Μ' αφορμή μια αντιπαράθεση για μίζες 20 χρόνια πριν...
Μ' αφορμή μια αντιπαράθεση για μίζες 20 χρόνια πριν...
Συζήτηση για παράπλευρα αποτελέσματα ή για την ουσία;
Έντονη αντιπαράθεση ξέσπασε το προηγούμενο χρονικό διάστημα στους κόλπους της Αριστεράς με αφορμή όσα ισχυρίστηκε με σειρά άρθρων στην Ελευθεροτυπία ο δημοσιογράφος Γιώργος Βότσης και αναπαρήγαγε με δική του αρθρογραφία και σειρά συνεντεύξεων ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Περικλής Κοροβέσης, σχετικά με μια σύμβαση του ΟΤΕ με τη Ζίμενς το 1990 επί Οικουμενικής Κυβέρνησης Ζολώτα. Ας δούμε κατ' αρχήν πολύ συνοπτικά την ουσία όσων ισχυρίστηκαν ή έθεσαν με τη μορφή ερωτημάτων ο δημοσιογράφος και ο βουλευτής : «οι δραστηριότητες της Ζίμενς στη χώρα μας έχουν μια εξόχως ενδιαφέρουσα προϊστορία διάστικτη από σκανδαλωδώς χαριστικές πολιτικές ενέργειες. Η κορυφαία το 1990: Η τότε οικουμενική κυβέρνηση του Ξεν. Ζολώτα απεφάσισε να ακυρώσει διεθνή διαγωνισμό για την ψηφιοποίηση του ΟΤΕ, που έβαινε προς προκλητικά χαριστική κατακύρωση στη Ζίμενς σε σύμπραξη με την Ιντρακόμ του Σωκ. Κόκκαλη και να προκηρύξει νέο. Και ξαφνικά παρενέβησαν από κοινού οι τρεις πολιτικοί αρχηγοί (Αν. Παπανδρέου, Κ. Μητσοτάκης και Χ. Φλωράκης) ανέτρεψαν πραξικοπηματικά την κυβερνητική απόφαση και η κατακύρωση ολοκληρώθηκε ανοίγοντας διάπλατα το δρόμο για τη συναινετική διαπλοκή και όσα έκτοτε ακολούθησαν. Ανεπιβεβαίωτες φήμες, που ουδέποτε διερευνήθηκαν, προσδιόριζαν τότε τη «μίζα» σε δύο δις δραχμές για το κομματικό ταμείο του ΠΑΣΟΚ, άλλα τόσα για τη ΝΔ και ένα δις για τον ενιαίο τότε Συνασπισμό. Ποια είναι η όλη αλήθεια, ο Θεός κι η ψυχή τους. Το απολύτως βέβαιο και εύγλωττο είναι το πολιτικά ομόθυμο αρχηγικό πραξικόπημα….» (Γ. Βότσης, 13-7-09, Ελευθεροτυπία)
Οι αντιδράσεις των κομμάτων της κοινοβουλευτικής αριστεράς στα παραπάνω ήταν έντονες και με μια πρώτη ματιά θα τις χαρακτηρίζαμε υπερβολικές. Στελέχη του ΣΥΝ όλων των τάσεων και κυρίως εκείνα που είχαν ενεργό συμμετοχή στα γεγονότα εκείνης της περιόδου, εκφράστηκαν με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς για τον Κοροβέση, ζήτησαν την παραίτηση του από βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ και είπαν, σχεδόν όλοι, ότι η ηθική ακεραιότητα της Αριστεράς είναι ένα αξίωμα που δε μπορεί ν' αμφισβητήσει κανείς.
Το ΚΚΕ χωρίς κι αυτό ν' ασχοληθεί καθόλου με την ουσία όσων ειπώθηκαν, χαρακτήρισε το Βότση και κυρίως τον Κοροβέση άθλιους προβοκάτορες, έκανε κριτική μέσα απ' τις στήλες του Ριζοσπάστη στο ΣΥΡΙΖΑ γιατί δεν τιμώρησε παραδειγματικά το βουλευτή του και ισχυρίστηκε και αυτό ότι η ηθική ακεραιότητα του Κόμματος ήταν είναι και θα είναι, εις τον αιώνα τον άπαντα, αδιαμφισβήτητη. Πολύ “πνεύμα και ηθική” που θα λεγε κι ο μακαρίτης ο Αυλωνίτης.
Εδώ να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Θα ήμασταν οι τελευταίοι που θα αμφισβητούσαμε τις θυσίες χιλιάδων μελών και στελεχών του ΚΚΕ στη μακρόχρονη πορεία του, που έμπαιναν μπροστάρηδες στην πάλη της εργατικής τάξης για τα προβλήματα και στην πάλη για μια άλλη κοινωνία, όπως και όσο σε κάθε περίοδο την κατανοούσαν. Όμως αυτές οι θυσίες όχι απλά δεν απαλλάσσουν την ηγεσία του ΚΚΕ από το να δίνει πειστικές απαντήσεις και ξεκάθαρες εξηγήσεις στην εργατική τάξη αλλά αντίθετα την υποχρεώνουν ακόμα περισσότερο.
Στην ουσία τώρα της υπόθεσης : Δεν φιλοδοξούμε ν' αποδείξουμε αν ο τότε ενιαίος ΣΥΝ πήρε οικονομική ενίσχυση από τη Ζίμενς ή όχι. Η ιστορία, πάντως, του καπιταλισμού μας δείχνει πως η αστική τάξη, ιδιαίτερα σε ομαλές αστικοδημοκρατικές καταστάσεις, ενισχύει απλόχερα κόμματα, οργανώσεις και άλλες συλλογικότητες που εξυπηρετούν την ομαλή λειτουργία του συστήματος ή που λειτουργούν συμπληρωματικά σ' αυτό. Για μας ωστόσο το κύριο είναι ότι στις κυβερνήσεις Τζαννετάκη – Ζολώτα με τη συμμετοχή του τότε ΣΥΝ, όχι απλά δεν σταμάτησαν να υλοποιούνται βασικές επιλογές του κεφαλαίου την εποχή εκείνη αλλά σε πολλές περιπτώσεις δεν κρατήθηκαν ούτε καν τα προσχήματα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ότι ο νόμος που δημιούργησε τις προϋποθέσεις ώστε οι ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες της χώρας να γίνουν κτήμα των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων ψηφίστηκε από εκείνη την κυβέρνηση. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και μια σειρά άλλα παραδείγματα που καταδεικνύουν το εξής : ότι την εποχή εκείνη, όσο βαρύ κι αν ακούγεται αυτό, το κόμμα της Αριστεράς συμμετείχε σε μια κυβέρνηση αστική που υλοποιούσε αστική πολιτική, που ήταν στην υπηρεσία του κεφαλαίου. Κατά τη γνώμη μας άλλωστε δε θα μπορούσε να είναι και διαφορετικά. Όσον αφορά την οργισμένη αντίδραση των στελεχών της Αριστεράς που σημειώσαμε στην αρχή, αυτή η αντίδραση δεν έχει να κάνει με το συγκεκριμένο ζήτημα αλλά με το ότι κανείς πλέον, 20 χρόνια μετά, δεν αισθάνεται την ανάγκη να υπερασπιστεί τις επιλογές εκείνης της περιόδου και πιο συγκεκριμένα τη συμμετοχή στις κυβερνήσεις Τζαννετάκη – Ζολώτα. Αυτό θα ήταν κατ' αρχήν θετικό αν γινόταν από θέσεις αρχών και από τη σκοπιά μιας σοβαρής αυτοκριτικής. Δεν είναι όμως καθόλου έτσι, απλά θέλουν τα γεγονότα εκείνα να ξεχαστούν γιατί τους στοίχισαν κομματική επιρροή τα επόμενα χρόνια, και η συμμετοχή τους στις τότε κυβερνήσεις έχει αποδοκιμαστεί από τον κόσμο της Αριστεράς και ευρύτερα από την εν δυνάμει εκλογική τους πελατεία.
Για μας, αντίθετα, το κύριο δεν είναι να ξεχαστούν τα γεγονότα του 89 – 90 αλλά να τα κατανοήσουμε και να τα ερμηνεύσουμε. Ήταν το 89 – 90 μια παρένθεση μιας Αριστεράς που πάλευε με συνέπεια για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, τα άμεσα και κυρίως τα μακροπρόθεσμα ή ήταν η φυσιολογική εξέλιξη στις συγκεκριμένες συνθήκες μιας ολόκληρης πορείας. Απ' αυτή τη σκοπιά θα προσεγγίσουμε το ζήτημα.
Απ' τη θολή στρατηγική και το μεταρρυθμισμό ως τη συγκυβέρνηση
Εξετάζοντας την πορεία της Αριστεράς την περίοδο της μεταπολίτευσης, πρέπει να επισημάνουμε ότι οι βασικοί ιδεολογικοπολιτικοί προσανατολισμοί της δεν δημιουργήθηκαν τότε αλλά προϋπήρχαν από πολύ πριν. Η εξέταση όμως όλης της προηγούμενης πορείας και των αιτιών (εσωτερικών και διεθνών) που επέβαλαν αυτούς τους προσανατολισμούς υπερβαίνει κατά πολύ τις δυνατότητες αυτού του άρθρου. Ξεκινάμε όμως την περιγραφή αυτών των προσανατολισμών από το 1974 γιατί με την επάνοδο της αστικής δημοκρατίας και τις διαδικασίες ανασυγκρότησης των κομμάτων, αυτοί οι προσανατολισμοί διακρίνονται πιο καθαρά.
Παρακολουθώντας όλη αυτή την περίοδο θα πρέπει να σταθούμε κυρίως στο ΚΚΕ λόγω της πολιτικής και οργανωτικής του δύναμης αλλά και εξαιτίας του ότι δεν υπήρχε άλλη ολοκληρωμένη πολιτική γραμμή. Στην πράξη ο χώρος που ονομάζεται ανανεωτική Αριστερά, σύμφωνα με την τρέχουσα πολιτική ορολογία αποτελούσε την επισημοποίηση του μεταρρυθμισμού και της σοσιαλδημοκρατικοποίησης.
Η βασική γενική παρατήρηση, με βάση τα ντοκουμέντα των συνεδρίων και τη δράση του ΚΚΕ, σε όλη αυτή την περίοδο, είναι ότι υπάρχει απόσταση της διακήρυξης πίστης στο μαρξισμό – λενινισμό και στο πρόγραμμα του Κόμματος, και απόσταση προγράμματος και τακτικής με τη διολίσθηση σε όλο και πιο δεξιές θέσεις. Σ' όλα τα προγραμματικά ντοκουμέντα αυτής της περιόδου διακρίνουμε μια σειρά από ιδεολογικά στερεότυπα που καμία σχέση δεν είχαν με τη θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού και που είχαν ως αποτέλεσμα να μεταθέτουν στο αόριστο μέλλον την υπόθεση της σοσιαλιστικής επανάστασης και την υποχρέωση του ΚΚΕ να υπηρετεί με τη δράση του στο σήμερα αυτό το στρατηγικό στόχο και να προετοιμάζεται γι αυτόν. Τα βασικότερα τέτοια στερεότυπα είναι : η αντιμετώπιση της εξάρτησης της Ελλάδας απ' τον ιμπεριαλισμό ως κάτι που επιβάλλεται απ' έξω, η θεωρία του στρεβλού τύπου της μεταπολεμικής ανάπτυξης, η θεωρία της προστασίας της εθνικής παραγωγικής βάσης και του εθνικού πλούτου σε συνδυασμό με διάφορες θεωρίες περί προοδευτικής ανάπτυξης, ανάπτυξης νέου τύπου κλπ.
Ας δούμε τώρα πολύ συνοπτικά πως επέδρασαν αυτές οι θεωρίες στη διαμόρφωση της στρατηγικής και τακτικής του ΚΚΕ. Στο τροποποιημένο πρόγραμμα του 10ου Συνεδρίου υπάρχει από τη μια η διαπίστωση “στη χώρα μας υπάρχουν οι βασικές αντικειμενικές – υλικές προϋποθέσεις για το πέρασμα στο σοσιαλισμό”. Όμως πιο κάτω υπάρχει άλλη μια διαπίστωση“ η αντίθεση που κυριαρχεί στη χώρα μας είναι η αντίθεση ανάμεσα στη ντόπια μονοπωλιακή ολιγαρχία και τον ιμπεριαλισμό, πρώτα απ' όλα τον αμερικάνικο, από τη μια μεριά και σ' όλες τις άλλες κοινωνικές τάξεις, στρώματα και ομάδες, τη συντριπτική πλειοψηφία του έθνους, από την άλλη”. Με βάση αυτή τη διαπίστωση ο χαρακτήρας της επανάστασης στην Ελλάδα χωρίζεται σε δύο στάδια με το πρώτο να ονομάζεται “δημοκρατία του λαού” να είναι ο “άμεσος στρατηγικός σκοπός του ΚΚΕ”.
Στην πολιτική πρακτική του κόμματος την ίδια περίοδο τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα με την τακτική της υπεράσπιση και ανάπτυξης της υλικής βάσης του ελληνικού καπιταλισμού και της εθνικής συσσώρευσης. Έτσι έχουμε τις προτάσεις για “εκσυγχρονισμό και ανάπτυξη” τομέων της οικονομίας, διαμαρτυρίες για την αποβιομηχάνιση και αναλύσεις για τη στρατηγική της εθνικής ανάπτυξης. Εδώ πρέπει να πούμε ότι αυτές οι πρακτικές και αντιλήψεις δεν χαρακτήριζαν μόνο το ΚΚΕ αλλά και τη μεγάλη πλειοψηφία των μικρών αριστερών ομάδων. Απλά στο ΚΚΕ βλέπει κανείς πιο καθαρά λόγω του μεγέθους του σε τι ρεφορμιστική πολιτική οδηγούσαν. Μέσα σ' όλη αυτή τη διαδικασία, γίνεται πλειοψηφία στο Κόμμα εκείνη η μερίδα μελών και στελεχών που αισθάνονται σαν βαρίδι ακόμα κι αυτό το πρόγραμμα του κόμματος παρά τις στρατηγικές υποχωρήσεις που περιείχε γιατί ήταν μη πραγματοποιήσιμο ως σύνολο στόχων με μεταρρυθμίσεις στα πλαίσια του συστήματος.
Έτσι στο 11ο Συνέδριο έχουμε την προσθήκη μιας νέας φάσης πριν από τα δύο στάδια της επανάστασης, της “πραγματικής αλλαγής”, αργότερα της “αλλαγής με κατεύθυνση το σοσιαλισμό” που επισημοποιούσαν το μεταρρυθμισμό και εισήγαγαν το στόχο του κυβερνητισμού στην πολιτική του Κόμματος. Το Κόμμα μπήκε στη λογική των “προοδευτικών συμμαχιών” και της κυβερνητικής λύσης μέσα από την προσέγγιση με τη σοσιαλδημοκρατία. Έτσι μπήκαν μπροστά τα σχέδια για τη δημιουργία του Συνασπισμού της Αριστεράς σαν ένας άμεσος δρόμος για την ενεργή εμπλοκή του ΚΚΕ στη διαχείριση του συστήματος. Τα υπόλοιπα ήρθαν σαν φυσικό επακόλουθο. Ήταν ζήτημα χρόνου να πέσει και το τελευταίο κάστρο. Δηλαδή το ΚΚΕ, που είχε μια κριτική στάση απέναντι στη διαχείριση του συστήματος, να συμμετάσχει σε αστικές κυβερνήσεις μόλις η αστική τάξη το χρειάστηκε στο όνομα της κάθαρσης.
Τελειώνοντας θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε ότι όλο αυτό το διάστημα υπήρχαν και διανοούμενοι μέσα στις γραμμές του Κόμματος που παρουσίασαν έργο σε μια σειρά ζητήματα απ' τη σκοπιά του μαρξισμού, όπως και πολλά στελέχη και μέλη του κόμματος, σε μια σειρά χρονικές στιγμές με αποκορύφωμα το 89 – 90 που προσπάθησαν να αντιταχθούν σ' αυτή την πορεία απ' την πλευρά της υπεράσπισης της υπόθεσης της εργατικής τάξης. Όμως όλες οι φιλότιμες προσπάθειες ήταν αποσπασματικές, ανεπαρκείς θεωρητικά και πολιτικά, γι αυτό´ αδυνατούσαν να διαχωριστούν ολοκληρωμένα από τον οπορτουνισμό. Σε τελική ανάλυση ήταν δυστυχώς στοιχεία στην ιδεολογικοπολιτική υστέρηση της ιστορικής περιόδου.
Επιστρέφοντας τώρα στο σήμερα εκείνο που έχει σημασία κατά τη γνώμη μας 20 χρόνια μετά, δεν είναι να διερευνήσουμε το κατά πόσο η Αριστερά παίζει «έντιμα» στο αστικό πολιτικό σκηνικό ή όχι (άλλωστε τέτοια εντιμότητα υπάρχει μόνο στα μυαλά διάφορων ηθικολόγων απολογητών της αστικής δημοκρατίας). Για μας το ζήτημα είναι το κατά πόσο ένα κομμάτι έστω της Αριστεράς – και συγκεκριμένα αυτό που έχει κομμουνιστική αναφορά – έχει αποκτήσει ουσιαστική σχέση με τον επιστημονικό σοσιαλισμό, κατά πόσο έχει κάνει βήματα στην κατεύθυνση επαναδιατύπωσης επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής, στη βάση μιας επιστημονικής ανάλυσης της σύγχρονης πραγματικότητας στην Ελλάδα και τον κόσμο. Κατά πόσο έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις (ιδεολογικές, πολιτικές, οργανωτικές) για την ύπαρξη ενός επαναστατικού φορέα της εργατικής τάξης. Μια τέτοια Αριστερά όχι απλά δεν θα την επιβραβεύουν με «φιλοδωρήματα» οι αστοί αλλά θα την πολεμούν λυσσαλέα με όποιο τρόπο μπορούν. Αλλά επ’ αυτού θα επανέρθουμε σε άρθρο επόμενου φύλλου.
ΥΓ1: πιο αναλυτικά για το ζήτημα α) περιοδικό “Αριστερή Ανασύνταξη” τεύχος 4-5, Γιώργου Κωσταντακόπουλου “Η Αριστερά της ήττας 74 – 94” β) ο.π. τεύχος 9, Αγγελικής Ξύδη “ΟΙ περιπέτειες της στρατηγικής για το σοσιαλισμό από το 10ο ως το 15ο συνέδριο του ΚΚΕ”
ΥΓ2: μεγάλη σημασία για τη φυσιογνωμία της Αριστεράς αυτή την περίοδο που αδυνατούμε να αναπτύξουμε σ' αυτό το άρθρο είναι και η αντίληψη που είχε για τα ζητήματα της επανάστασης, της δικτατορίας του προλεταριάτου, της μεταβατικής περιόδου, του σοσιαλισμού–κομμουνισμού. Απλά θα αναφέρουμε ότι η αντίληψη αυτή κατά τη γνώμη μας είναι ξένη προς τον επιστημονικό σοσιαλισμό και ότι το ΚΚΕ ποτέ δεν απαλλάχτηκε από την καουτσκική αντίληψη γι αυτά τα ζητήματα.
Κώστας Καλέτζης



