Σχόλια για τη διεθνή επικαιρότητα (φ.29)
Αφγανιστάν: Εκλογές φιάσκο και πόλεμος χωρίς τέλος
Για δεύτερη φορά πραγματοποιήθηκαν εθνικές εκλογές στο Αφγανιστάν, μετά την στρατιωτική επέμβαση και ουσιαστικά κατοχή της χώρας από ΗΠΑ και ΝΑΤΟ. Η διαδικασία διενεργήθηκε στις 20 Αυγούστου και κύριοι αντίπαλοι υπήρξαν οι Χαμίντ Καρζάι (σημερινός πρόεδρος της χώρας) και Αμπντουλάχ Αμπντουλάχ (πρώην υπουργός εξωτερικών του Καρζάι). Δύο υποψήφιοι δηλαδή που η πολιτική τους εγκρίνεται γενικά από τις κατοχικές δυνάμεις. Οι εκλογές μπορούν άνετα να χαρακτηριστούν φιάσκο, μιας και οι καταγγελίες για εκτεταμένη νοθεία, είναι εκατοντάδες. Χαρακτηριστικό του κλίματος, ήταν οι απειλές των Ταλιμπάν για επιθέσεις σε εκλογικά τμήματα και τιμωρία όσων προσέρχονταν στις κάλπες και η απαγόρευση από το καθεστώς Καρζάι της δημοσιογραφικής μετάδοσης τέτοιων ενεργειών κατά την 20η Αυγούστου. Τελικά αποτελέσματα δεν έχουν ανακοινωθεί μέχρι στιγμής και αυτό δεν αναμένεται να γίνει πριν την πάροδο τουλάχιστον δύο ακόμα μηνών όπως ανακοίνωσε η ,κατ ' όνομα μόνο, “Ανεξάρτητη Εκλογική Επιτροπή”. Διάστημα που σίγουρα θα εκμεταλλευθούν οι ΗΠΑ για παρασκηνιακές διεργασίες αναφορικά με την μετεκλογική πολιτική κατάσταση. Μέχρι στιγμής τα ανακοινώσιμα αποτελέσματα, που λίγη αξιοπιστία φέρουν, δείχνουν τον Καρζάι να προηγείται με 54,1 % και τον Αμπντουλάχ να συγκεντρώνει 28,3%. Αυτό σημαίνει ότι απομακρύνεται ο δεύτερος γύρος.
Αυτές οι αποτυχημένες εκλογές αποτελούσαν στην πραγματικότητα μια από τις τελευταίες ευκαιρίες ΗΠΑ και ΝΑΤΟ για να ξεκολλήσουν από το τέλμα στο Αφγανιστάν. Αν και ο στρατός ΗΠΑ και συμμάχων μετρά πάνω από 100.000 στρατιώτες, το 2009 ήταν το πιο βαρύ σε απώλειες δυνάμεων για αυτούς αφού σκοτώθηκαν 329 άτομα. Φυσικά τα διάφορα περιστατικά βίας που συμβαίνουν καθημερινά στην χώρα ανεβάζουν τα θύματα του διαρκούς αυτού πολέμου σε δεκάδες χιλιάδες. Οι Ταλιμπάν εμφανίζονται στρατιωτικά και κοινωνικά ενισχυμένοι, με τον αποδυναμωμένο Καρζάι να στηρίζεται σε συμμαχία με διάφορους τοπικούς πολέμαρχους και τις ΗΠΑ να εξετάζουν τον διάλογο με “μετριοπαθείς” Ταλιμπάν. Η δυσχερής θέση των κατοχικών δυνάμεων ενισχύεται από την απόρριψη της παραμονής στρατευμάτων στο Αφγανιστάν από την πλειοψηφία των πολιτών σε ΗΠΑ και Βρετανία, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, και τη διογκούμενη διαμαρτυρία σε χώρες όπως η Γερμανία. Ο πρόσφατος βομβαρδισμός του ΝΑΤΟ με δεκάδες νεκρούς αμάχους ανέδειξε τα εκρηκτικά αδιέξοδα του πολέμου. Οι φωνές για αλλαγή στρατηγικής από Αμερικανούς στρατηγούς αυξάνουν όπως και οι πιέσεις σε σύμμαχες χώρες για εντονότερη παρουσία τους στο Αφγανιστάν. Αυτό συνέβη και με την πρόσφατη επίσκεψη του νέου γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ σε Ελλάδα και Τουρκία. Μάλιστα η Ελλάδα αναμένεται να αναλάβει την διοίκηση του αεροδρομίου της Καμπούλ το 2010. Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι η “εξαγωγή” δημοκρατίας στο Αφγανιστάν μέσω της ιμπεριαλιστικής επέμβασης μόνο σαν τραγικό ανέκδοτο μπορεί να ακουστεί. Ο τερματισμός του πολέμου και η απόσυρση κάθε ελληνικής δύναμης από την περιοχή πρέπει να είναι η προμετωπίδα του αντιπολεμικού κινήματος.
Αναταράξεις στο Ιράν
Οι εκλογές της 12ης Ιουνίου στο Ιράν και οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις που επακολούθησαν έφεραν στο προσκήνιο τις αντιθέσεις στο εσωτερικό του ιρανικού καθεστώτος. Η νίκη του νυν προέδρου Αχμαντινετζάντ (επίσημα αποτελέσματα: 62.63% υπέρ του,33.75% Μουσαβί 85% συμμετοχή), εκφραστή της “σκληρής”, φονταμενταλιστικά ισλαμιστικής -αντιαμερικανικής πτέρυγας καθώς και της πλειοψηφίας των εργατικών μαζών, αμφισβητείται έντονα από τον αντίπαλο του Μουσαβί, εκφραστή του αστικού εκσυγχρονισμού και του “μετριοπαθούς” ανοίγματος προς την Δύση. Ο Αχμαντινετζάντ (σύμμαχος με τον αγιατολάχ Χαμενεϊ) κατηγορήθηκε από την αντιπολίτευση για εκτεταμένη νοθεία στις εκλογές και το αντιπολιτευτικό μπλοκ αποτελούμενο από τον Μουσαβί, τον πρώην πρόεδρο Χαταμί τον αγιατολάχ Ραφσατζανί και έναν ακόμη προεδρικό υποψήφιο, τον Καρουμπί, κάλεσε σε διαδηλώσεις εναντίον της κυβέρνησης οι οποίες πραγματοποιήθηκαν επί ημέρες μετά τις εκλογές με κύριο νεύρο τους την νεολαία και τους φοιτητές. Ακόμη κάλεσε σε δημοψήφισμα για την αποδοχή ή μη της κυβέρνησης. Η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν η σκληρή καταστολή των συγκεντρωμένων, με νεκρούς ανάμεσα στις τάξεις τους. Επίσης το καθεστώς προσπάθησε να αποφύγει τη δημοσιογραφική κάλυψη των γεγονότων, απαγόρευσε διαδηλώσεις και καταγγέλθηκε από την αντιπολίτευση για βασανισμό διαδηλωτών. Στην συνέχεια διοργάνωσε εντυπωσιακές δίκες για τους υποκινητές των ταραχών και προχώρησε σε αποπομπή ξένων διπλωματών στο πλαίσιο του σεναρίου για “ξένο δάκτυλο” στη χώρα. Για αυτή την αντίδραση δεν μπορεί να αποκλείσει κανείς την μεγαλοποίησή της από τα δυτικά ΜΜΕ ωστόσο οι πολυπληθείς συγκεντρώσεις αποτελούν ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός. Οι αντιδράσεις στελεχώθηκαν κυρίως από τα πιο εύπορα στρώματα και τους φοιτητές, οι οποίοι ζητούν μια φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος και την προώθηση αστικών μεταρρυθμίσεων σε οικονομία και κοινωνία. Οι μεγάλες λαϊκές μάζες δεν υποστήριξαν τις διαδηλώσεις αυτές συντασσόμενες με την πλευρά Αχμαντινετζάντ. Διοργάνωσαν μάλιστα φιλοκυβερνητικές διαδηλώσεις. Ο Αχμαντινετζάντ, ο οποίος έχει προχωρήσει σε αυξήσεις μισθών κατά την διάρκεια της θητείας του, τελικά προχώρησε στη συγκρότηση της νέας κυβέρνησης και ο Μουσαβί στην διακήρυξη του κινήματος “Πράσινος δρόμος για την ελπίδα”. Σε διπλωματικό επίπεδο, ΗΠΑ και Ε.Ε. σίγουρα επιθυμούσαν μια νίκη της αντιπολίτευσης, αλλά τήρησαν μια προσεκτική στάση στον σχολιασμό των γεγονότων για να μην υποδαυλίσουν τα αντιδυτικά αντανακλαστικά των Ιρανών.
Η στάση απέναντι στα γεγονότα μιας κομμουνιστικής-αντιϊμπεριαλιστικής δύναμης πρέπει να έχει δύο μέτωπα: Απέναντι και στις αστικές φιλοδυτικές ελίτ της χώρας αλλά απέναντι και στην θεοκρατική-υπερσυντηρητική ιδεολογία που κυριαρχεί στο Ιράν σήμερα. Το ισχυρό αντιαμερικανικό και αντι-σιωνιστικό αντίβαρο του Ιράν στην πολύπαθη Μέση Ανατολή που βρίσκεται στο στόχαστρο ΗΠΑ και Ε.Ε. (αναθερμάνθηκαν πρόσφατα και οι πιέσεις εναντίον του πυρηνικού του προγράμματος) δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για τη δικαιολόγηση της θεοκρατίας, η οποία κρατάει σε παρανομία ακόμη και τα εργατικά συνδικάτα. Ισχυρή ιρανική αριστερά δεν υπάρχει για να επιβάλλει τέτοιες λύσεις. Η προοπτική δεν μπορεί να είναι πάντως άλλη από ένα σοσιαλιστικό Ιράν, σε αντίστοιχη συνένωση με τους καταπιεζόμενους λαούς της περιοχής, ενάντια σε καπιταλισμό και θεοκρατία.
Στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ονδούρα
Στις 28 Ιουνίου έλαβε χώρα στρατιωτικό πραξικόπημα (το πρώτο μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ στην Λατινική Αμερική) στην Ονδούρα ανατρέποντας τον Μανουέλ Σελάγια, ο οποίος εξελέγη πρόεδρος το 2006. Ο Σελάγια μεταφέρθηκε από τον στρατό αρχικά στην Κόστα Ρίκα, απαγορεύοντας του κάθε προσπάθεια για επιστροφή. Η αφορμή για το πραξικόπημα ήταν η πρόθεση του Σελάγια να διενεργήσει δημοψήφισμα την 28η Ιουνίου με το οποίο θα επιτρεπότανε η ανανέωση της προεδρικής θητείας μετά τις προγραμματισμένες εκλογές του Νοεμβρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αυτή την πρόταση δίνοντας άλλοθι στους πραξικοπηματίες να προχωρήσουν στο σχέδιό τους. Πρόεδρος ορίστηκε ο επικεφαλής του Κογκρέσου, Μιτσελέτι. Σε αυτήν την χώρα όπου περίπου ο μισός πληθυσμός ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, ο Σελάγια είχε λάβει κάποια φιλολαϊκά μέτρα, παρά το ότι ο ίδιος προέρχεται από οικογένεια μεγαλογαιοκτημόνων και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί “αριστερός”. Μέτρα όπως 60% αυξήσεις μισθών, σύγκρουση με τους ολιγάρχες και ,στην εξωτερική πολιτική, προσέγγιση με τον Τσάβες μέσω της ένταξης στην ALBA (Μπολιβαριανή Εναλλακτική για την Αμερική). Μεγάλες διαδηλώσεις υπέρ του Σελάγια ξέσπασαν αμέσως μετά την ανατροπή του και συγκροτήθηκε το ¨Μέτωπο Αντίστασης στο πραξικόπημα της 28ης Ιουνίου”. Η αριστερά και τα συνδικάτα παίζουν βασικό ρόλο σε αυτό το Μέτωπο. Η καταστολή της χούντας απέναντι στις κινητοποιήσεις ήτανε ανάλογα σκληρή και σημειώθηκαν δολοφονίες ηγετών των διαμαρτυριών. Σε διπλωματικό επίπεδο ΗΠΑ, Ε.Ε., ΟΗΕ και Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών αξίωσαν την επιστροφή του νόμιμου προέδρου Σελάγια, ωστόσο οι ΗΠΑ δεν υιοθέτησαν έντονη ρητορική εναντίον της χούντας ούτε απείλησαν με ουσιαστικά μέτρα εναντίον της, όπως κάνουν όταν πρόκειται για επιβολή των συμφερόντων τους σε πολλές γωνιές της πλανήτη. Δεκτή έγινε από τις ΗΠΑ π.χ η πρόταση του προέδρου της Κόστα Ρίκα για αμνήστευση των χουντικών και διεξαγωγή εκλογών, κάτι που απέρριψε ο Σελάγια. Σίγουρα η “φιλία” του τελευταίου με τον Τσάβες ενοχλεί την , υποτίθεται “διαλλακτικότερη” , νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ. Οι διαδηλώσεις πάντως συνεχίζονται, με όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά.
Σε άλλες εξελίξεις στην Λ.Αμερική , η Κολομβία παρέδωσε επτά στρατιωτικές βάσεις στο έδαφός της στις ΗΠΑ ενώ στο Περού μεγάλη νίκη πέτυχαν οι ιθαγενείς Ινδιάνοι ενάντια στα σχέδια της κυβέρνησης Γκαρσία να παραδώσει μεγάλο μέρος του περουβιανού Αμαζονίου σε πολυεθνικές εταιρίες πετρελαίου και φυσικού αερίου. Υπήρξαν δεκάδες νεκροί στις διαδηλώσεις και υποστήριξη του πολύμηνου αγώνα και στα αστικά κέντρα.
Αντικομμουνιστική υστερία
Μετά το κατάπτυστο Αντικομμουνιστικό Μνημόνιο του Συμβουλίου της Ευρώπης το 2006 ένα αντίστοιχο ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου στις 4/4, ήρθε και η κοινοβουλευτική συνέλευση του ΟΑΣΕ στις 3/7 να προχωρήσει στην εξίσωση ουσιαστικά ναζισμού-κομμουνισμού ζητώντας να καθιερωθεί η 23η Αυγούστου (συμβολικά είναι η ημέρα υπογραφής του γερμανοσοβιετικού συμφώνου το '39) ως “ημέρα μνήμης” για τα έργα και τις ημέρες ταυτόχρονα ναζισμού και σταλινισμού, εξομοιώνοντας ανιστόρητα τον ρόλο χιτλερικής Γερμανίας και ΕΣΣΔ κατά τον ιμπεριαλιστικό Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι διάφοροι ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί επιθυμούν έτσι το αντιεπιστημονικό ξαναγράψιμο της Ιστορίας, μέσω της χρησιμοποίησης της έννοιας του “ολοκληρωτισμού” για τα δύο αντίθετα κοινωνικο-οικονομικά συστήματα (φασισμός-κομμουνισμός) . Η συνεισφορά και νίκη του σοβιετικού λαού, της ΕΣΣΔ και του αντιφασιστικού κινήματος απέναντι στο μαύρο μέτωπο του φασισμού είναι γνωστή και δεν “σβήνει” με ψηφίσματα. Η διαστρέβλωση της Ιστορίας για ιδεολογικούς σκοπούς στην προκειμένη περίπτωση έρχεται να ταυτίσει και τον κομμουνισμό με τον σταλινισμό, προσφέροντας μια ακόμη παραχάραξη. Τα σχέδια τους δεν πρέπει να περάσουν.
Γερμανία: άνοδος της ρεφορμιστικής αριστεράς
Οι περιφερειακές εκλογές στις 30/8 σε τρία κρατίδια της Γερμανίας (Σάαρ, Θουριγγία, Σαξωνία) ανέδειξαν τον σχηματισμό της ρεφορμιστικής αριστεράς die Linke (“Αριστερά”) ως τον μεγάλο κερδισμένο και ως χαμένο το χριστιανοδημοκρατικό CDU της Μέρκελ. Αναλυτικότερα στο Σάαρ του Όσκαρ Λαφοντέν, η Αριστερά έλαβε 21,3% από 2,3 % το 2004 και στην Θουριγγία 27,4%. Και στις δύο αυτές περιοχές το CDU έχασε την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία που κατείχε προηγουμένως (34,5% και 31,2% αντίστοιχα σήμερα). Στην Σαξωνία η Αριστερά υποχώρησε ελαφρά στο 20,6% και το CDU επίσης στο 40,2%. Οι Φιλελεύθεροι στις εκλογές βελτίωσαν κατά πολύ τα ποσοστά τους. Οι Πράσινοι σημείωσαν άνοδο ενώ το σοσιαλδημοκρατικό SPD είδε αμελητέα βελτίωση στα κάκιστα ποσοστά του. Τώρα στο Σάαρ και την Θουριγγία η Αριστερά προαλείφεται για συγκυβέρνηση κυρίως με το SPD, φανερώνοντας τον χαρακτήρα της ως κόμμα πίεσης “από τα αριστερά” στην σοσιαλδημοκρατία και όχι ως σχηματισμός ρήξης με τον καπιταλισμό και την κυβερνητική διαχείριση. Πάντως οι εκλογές σε κεντρικό ομοσπονδιακό επίπεδο στις 27/9 αποκτούν νέο ενδιαφέρον με την σταθερότητα του Μεγάλου Συνασπισμού CDU/SPD να κλονίζεται.
Αλλαγή σκυτάλης στην Ιαπωνία
Μια από τις πολιτικές παρενέργειες της κρίσης είναι και η αλλαγή κυβέρνησης στην δεύτερη οικονομία στον κόσμο, την Ιαπωνία. Μετά από σχεδόν 55 χρόνια αδιάλειπτης διακυβέρνησης από το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα, η εξουσία πέρασε στα χέρια του Δημοκρατικού Κόμματος, το οποίο υπόσχεται κάποια φιλολαϊκά μέτρα σε σχέση με την νεοφιλελεύθερη πολιτική που ακολουθήθηκε τα προηγούμενα χρόνια (ανεργία-ρεκόρ στο 5,7%). Το Δημοκρατικό κόμμα εξασφάλισε 308 από τις 480 έδρες της Κάτω Βουλής. Το Ιαπωνικό Κομμουνιστικό Κόμμα παρέμεινε στάσιμο με 9 έδρες.
Ρατσιστικός αντιμεταναστευτικός νόμος στην Ιταλία
Το επικίνδυνο φαινόμενο που εντείνεται και από την οικονομική κρίση είναι ο ρατσισμός ,οι διώξεις εναντίον των μεταναστών και των προσφύγων. Στην Ιταλία μάλιστα ο αντιμεταναστευτικός νόμος της ακροδεξιάς κυβέρνησης Μπερλουσκόνι-Λέγκας του Βορρά προβλέπει πρόστιμα έως 10.000 ευρώ στους μετανάστες που δε φέρουν τα απαραίτητα χαρτιά, ο χρόνος κράτησης φτάνει έως και τους 6 μήνες και επιβάλλεται φυλάκιση έως και τρία χρόνια σε όσους φιλοξενούν μετανάστες. Το μέτρο ωστόσο που θυμίζει την φασιστική περίοδο της χώρας είναι η θέσπιση “περιπολιών πολιτών” για την “ασφάλεια και την τάξη” μέσω ειδικών “ενώσεων εθελοντών”.



