη νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη, «Ψυχή βαθιά»
Σε πείσμα της μεταμοντέρνας αντίληψης ότι κάθε προσπάθεια εκ θεμελίων αλλαγής κατά τον 20ο αιώνα, και ιδιαίτερα ο κομμουνισμός, έχει ξεχαστεί και πως η κοινωνία έχει θάψει και λησμονήσει κάθε ιστορική μνήμη, σε έρευνα της εφημερίδας «Καθημερινή», τον Φεβρουάριο του 2009, το 55% των Νεοελλήνων ισχυρίζεται ότι οι πληγές του Εμφυλίου δεν έχουν ακόμα κλείσει, άποψη εξαιρετικά δυσάρεστη για αυτούς επενδύουν τις τελευταίες δεκαετίες στην υπόθεση της «εθνικής συμφιλίωσης».
Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου τυχαία η συστηματική επιχείρηση αναθεώρησης της Ιστορίας το προηγούμενο διάστημα από το δίδυμο Μαραντζίδη –Καλύβα (θεωρία περί «κόκκινης τρομοκρατίας» ως αίτιο γέννησης του δωσιλογισμού και των ταγμάτων ασφαλείας). Σειρά έλαβε, στη συνέχεια, και ένα πεδίο αποτελεσματικότερης οικοδόμησης συνειδήσεων, ο κινηματογράφος. Σκοπός, η επικράτηση της λογικής «περασμένα ξεχασμένα» αφενός, «όλοι φταίμε» και «όλοι θα φταίμε, αν ξανασυμβούν» αφετέρου. Η αρχή έγινε από το ντοκιμαντέρ των Γιαννακίδη –Καραμπάτσου «Μακρόνησος» τον Απρίλιο, στο οποίο βρήκε βήμα ακόμα και ο, 91 χρονών σήμερα, διοικητής –και βασανιστής- της Μακρονήσου, ο περιβόητος Σκαλούμπακας. Η προσπάθεια αυτή συνεχίζεται (με λιγότερο ακραίο τρόπο είναι η αλήθεια) από τον Παντελή Βούλγαρη, στην ταινία του «Ψυχή Βαθιά1».
Η ιστορία σχεδόν απλοϊκή και ακατέργαστη, απλώς και μόνο συγκινητική, στηριγμένη στο μελό μοτίβο της αδελφοκτονίας, κατά τα πρότυπα του χολιγουντιανού ανθρωπισμού: δύο αδέρφια, 14 και 17 χρονών, εντάσσονται (σαφώς τυχαία) στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές του Εμφυλίου και πολεμούν, την περίοδο των τελευταίων μαχών στον Γράμμο. Καταφέρνουν και συναντιούνται κρυφά, ενώ παράλληλα εναλλάσσονται σκηνές από την στρατιωτική καθημερινότητα των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού και των στρατιωτών του Εθνικού, γλέντια ανταρτών, νοσοκομεία με σακατεμένους, παρασημοφορήσεις και στρατοδικεία, αλλά και αρκετές μάχες.
Ο σκηνοθέτης, απαντώντας στις (ουκ ολίγες) επικρίσεις για την πολιτική ορθότητα της ταινίας, φρόντιζε να επαναλαμβάνει σχεδόν μονότονα ότι «εγώ δεν είμαι πολιτικός, είμαι καλλιτέχνης», απάντηση που σηκώνει συζήτηση, και δεν είναι εν πρώτοις απολύτως καταδικαστέα. Υπάρχει όμως μια ένσταση: είναι δυνατόν να πείσει ο Βούλγαρης, πως, έστω κι αν δεν είχε την πρόθεση, η ταινία δεν έχει απείρως πολιτική διάσταση και κατά συνέπεια και επιρροή; Πρώτη φορά κάνει κινηματογράφο στηριγμένο σε πολιτικά –ιστορικά γεγονότα; Θεωρεί ότι προηγούμενες ταινίες του, το «Happy Day» ή τα «Πέτρινα Χρόνια», δεν είχαν πολιτική χρεία στην εποχή τους; Δεν γνωρίζει πως ο τέτοιου τύπου κινηματογράφος διαμορφώνει συνείδηση, ιδιαίτερα των νεοτέρων; Την απάντηση την δίνει βέβαια η εταιρία διανομής που διεκδικεί να υπερβεί η ταινία της την μυθοπλασία, καθώς συνοδεύει τα ενημερωτικά φυλλάδια της ταινίας με βιβλιογραφία, η οποία χρησιμοποιήθηκε για να διασταυρωθούν τα γεγονότα που αναφέρθηκαν σε αυτήν.
Δεν είναι δόκιμο, βέβαια, να αναλωθούμε σε δίκην προθέσεων, αρνούμαστε όμως –εκ του αποτελέσματος της ταινίας να πιστέψουμε ότι ο σκηνοθέτης λειτουργεί σε πολιτικό κενό αέρος. Η ταινία είναι εξόχως πολιτική, και το κεντρικό νόημα της, προσχωρεί στην ακραία συντηρητική μορφή της απάθειας: «αυτά συμβαίνουν όταν ο απλός λαός ανακατεύεται με την πολιτική». Έτσι κι αλλιώς, την έκβαση της πορείας του κόσμου την καθορίζουν οι Αμερικανοί, ο Στάλιν (η πιο σαφώς αμιγώς «πολιτικοποιημένες» κρίσεις της ταινίας), όπως μερικοί άλλοι θεωρούν σήμερα ότι για όλα φταίνε οι Εβραίοι… Όλα τα υπόλοιπα οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην μάταιη και απάνθρωπη αδελφοκτονία. Με πυλώνα τον παραπάνω ισχυρισμό, η απάντηση στο ερώτημα πώς βρέθηκαν «Έλληνες να ντουφεκάνε Έλληνες» (ρήση του Θανάση Βέγγου που μένει ανεξίτηλη στη μνήμη του θεατή), η απάντηση του Βούλγαρη, ακροβατεί ανάμεσα στο «τους εξανάγκασαν οι ξένοι» και στη σιωπή. Άποψη, που δυστυχώς, συλλήβδην αφήνει στο απυρόβλητο τη δεξιά και την άρχουσα τάξη, που φρόντισε μετά τον Δεκέμβρη (1945-1946) να οδηγήσει τους πρώην μαχητές του ΕΛΛΑΣ στο δεύτερο αντάρτικο για να αποφύγουν τα βασανιστήρια και τις εκτελέσεις. Την ίδια στιγμή, απαντά λανθασμένα (ή δεν απαντά) σε ερωτήσεις που θα έθετε ο οποιοσδήποτε: είχαν διαφορές, οι αντιμαχόμενοι, ταξικές, πολιτικές ή άλλες; Είχαν διαφορετικά οράματα για την οργάνωση του κόσμου; Ποια η στάση της κάθε παράταξης τον καιρό της Κατοχής;
Η στρατιωτική ηγεσία του Εθνικού Στρατού (στο σύνολό της, από τον ευθύ και μετρημένα συναισθηματικό υπολοχαγό Τριαντάφυλλο μέχρι τον συχνά –πυκνά εμφανιζόμενο ταξίαρχο, τους στρατοδίκες και την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία) φαίνεται να κάνουν αγγαρεία, να λειτουργούν διεκπεραιωτικά. Δεν εμφορούνται από κανένα ιδεολογικό -έστω πρωτογενώς συναισθηματικά- αντικομμουνιστικό αντανακλαστικό, καθώς ο Βούλγαρης έχει αφαιρέσει το ένα από τα δύο χαρακτηριστικά συναισθήματα του Εμφυλίου: το μίσος. Είναι δυνατόν να πιστέψει κάποιος κάτι τέτοιο; Κατά τα άλλα, αξιωματικοί και οπλίτες του Εθνικού Στρατού είναι απλοί, «ψυχάρες», βαθιά ανθρώπινοι και λίγο αθυρόστομοι (προφίλ που προκαλεί συμπάθεια στον μέσο Έλληνα). Οι στρατηγοί τους δε, επίσης ανθρώπινοι, «αναγκάζονται» (δυσφορώντας) να δεχτούν τη ρίψη βομβών Ναπάλμ (για πρώτη φορά στην ιστορία) από τους Αμερικανούς. Οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού, από την άλλη πλευρά, είναι έτοιμοι για προσωπική θυσία, δείχνουν να αγνοούν τη σοβαρότητά της κατάστασης, είναι λίγο αφελείς δηλαδή, φασαριόζοι σαν μαθητές που βρίσκονται σε πενταήμερη εκδρομή, και ελαφρώς ανόητοι. Και, φυσικά, και αυτοί δεν αναφέρονται σε πολιτικά συνθήματα, στην λαοκρατία, τον κομμουνισμό κτλ. Το άλλο, ακόμα, χαρακτηριστικό του Εμφυλίου, ο φόβος, απουσιάζει επίσης κραυγαλέα, κάνοντας την ταινία ακόμα λιγότερο πειστική.
Στο τέλος της ταινίας, η κατάμαυρη από του καπνούς των Ναπάλμ μαχήτρια του ΔΣΕ κάνει μια ερώτηση του τύπου «ποιος νίκησε, τελικά;», και η απάντησή του παραμένει μετέωρη, υπονοώντας σαφώς πως σε μια εμφύλια διαμάχη δεν μπορεί να υπάρχει νικητής. Εδώ ενίσταται κανείς, επειδή σαφώς υπήρξε νικητής και αυτός ήταν η παράταξη της δεξιάς. Και η νίκη της δεν ήταν στιγμιαία αλλά διήρκησε για δεκαετίες, με τους ηττημένους να πληρώνουν με εκτελέσεις, φυλακές, εξορίες, βασανιστήρια, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων κτλ.
Ως ταινία, την σώζει, βέβαια, τεχνικά, η εξαιρετική φωτογραφία του Σίμου Σαρκετζή, ο οποίος απέδωσε με πένθιμο τρόπο την άγρια ομορφιά των τοπίων της Καστοριάς, όπου γυρίστηκε η ταινία. Με τον ίδιο τρόπο επενδύθηκε και μουσικά η ταινία από τον Γιάννη Αγγελάκα (η μουσική μοιάζει με ιδιότυπο μοντέρνο μοιρολόϊ). Επίσης, αξίζει να γίνει μνεία στην φυσικότατη ερμηνεία των δύο νεαρών πρωταγωνιστών (Γιώργος Αγγέλκας, Χρήστος Καρτέρης). Οι υπόλοιποι κινούνται στην μετριότητα, ίσως γιατί ποτέ δεν αποφάσισε ο σκηνοθέτης αν ο καπετάν Ντούλας είναι ημιπαράφρων ή ήρωας ή ο υπολοχαγός του εθνικού στρατού Τριαντάφυλλος τομάρι ή λεβέντης… Οι σκηνές είναι προβλέψιμες (ιδιαίτερα οι μάχες και οι ετοιμασίες, ακόμα και η σκηνή που συμμετέχει ο Βέγγος), και σε όποιο σημείο ο σκηνοθέτης επιχείρησε να υπερβεί τον «χαμηλόφωνο» εαυτό του –δοκιμασμένο σε πολλές καλές ταινίες- απέτυχε οικτρά. Οι πρωτόγνωρες για ελληνική ταινία μάχες, χολιγουντιανού τύπου, διαρκούν πολλά λεπτά, ωμές και ρεαλιστικές, με επιθανάτιους ρόγχους, πίδακες αίματος και διαμελισμένα σώματα, και κουράζουν (θυμίζουν τη «διάσωση του στρατιώτη Ράιαν»), ενώ θα έφτανε ένας απλός σπαραχτικός μονόλογος ενός μαχητή μετά την αναμέτρηση. Επίσης, σε πολλά σημεία η ταινία έδειχνε να μην έχει ειρμό –ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος-, αλλά να συνιστά μια συρραφή επιμέρους ιστοριών (η σκηνή με αντάρτες και στρατιώτες να ομονοούν πρόσκαιρα και να μοιράζονται την ίδια σκηνή για να προφυλαχθούν από το δριμύ ψύχος, παρμένη από μυθιστόρημα του Θανάση Χατζή ή η αρχή της ταινίας από τον αναφερόμενο στον εμφύλιο στίχο του Μίλτου Σαχτούρη «ένας μπαξές γεμάτος αίμα είναι ο ουρανός και λίγο χιόνι»). Η προσπάθεια του σκηνοθέτη να καταδείξει τη συντροφικότητα των ανταρτών ή την συμπαράσταση των χωρικών (σε μια σκηνή με ταχύτητα που δεν επέτρεπε την πλήρη κατανόηση του νοήματός της) ή η φρεσκάδα των νεαρών μαχητών και πολλών μαχητριών του ΔΣΕ δεν τον αθωώνει, ούτε τον θέτει στην αριστερή πλευρά…
Για να καταδυθείς σε τέτοιες ιστορικές περιόδους και να δράσεις καλλιτεχνικά χρειάζεται οξύ βλέμμα και τόλμη, πράγμα που ο Βούλγαρης δεν έπεισε ότι διαθέτει. Δεν χωράνε σε αυτές τις ιστορικές εποχές στρογγυλέματα… χρειάζεται, εν ολίγοις, «ψυχή βαθιά». Και, δυστυχώς, «ψυχή βαθιά» ήταν μόνο ο τίτλος της ταινίας…
1 Ο τίτλος είναι παρμένος από ποίημα του Αιμίλιου Βεάκη για τον αγώνα των ανταρτών («για του Ανθρώπου την πάλη την αιώνια για λευτεριά και δικαιοσύνη… ψυχή βαθιά και ευλογητός ο Αγώνας»). Κατά άλλους, ήταν το σύνθημα του καπετάνιου του 2ου συντάγματος Αττικοβοιωτίας του ΕΛΛΑΣ, το οποίο απαγόρευσε κατά τον Εμφύλιο ο Ζαχαριάδης (ο καπετάνιος προσχώρησε στην αντίδραση κατά τα Δεκεμβριανά)



