Στον διαρκή εκβιασμό κυβέρνησης-Ε.Ε.-ΔΝΤ απαντάμε με Πρόταση εξουσίας - Εργατική κυβέρνηση

Στον διαρκή εκβιασμό κυβέρνησης-Ε.Ε.-ΔΝΤ απαντάμε με Πρόταση εξουσίας - Εργατική κυβέρνηση

Οι συνέπειες σχεδόν δύο χρόνων μνημονίου στη ζωή της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων στρωμάτων είναι πλέον δραματικές. Η ψήφιση του δεύτερου μνημονίου από τη Βουλή στις 12 Φλεβάρη, αποτέλεσε συντριπτικό χτύπημα στα εργατικά δικαιώματα, κορυφώνοντας την αντεργατική επίθεση. Οι εφαρμοστικοί νόμοι που θα ακολουθήσουν, θα αποτελούν συνέχεια αυτής της κορύφωσης. Η επόμενη μέρα βρίσκει την εργατική τάξη αποδυναμωμένη και ταυτόχρονα αντιμέτωπη με έναν επίσης αποδυναμωμένο αντίπαλο.

Πριν την ψηφοφορία στη Βουλή είχε προηγηθεί μια θεατρική διελκυστίνδα ανάμεσα στα κόμματα της συγκυβέρνησης (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΛΑΟΣ) και την τρόικα για τα μέτρα που θα περιλαμβάνει το νέο μνημόνιο.

Φυσικά, τα κυβερνητικά κόμματα δεν αποφάσισαν ξαφνικά να παίξουν το ρόλο του υπερασπιστή των εργατικών δικαιωμάτων, όπως θέλανε να παρουσιάζουν τα καθεστωτικά ΜΜΕ. Η διαπραγμάτευση με την τρόικα δεν αφορούσε το ποια μέτρα αντέχουν οι εργαζόμενοι, αλλά το ποια μέτρα αντέχει να ψηφίσει το πολιτικό σύστημα χωρίς να καταρρεύσει. Η πίεση που ασκήθηκε από την τρόικα και ιδιαίτερα από την Ε.Ε. ήταν ανάλογη με το μέγεθος του προβλήματος που δημιουργεί στον ευρωπαϊκό καπιταλισμό η κρίση. Ουσιαστικά, έφτασαν το ελληνικό πολιτικό σύστημα στα όριά του, ρισκάροντας να κάψουν ακόμα και κρίσιμες για το άμεσο μέλλον εφεδρείες.

Η μαζική αποστοίχιση βουλευτών από την κομματική γραμμή κατά την ψήφιση του μνημονίου, δείχνει το μέγεθος της φθοράς του πολιτικού – κομματικού συστήματος, αλλά και το μέγεθος της κοινωνικής πίεσης που ασκείται σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα.

Προϊόν αυτής της πίεσης είναι και οι διεργασίες δημιουργίας αστικών αντιμνημονιακών κομμάτων – διασπάσεων των παραδοσιακών αστικών κομματικών σχηματισμών. Η εξέλιξη αυτή, στο βαθμό που θα ολοκληρωθεί, δημιουργεί νέα αναχώματα συγκράτησης της λαϊκής δυσαρέσκειας και αφαιρεί από τις δυνάμεις της Αριστεράς το μονοπώλιο του αντιμνημονιακού λόγου.

Απέναντι σε αυτό το καραβοτσακισμένο κομματικό σύστημα και στο απαξιωμένο και καθημαγμένο πολιτικό προσωπικό που το υπηρετεί, στέκει η εργατική τάξη και το κίνημά της. Έχοντας δώσει σημαντικούς αγώνες όλη αυτήν την περίοδο σε επιχειρησιακό, κλαδικό και πανεργατικό επίπεδο, φαίνεται ότι η εμπειρία αυτών των δύο χρόνων επιδρά στη συμπεριφορά και τη στάση της.

Έχει γίνει πλέον σαφές, ότι οι συνδικαλιστικοί «αγώνες» στους οποίους μας είχε συνηθίσει η συνδικαλιστική γραφειοκρατία την προ μνημονίου εποχή δεν έχουν καμία τύχη. Δεν έχουν νόημα επιμέρους συνδικαλιστικές διεκδικήσεις, μικροπαζαρέματα, απόπειρες εξαίρεσης του ενός ή του άλλου τμήματος των εργαζόμενων από την αντεργατική κόλαση, δεν έχουν νόημα επιμέρους αποσπασματικοί αγώνες και απεργίες για την τιμή των όπλων. Κάθε διεκδίκηση, κάθε μικρός ή μεγαλύτερος αγώνας έρχεται αναγκαστικά αντιμέτωπος με το μνημόνιο, τη γενική κυβερνητική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ. Οι αγώνες πολιτικοποιούνται από την ίδια την κατάσταση και από τη στάση της κυβέρνησης και της εργοδοσίας. Η εργατική συνείδηση φαίνεται ότι αρχίζει να κατανοεί αυτήν την αλλαγή. Τα συμπεράσματα των εργαζομένων από τους αγώνες του προηγούμενου διαστήματος, αρχίζουν να επιδρούν και στην κίνηση της τάξης. Είναι χαρακτηριστική η συμπεριφορά της εργατικής τάξης το τριήμερο 10 με 12 Φλεβάρη. Η ανόρεχτη συμμετοχή στην πανεργατική απεργία και τη συγκέντρωση της 10ης Φλεβάρη και η ακόμα πιο υποτονική συμμετοχή στη συγκέντρωση των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ στις 11 Φλεβάρη, μετατράπηκε στις 12 Φλεβάρη σε μια από τις μεγαλύτερες -αν όχι τη μεγαλύτερη- συγκεντρώσεις της μεταπολίτευσης. Εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου πλημμύρισαν τους δρόμους γύρω από τη Βουλή και παρέμειναν εκεί με αποφασιστικότητα παρά τον ανελέητο χημικό πόλεμο των δυνάμεων καταστολής που χρειάστηκαν 5μιση ώρες για να καταφέρουν να διαλύσουν το συγκεντρωμένο πλήθος.

Τα εργαλεία της πολιτικής απεργίας και του αγώνα διαρκείας ωριμάζουν όλο και περισσότερο στην εργατική συνείδηση. Το σύνθημα «Γενική Πολιτική Απεργία Διαρκείας» γίνεται σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ. Παράλληλα με αυτό εντείνεται η αναζήτηση της πολιτικής λύσης. Η αστική τάξη έχοντας την εξουσία είναι σε θέση να βάζει τα διλήμματα και να εκβιάζει το σύνολο των καταπιεζόμενων τάξεων. Έτσι, και η εργατική τάξη από την περίοδο του πρώτου μνημονίου βρίσκεται υπό την πίεση συνεχόμενων εκβιασμών. Ακόμα και μια προσφυγή στις κάλπες θα γίνει κάτω από ένα τέτοιο κλίμα εκβιασμών και ιδεολογικής τρομοκρατίας.

Απέναντι στην ιδεολογική τρομοκρατία των αστών, η Αριστερά μένει βουβή και άπραγη. Είτε αναζητεί ένα όχημα εξουσίας που θα κινηθεί στα πλαίσια της διαχείρισης (ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ) είτε αδυνατεί να προτείνει μια άμεση πολιτική προοπτική, δηλαδή να απαντήσει με άμεσο, σαφή και συγκεκριμένο τρόπο στην πάλη για την εξουσία, (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Η επίκληση της αδυναμίας του υποκειμενικού παράγοντα από τις δυνάμεις του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, χρησιμοποιείται ως άλλοθι για την αδυναμία διατύπωσης άμεσης τακτικής πρότασης. Η αφασία της Αριστεράς δίνει χρόνο στον αντίπαλο και αποτελεί τελικά ένα σημαντικό πλεονέκτημα της αστικής τάξης στην προσπάθεια να ανατάξει το κομματικό της σύστημα.

Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση, οι επαναστάτες κομμουνιστές οφείλουν να συνεχίσουν τη μάχη για το άπλωμα της πολιτικής πρότασης τους. Η εργατική τάξη έχει συμφέρον να επιβάλει τη μονομερή διαγραφή του δημόσιου χρέους εκτός αυτού προς τα ασφαλιστικά ταμεία, την έξοδο από την ΕΕ, την εθνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων χωρίς αποζημίωση και τη λειτουργία τους με εργατικό έλεγχο. Και μπορεί σήμερα να διεκδικήσει την εξουσία με αυτό το πρόγραμμα. Αυτό ακριβώς υπηρετεί το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης. Το κέρδισμα δυνάμεων σε αυτήν την κατεύθυνση μπορεί σήμερα να παίξει αποφασιστικό ρόλο στην τροποποίηση του ταξικού συσχετισμό και στον προσανατολισμό τμημάτων της εργατικής τάξης στη διεκδίκηση της εξουσίας.