Συμβούλια διοίκησης: Δούρειος Ίππος του μνημονίου στην εκπαίδευση

Συμβούλια διοίκησης: Δούρειος Ίππος του μνημονίου στην εκπαίδευση

Σε ναυάγιο φαίνεται πως καταλήγει η προσπάθεια εφαρμογής του νέου «νόμου πλαίσιο» στα πανεπιστήμια μιας και ματαιώθηκε η προγραμματισμένη εκλογή σε τέσσερα πανεπιστήμια (ΑΠΘ, Ιωαννίνων, Θεσσαλίας και Πελοποννήσου. Αιτία η μαζική αντίδραση των φοιτητικών συλλόγων στα συγκεκριμένα πανεπιστήμια, που έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα αντίθεσης στην εκπαιδευτική αναδιάρθρωση. Αντίθεση, η οποία μάλλον εκφράζει το σύνολο της πανεπιστημιακής κοινότητας. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στο Πάντειο Πανεπιστήμιο παραιτήθηκαν τα τρία από τα πέντε μέλη της εφορευτικής επιτροπής αντιδρώντας στις μεθοδεύσεις του Υπουργείου Παιδείας που επιχειρεί με πραξικοπηματικό τρόπο να επιβάλει το δικό του Μνημόνιο στην εκπαίδευση.

Το συμβούλιο διοίκησης είναι ίσως η πιο σημαντική τομή που επιχειρεί ο νόμος πλαίσιο στα πανεπιστήμια. Κι αυτό γιατί στην ουσία καταργεί το αυτοδιοίκητο λειτουργώντας ως βασικός πυλώνας της ιδιωτικοποίησης και της μεταβολής των πανεπιστημίων σε επιχειρήσεις. Με βάση το νέο νόμο, το συμβούλιο θα αποτελείται από 7 πανεπιστημιακούς, 6 εξωπανεπιστημιακούς και 1 φοιτητή που θα έχει μάλλον διακοσμητική και συμβολική παρουσία και που θα εκλέγεται βάσει ενιαίου ψηφοδελτίου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο νομοσχέδιο θα πρόκειται για εξωπανεπιστημιακά πρόσωπα «που έχουν διακριθεί στην κοινωνική, οικονομική, πολιτική ή πολιτιστική ζωή της χώρας». Απ’ ότι φαίνεται, δηλαδή, δεν αποκλείεται να δούμε και εκπρόσωπο της τρόικα σε συμβούλιο διοίκησης!

Το σίγουρο είναι ότι θεσμικά το συμβούλιο διοίκησης θα έχει χαρακτήρα «διευθυντηρίου» με τις υπερεξουσίες που του αναγνωρίζονται και η εκπαιδευτική του πολιτική θα καθορίζεται από managers, στελέχη επιχειρήσεων, τραπεζίτες, τεχνοκράτες και εγκάθετους της κυβέρνησης. Στην ουσία θα λειτουργεί ως ο σκληρός βραχίωνας της μνημονιακής πολιτικής και ως το μακρύ χέρι της κυβέρνησης στα πανεπιστήμια. Το μοντέλο το οποίο καλείται να υλοποιήσει ο νέος θεσμικός φορέας δεν είναι άλλο παρά αυτό που οραματίσθηκαν οι συντάκτες της σύμβασης της Μπολόνια. Μιας σύμβασης που μετατρέπει τα πανεπιστήμια σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. σε ιδιωτικά παραμάγαζα των μεγάλων πολυεθνικών που θα καρπώνονται με τον πιο άμεσο, φθηνό και επικερδή τρόπο τα αποτελέσματα της επιστημονικής έρευνας.

Άμεση προτεραιότητα των νέων πανεπιστημιακών οργάνων θα είναι η περικοπή μιας σειράς κοινωνικών δαπανών (δωρεάν σύγγραμμα, σίτιση, στέγαση) από τις οποίες η μεγάλη μάζα των φοιτητών εξαρτά τις ίδιες τις σπουδές της, η επιβολή διδάκτρων από την οποία θα εξασφαλισθεί μέρος των αναγκαίων πόρων για τη λειτουργία των πανεπιστημίων, η περικοπή των μισθών των υπαλλήλων του πανεπιστημίου, ο έλεγχος και η αξιολόγηση των καθηγητών με βάση τη συμμόρφωσή τους στις καταστατικές αρχές της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας της γνώσης. Παράλληλα, θα ολοκληρωθεί η διάσπαση των προπτυχιακών προγραμμάτων σε τριετή (bachelor) και διετή (master) στα οποία θα ολοκληρώνεται η παροχή επιστημονικής γνώσης με το αζημίωτο βέβαια. Με λίγα λόγια, επισημοποιούνται οι ιδιωτικοοικονομικοί όροι λειτουργίας των πανεπιστημίων, εντείνονται οι ταξικοί φραγμοί και επιβάλλεται ένας ιδιότυπος «ακαδημαϊκός καπιταλισμός» ο οποίος θα παράγει επιστήμονες τριών ταχυτήτων. Αυτοί που θα ολοκληρώνουν τα προπτυχιακά προγράμματα θα απορροφώνται από την αγορά εργασίας με όρους σύγχρονου σκλαβοπάζαρου, αφού θα είναι ημιειδικευμένοι και ακατάρτιστοι. Την ίδια μοίρα θα έχουν και αυτοί που ολοκληρώνουν την ειδίκευσή τους, ενώ η τρίτη προνομιούχος κατηγορία (αυτή των διδακτορικών διπλωμάτων) και θα προέρχεται από μια «ακαδημαϊκή ελίτ» που θα αποτελείται ως επί το πλείστον από γόνους της άρχουσας τάξης. Βασική πηγή χρηματοδότησης των «εταιρικών πανεπιστημίων» θα είναι η έρευνα, τα αποτελέσματα της οποίας θα συνιστούν προϊόν ιδιοποίησης των μονοπωλίων και θα εφαρμόζονται άμεσα στις ανάγκες τις παραγωγικής διαδικασίας.

Στο νέο «εταιρικό πανεπιστήμιο» δεν θα χωρούν όμως ούτε και δημοκρατικά κεκτημένα. Λίγο-πολύ με το νέο νόμο πλαίσιο στοχοποιείται και ποινικοποιείται κάθε μορφή δράσης και συμμετοχής σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις που μπορεί να προσβάλουν την “εύρυθμη λειτουργία” του πανεπιστημίου. Το συμβούλιο στον ίδιο βαθμό που θα επιβραβεύει την πειθάρχηση, στον ίδιο βαθμό θα «τιμωρεί» προχωρώντας σε διαγραφές όσων φοιτητών δεν συμμορφώνονται προς τις υποδείξεις του. Ως εκ τούτου, η συμμετοχή σε μια γενική συνέλευση από αναφαίρετο δημοκρατικό δικαίωμα θα μετατρέπεται σε «ιδιώνυμο αδίκημα». Σε αυτό το πλαίσιο, το συμβούλιο διοίκησης θα επιχειρήσει να βάλει τη βούλα του στην κατάργηση του ασύλου και «στην επιστροφή στις ιστορικές του ρίζες» όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και στο νομοσχέδιο. Ακόμα όμως και αν το συμβούλιο αποδεικνύεται ενίοτε «δημοκρατικά ευαίσθητο», το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Σε ένα τόσο βαθιά ταξικό πανεπιστήμιο που η γνώση θα ακριβοπληρώνεται και το κόστος της θα μετακυλίεται στις πλάτες των φοιτητών, τα δημοκρατικά δικαιώματα αποκτούν μάλλον τυπικό χαρακτήρα μιας και η ουσιαστική τους πραγμάτωση είναι ανέφικτη.

Όλοι όσοι έκαναν λόγο από την υπογραφή της Μπολόνια και ύστερα για μια νεοφιλελεύθερη στρατηγική στο χώρο της εκπαίδευσης σήμερα δικαιώνονται. Τα πανεπιστήμια καταδικασμένα εδώ και καιρό (όπως και τα σχολεία) σε μια σιωπηρή στάση πληρωμών από το κράτος, θα αναγκαστούν αργά ή γρήγορα να πειθαρχήσουν, όταν μάλιστα η θηλιά της μη χρηματοδότησης έχει περάσει εδώ και καιρό στο λαιμό τους. Η εφαρμογή μνημονίου στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση προλειαίνεται ακόμη περισσότερο από την ύπαρξη μιας σαπισμένης καθηγητικής αριστοκρατίας και ενός εκφυλισμένου φοιτητικού κινήματος που το τελευταίο καιρό εξαντλείται σε ανέξοδες αγωνιστικές κορόνες, παρά σε μια συντονισμένη δράση δημιουργίας ενιαίου μετώπου στη βάση της οικονομικής κρίσης. Απαιτείται σήμερα περισσότερο από ποτέ, η φοιτητική νεολαία να ανταμώσει με το φυσικό ταξικό της σύμμαχο, την εργατική τάξη δημιουργώντας ενιαίο μέτωπο στη βάση της μονομερούς διαγραφής του χρέους και της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτός είναι στην πραγματικότητα ο αδύναμος κρίκος της εκπαιδευτικής πολιτικής που οι κομμουνιστές στα πανεπιστήμια οφείλουν να τραβήξουν, έτσι ώστε να συντονίσουν τις πληττόμενες κοινωνικές δυνάμεις και να δημιουργήσουν τριγμούς στην άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής.