Σχόλια πάνω στο συλλογικό άρθρο, δημοσιευμένο στο ΠΡΙΝ 8-2-09
Σύμφωνα με ετήσια έκθεση της VPRC για την κατάσταση των ελληνικών νοικοκυριών, μέσα στο 2008 προστέθηκαν άλλοι 570.00 ¨Έλληνες σ’ αυτούς που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας, φτάνοντας πλέον τον αριθμό των 2.120.408 ή το 24%. Η φτώχεια ακουμπάει περισσότερο τους αγρότες (36,2%) και τους συνταξιούχους ιδιαίτερα του ιδιωτικού τομέα (42%). Περίπου ένας στους δύο Έλληνες (46% ή 4.064.112) δεν είχαν τη δυνατότητα το 2008 να κάνουν έστω και μια εβδομάδα καλοκαιρινές διακοπές. 2.297.107 ή 26% δεν είναι σε θέση να τρώνε κρέας, κοτόπουλο ή ψάρι μία ή δύο φορές την εβδομάδα. Από την έρευνα προκύπτει ότι περίπου το 1/3 (34,5%) πιέζεται από κάρτες και δάνεια ενώ 3,1 εκατομμύρια δυσκολεύονται να πληρώσουν τους λογαριασμούς ηλεκτρικού, νερού κα. Για το 22% του πληθυσμού δηλαδή, δεν τους φτάνει ο μισθός ή η σύνταξη τους και προστρέχουν στην οικονομική βοήθεια της οικογένειας. Το γενικό συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι ότι υπάρχει απότομη και σημαντική χειροτέρευση των όρων διαβίωσης της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων και μάλιστα πριν η κρίση ακουμπήσει για τα καλά τη χώρα μας, που σημαίνει ότι τα χειρότερα έπονται.
Από συλλογικό άρθρο στελεχών του ΝΑΡ, δημοσιευμένο στο ΠΡΙΝ 8/2/09: «Σημαντικό χαρακτηριστικό της εξέγερσης ήταν και η υιοθέτηση των μαζικών πρακτικών βίας, ως αντι-βία απέναντι στη θεσμοθετημένη πολυεπίπεδη βία της αστικής εξουσίας. Η σύγκρουση φαντάζει όλο και περισσότερο ως φυσιολογική πρακτική του κινήματος όσο και η διαδήλωση και η κατάληψη. Πέρα από αυθόρμητη έκφραση οργής, αυτό αποτελεί και μια έμπρακτη κριτική προς όλες εκείνες τις συνηθισμένες «δομημένες», «οργανωμένες» και «περιφρουρημένες» μορφές αντίδρασης. Η συμβολική βία ήταν συστατικό στοιχείο του κινήματος, συγκροτούσε το «φαντασιακό» και τροφοδοτούσε το συμβολικό κόσμο της εξέγερσης (όπως φάνηκε χαρακτηριστικά στο μαζικό «πέσιμο» των μαθητών στα αστυνομικά τμήματα σε όλη την Ελλάδα, στη μαζική συμμετοχή νέων στα σπασίματα τραπεζιών και μαγαζιών, στο συμβολικό κάψιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρου κα. (…) η ανώτερη πολιτικοποίηση του εξεγερτικού κοινωνικού δυναμικού δεν μπορεί να γίνει με τους όρους του παρελθόντος : σωματείο – παράταξη – κόμμα ή μέτωπο – εκλογές – κόμμα. Η πολιτικοποίηση θα αναπτύσσεται όσο θα κατακτιούνται στην πράξη περιεχόμενα που θα ενοποιούν και θα βγάζουν μπροστά τις ανάγκες και τις επιθυμίες, άλλα κριτήρια και αξίες από αυτά της καταναγκαστικής εργασίας, της αγοράς και της κατανάλωσης, αντικρατικές και αντιεμπορευματικές πρακτικές και μορφές συλλογικότητας, αλληλεγγύης και πρακτικής οργάνωσης της ζωής. Περιεχόμενα και πρακτικές που θα σπάνε το μονοπώλιο του εμπορεύματος, της γνώσης, του πολιτισμού, της πληροφορίας. Που θα τείνουν να διαμορφώσουν έναν ολόκληρο εναλλακτικό αντικαπιταλιστικό τρόπο ζωής και πολιτισμό. (…) η εξέγερση έφερε στην επιφάνεια και βάθυνε το χάσμα ανάμεσα στις δυνάμεις της εργασίας και τον αστικοποιημένο συνδικαλισμό. Το χάσμα αυτό θα διευρυνθεί ακόμη περισσότερο, καθώς εν μέσω κρίσης αυτός ο συνδικαλισμός δεν μπορεί να κάνει ούτε τα στοιχειώδη για την υπεράσπιση της θέσης των εργαζομένων. Ήδη πληθαίνουν οι πρωτοβουλίες και οι μορφές ανεξάρτητης και αυτόνομης συγκρότησης, αναζήτησης άλλης οργάνωσης και άλλου περιεχομένου για το εργατικό κίνημα. Είναι μια μεγάλη ευκαιρία, επομένως, για να κοινωνικοποιηθεί μέσα σ’ αυτές τις αναζητήσεις η λογική του νέου εργατικού κινήματος, να συνδεθεί πρακτικά με τις προσπάθειες για αυτοοργάνωση, να προτείνει συγκεκριμένες μορφές και περιεχόμενα, ιδιαίτερα για τα νέα τμήματα της εργασίας. Για να προχωρήσει αυτή λογική και πρακτική πρέπει να συγκρουστεί με τη λογική και πρακτική της ομάδας πίεσης στο επίσημο συνδικαλιστικό κίνημα, που έχει όλη η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά. Πρέπει να δώσει πραγματική μάχη για την οργάνωση μορφών συγκρότησης για τη μεγάλη πλειοψηφία των εκτός συνδικαλισμού. Να αξιοποιήσει υπάρχοντα σωματεία και την προσπάθεια συντονισμού τους, αλλά όχι ως αποκλειστικό πεδίο και μάλιστα στο όνομα ενός «θεσμικού συνδικαλισμού» που αντιπαρατίθεται στην «αυτονομία». Κύριο μέτωπο αυτής της προσπάθειας πρέπει να είναι η μάχη για συνελεύσεις, επιτροπές βάσης, αυτοτελή ανάπτυξη αγώνων, ακόμα και απεργιών, πέρα, έξω και ενάντια στο πλαίσιο του αστικοποιημένου συνδικαλισμού.»
Από συνέντευξη της προέδρου και της αντιπροέδρου της ΠΕΚΟΠ στην εφημερίδα μας στο τεύχος Γενάρη : ΕΡΩΤ: Έχετε απευθυνθεί στο ΕΚΑ, για τα αιτήματά σας και σε ποια κατεύθυνση κινείται για το θέμα των ελαστικών μορφών εργασίας;
ΑΠΑΝ.: Βέβαια έχουμε απευθυνθεί. Υπάρχουν και άλλοι κλάδοι στους οποίους υπάρχουν τέτοιες σχέσεις. Πρέπει όλοι αυτοί να κάνουν κάτι για το ζήτημα. Πρέπει τα συνδικαλιστικά όργανα να κάνουν κάτι για το πρόβλημα, να σκύψουν πάνω στα προβλήματα των εργαζομένων που πρέπει να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Να πάνε ενωμένα και να κοιτάξουν τους εργαζόμενους. Και πρέπει κι εμείς οι ίδιοι δηλαδή, αν εκείνοι δε θέλουν, να τους επιβάλλουμε να το κάνουνε. Πρέπει οπωσδήποτε, οπωσδήποτε να πάρουν θέση και να έρθουν κοντά στον κόσμο και πρέπει από εδώ και πέρα, ότι κι αν έχει γίνει να αλλάξει αυτή η κατάσταση. Πρέπει όλοι μαζί, μαζί με τη ΓΣΕΕ, μαζί με το Εργατικό Κέντρο, μαζί με την Ομοσπονδία, όλοι να τρέξουμε να δούμε τι θα κάνουμε.
ΕΡΩΤ.: Θεωρείτε ότι μπορεί σήμερα να βγει μια απεργιακή κινητοποίηση γι’ αυτό το θέμα;
ΑΠΑΝ.: Δεν πρέπει να είμαστε απέναντι με κανέναν. Πρέπει να είμαστε όλοι μαζί, όλοι ενωμένοι να δούμε πως θα πιέσουμε για να αλλάξουν αυτά. Έτσι πρέπει και μόνο έτσι. Αυτό που θέλουν είναι να είμαστε διάσπαρτοι και τότε δε βγαίνει τίποτα. Εγώ αυτό βλέπω. Φτιάχνω τώρα μια επιτροπή αλληλεγγύης και κάνω το ένα και το άλλο, χάνομαι μέσα σε αυτά. Και οι άλλοι να είναι από εκεί και να τους πολεμάμε και αυτοί να πολεμάνε εμάς. Κάνουμε δηλαδή ένα παιχνίδι: πόλεμο στη ΓΣΕΕ και η ΓΣΕΕ με μας. Στις απεργίες πρέπει να πούμε: εδώ όλοι μαζί! Πρέπει να πάμε εκεί, με όσες διαφορές έχουμε που δεν τις αρνούμαστε, αλλά τις διαφορές θα τις λύσουμε εκεί. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που μπήκα μέσα στην κατάληψη της ΓΣΕΕ, δεν ήξερα τι ήταν εκεί, απλά μπήκα γιατί ήθελα να δω κάτι διαφορετικό, που δεν το είδα. Και τα έχω δει όλα μέσα σε ένα μήνα. Λοιπόν αυτό που λέω είναι: όλοι μαζί. Δεν γίνεται αλλιώς. Έχουνε καταφέρει το εργατικό κίνημα να είναι διάσπαρτο. Χάθηκε το παιχνίδι έτσι εντελώς.
Από τη μια ο γειωμένος τρόπος που τμήματα της εργατικής τάξης εντάσσονται στο κίνημα με βάση τα προβλήματα τους ενάντια στο κεφάλαιο. Από την άλλη «ο φαντασιακός κόσμος» της μικροαστικής αμφισβήτησης.



