Πάγωμα των κυβερνητικών μεθοδεύσεων για τα Κ.Ε.Σ.
Πάγωμα των κυβερνητικών μεθοδεύσεων για τα Κ.Ε.Σ.
Στις εκλογικές καλένδες φαίνεται πως μετατέθηκε η επιχειρούμενη αδειοδότηση των Κ.Ε.Σ. και η αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων στους αποφοίτους των κολεγίων.
Η κυβέρνηση αξιοποιώντας την πίεση που δέχεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (επιβολή προστίμων) αποφάσισε να επισπεύσει τις διαδικασίες για την ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη με την έκδοση σχετικού προεδρικού διατάγματος.
Στο πλαίσιο αυτό, το Υπουργείο Παιδείας προχώρησε μέσα στον Αύγουστο στην αδειοδότηση σαράντα κολεγίων χωρίς να τα υποβάλει προηγουμένως σε έλεγχο των ακαδημαϊκών τους χαρακτηριστικών. Πιο συγκεκριμένα, από τη διαδικασία αξιολόγησης εξέλιπε κάθε έλεγχος του προγράμματος σπουδών, των ακαδημαϊκών προσόντων των διδασκόντων και των υλικοτεχνικών υποδομών των υλικοτεχνικών υποδομών των εκπαιδευτηρίων (κτιριολογική προδιαγραφή τα τριακόσια μέτρα!)
Αξίζει να σημειωθεί πως η σχεδιαζόμενη εξίσωση των Α.Ε.Ι. με τα κολέγια παρακάμπτει την συνταγματική απαγόρευση του άρθρου 16. Παρ’ όλα αυτά το Δ.Ε.Κ. επιδιώκοντας να διευκολύνει την ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η απαγόρευση αυτή μπορεί να αρθεί εφόσον τα κολέγια δεν εντάσσονται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά στο εκπαιδευτικό σύστημα των κρατών στα οποία εδρεύουν τα πανεπιστήμια με τα οποία έχουν συμβληθεί (συμβάσεις δικαιόχρησης – franchising). Επιπρόσθετα, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σημειώνει πως το ελληνικό δημόσιο διατηρεί μόνο το δικαίωμα ελέγχου της αντιστοίχησης των σπουδών μεταξύ των ελληνικών εκπαιδευτηρίων και των μητρικών τους ξένων. Η ελληνική κυβέρνηση υπακούοντας στα κελεύσματα της Ε.Ε. φαίνεται πως υποβίβασε τη διαδικασία αξιολόγησης με στόχο να διευκολύνει την άμεση μετατροπή των κολλεγίων σε ιδιωτικά πανεπιστήμια.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε την άμεση αντίδραση του καθηγητή Φορτσάκη – Προέδρου του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών- ο οποίος, αν και ακραιφνής εκπρόσωπος της αναγνώρισης των Κ.Ε.Σ., αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την Επιτροπή Αξιολόγησης απονομιμοποιώντας τη διαδικασία και καταγγέλλοντας τον εξόφθαλμα κερδοσκοπικό προσανατολισμό της.
Τα κυβερνητικά σχέδια όμως προσέκρουσαν και στο ανάχωμα της Π.Ο.Σ.Δ.Ε.Π., η οποία απείλησε πως θα προσφύγει στο Σ.τ.Ε. με στόχο να μπλοκαριστεί ακόμη και η εγγραφή νέων σπουδαστών. Οι μεγαλόστομες εξαγγελίες της Π.Ο.Σ.Δ.Ε.Π. παρότι περιορίστηκαν στα στενά όρια των θεσμικών πρωτοβουλιών και της αστικής νομιμότητας, ανέδειξαν τη γενικευμένη αντίθεση της ακαδημαϊκής κοινότητας απέναντι στην πολιτική της ιδιωτικοποίησης, η οποία αποτελεί πάγιο αίτημα του ευρωενωσιακού κεφαλαίου και της ελληνικής αστικής τάξης.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αναδιπλωθεί αναστέλλοντας τη διαδικασία αξιολόγησης επικαλούμενη ως αιτία την ελλιπή συγκρότηση της Επιτροπής Αξιολόγησης μετά την αποχώρηση των δύο μελών Δ.Ε.Π.
Είναι σαφές ότι η ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της εκπαιδευτικής αλλά και της εργασιακής αναδιάρθρωσης. Η επαγγελματική ισοτίμηση των Α.Ε.Ι. με τα κέντρα ελευθέρων σπουδών θα συντείνει νομοτελειακά στην υποβάθμιση του δημοσίου πανεπιστημίου, ενώ ο ανταγωνισμός που θα προκύψει θα αναγκάσει τα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα να λειτουργήσουν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Ως εκ τούτου, οι πολυετείς και πολυδάπανες σπουδές των αποφοίτων θα καταλήγουν σε πτυχία «κουρελόχαρτα», διαβατήρια για την εργασιακή τους περιπλάνηση.
Με αυτό τον τρόπο, θα αποκτήσει σάρκα και οστά το ευρωενωσιακό αρχέτυπο του ευέλικτου και φθηνού εργαζομένου που θα είναι έρμαιο στην καπιταλιστική εκμετάλλευση. Η αλληλεξάρτηση της οδηγίας για τα Κ.Ε.Σ. με την οδηγία Μπολκενστάιν είναι προφανής. Σηματοδοτεί την περαιτέρω υπαγωγή του εκπαιδευτικού συστήματος στην αγορά εργασίας, στους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης που καθορίζονται με βάση τις ανάγκες της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Αναγκαία συνθήκη, άλλωστε, της συσσώρευσης κεφαλαίου ιδιαίτερα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης είναι η διαμόρφωση μιας στρατιάς αποφοίτων που θα αποτελεί φθηνό εργατικό δυναμικό, με αμφίβολα πιστοποιητικά σπουδών τα οποία δεν θα αντανακλούν επιστημονική μόρφωση αλλά μια στείρα συρραφή αποσπασματικών γνώσεων και ελλιπών καταρτίσεων.
Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε, άλλωστε, ότι και οι δύο οδηγίες βρίσκουν νομικό έρεισμα στη Συνθήκη του Μάαστριχτ που διακηρύσσει τις περίφημες ελευθερίες κίνησης γνώσεων, εμπορευμάτων και εργατικού δυναμικού. Ελευθερίες που καταλήγουν στην ελευθερία εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.
Όσο απαισιόδοξο κι αν φαίνεται η εμπορευματοποίηση και εντατικοποίηση της εκπαίδευσης, η δημιουργία ενός πανεπιστημίου – επιχείρηση είναι ταυτόσημη με της επαναφορά του εργασιακού μεσαίωνα που περιμένει τους αυριανούς αποφοίτους τόσο των δημοσίων πανεπιστημίων όσο και των Κ.Ε.Σ. Μένει στο φοιτητικό κίνημα να αντιτάξει στις νεοφιλελεύθερες στρατηγικές της αστικής τάξης ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα πάλης που θα στέκεται μαχητικά και διεκδικητικά απέναντι στην εκπαιδευτική αναδιάρθρωση και θα συνδέεται άμεσα με τους αγώνες της εργατικής τάξης. Η ουσιαστική σύνδεση και ενότητα του φοιτητικού και του εργατικού κινήματος θα ανάδειξη ένα κρίσιμο πολιτικό επίδικο. Την ανάγκη διεύρυνσης της πάλης ενάντια στην εκπαιδευτική αναδιάρθρωση με ένα μεταβατικό επαναστατικό πρόγραμμα που θα βάζει στην ημερήσια διάταξη τον απελευθερωτικό αγώνα της εργατικής τάξης.



