Η διαδοχή στη Νέα Δημοκρατία
Η διαδοχή στη Νέα Δημοκρατία
Η βαριά ήττα της Ν.Δ., οδήγησε στην παραίτηση Καραμανλή και στη δρομολόγηση διαδικασιών διαδοχής. Η μέχρι τώρα διαδικασία δεν έχει αναδείξει κάποιες ριζικά διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις ανάμεσα στους υποψήφιους αρχηγούς, παρά μόνο διαφορετικές αποχρώσεις στην κατά τ’ άλλα κοινή πολιτική αντίληψη. Οι υποψήφιοι για την αρχηγία της Νέας Δημοκρατίας χαρακτηρίζονται κυρίως από την προηγούμενη πολιτική τους διαδρομή και όχι από την τωρινή πολιτική τους πλατφόρμα. Στη μάχη για τη διαδοχή συμμετέχουν έμμεσα αστικά και ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Από αυτήν τη σκοπιά, το προβάδισμα έχει η υποψηφιότητα Μπακογιάννη που φέρεται να έχει το «χρίσμα» από τις ΗΠΑ.
Η απουσία ουσιαστικών διαφορών ανάμεσα στους υποψήφιους αρχηγούς, είναι απόλυτα λογική, με δεδομένο ότι ιστορικά το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, προσαρμοζότανε πάντα στο πλαίσιο της διαχείρισης που κυριαρχούσε διεθνώς. Έτσι, στο 1ο συνέδριό της το 1979, η Ν.Δ. υιοθετεί το «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό», έναν πρωτότυπο όρο που περιγράφει αλά ελληνικά τη σοσιαλδημοκρατικού τύπου διαχείριση που κυριαρχεί εκείνη την περίοδο και την οποία ακολουθούσε και η τότε κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.
Η κατεύθυνση αυτή θα αλλάξει στο 2ο συνέδριο το 1985. Είναι η εποχή της ανάδυσης του νεοφιλελευθερισμού σε διεθνές επίπεδο. Ο νεοφιλελευθερισμός θα υιοθετηθεί πλήρως από τη Ν.Δ. στο 2ο συνέδριό της και σε αυτήν τη γραμμή θα κινηθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη την περίοδο 1990 – 1993.
Η επόμενη αλλαγή ηγεσίας θα γίνει σε μια περίοδο που η αρχική ευφορία από την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» έχει μετριαστεί, η πραγματικότητα της ταξικής πάλης, οδηγεί τον διεθνή καπιταλισμό σε σχετική αναδίπλωση από τις ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές και η κρατική παρέμβαση στην οικονομία επανέρχεται στη συζήτηση και στις πολιτικές των κυβερνήσεων.
Σε αυτό το διεθνές κλίμα θα γίνει η εκλογή Έβερτ. Την περίοδο εκείνη, η πολιτική της Ν.Δ. θα χαρακτηριστεί από υψηλούς τόνους στα εθνικά ζητήματα, αλλά και από έντονο αντιπολιτευτικό λόγο στο κοινωνικό πεδίο. Η πολιτική αυτή της Ν.Δ., σε συνδυασμό με τη δεξιά στροφή του ΠΑΣΟΚ που εκφράζεται με την εκλογή Σημίτη στην ηγεσία του το 1996, διαμορφώνει ευνοϊκό έδαφος για τον αντιπολιτευτικό λόγο της Αριστεράς. Αυτό θα καταγραφεί στις εκλογές εκείνης της χρονιάς, στις οποίες το ΠΑΣΟΚ έχει σημαντικές απώλειες από τα Αριστερά, κερδίζει όμως τις εκλογές, καθώς καταφέρνει να αποσπάσει την εκλογική στήριξη αστικών στρωμάτων που παραδοσιακά στήριζαν τη Νέα Δημοκρατία. Η δήλωση Αδριανόπουλου αμέσως μετά τις εκλογές: «Αν συνεχίσουμε έτσι το ΠΑΣΟΚ θα χάσει από τα Αριστερά», μέσα στην υπερβολή της αποδίδει το πρόβλημα τακτικής του κόμματος.
Το πρόβλημα αυτό θα λύσει η ηγεσία Καραμανλή. Ο πολιτικός λόγος της Ν.Δ. θα επικεντρωθεί στη διαχείριση και όλα τα ζητήματα θα αντιμετωπιστούν σε αυτό το πλαίσιο. Με αυτήν την τακτική, η Ν.Δ. θα οδηγηθεί στην εκλογική νίκη του 2004. Η τακτική αυτή που επιβλήθηκε το 1997 από την ηγεσία Καραμανλή, θα αποτελέσει τον οδηγό και για τη νέα ηγεσία του κόμματος. Το ζητούμενο στη σημερινή φάση, είναι ένα κόμμα που θα στηρίξει αποφασιστικά την επιδιωκόμενη από την αστική τάξη «εθνική ενότητα» για την αντιμετώπιση της κρίσης, χωρίς όμως να χρεωθεί το πολιτικό κόστος, καθώς περαιτέρω φθορά της Ν.Δ. θα την οδηγήσει στα όρια της διάλυσης.



