Επισιτιστική κρίση – ακραία φτώχεια και ανεργία

Επισιτιστική κρίση – ακραία φτώχεια και ανεργία

Ενδεικτικά των επιπτώσεων της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της λειτουργίας ενός συστήματος σε σήψη είναι τα στοιχεία και τα συμπεράσματα της έκθεσης του ΟΗΕ για την “κοινωνική κατάσταση στον κόσμο το 2011”.

Από το 2007 μέχρι το 2009 ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε κατά 27 εκατομμύρια φτάνοντας τα 205. Στο ίδιο χρονικό διάστημα επιπλέον 84 εκατομμύρια άνθρωποι πέρασαν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, ενώ οι άνθρωποι που δεν καλύπτουν στοιχειωδώς τις διατροφικές τους ανάγκες ξεπέρασαν το 1 δισεκατομμύριο. Εδώ θα πρέπει να πούμε ότι οι αριθμοί αυτοί δεν αποτυπώνουν το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος μιας και τα κριτήρια που χρησιμοποιεί η έρευνα για να κατατάξει κάποιον στις παραπάνω κατηγορίες είναι άκρως προβληματικά. Για παράδειγμα για να χαρακτηριστεί κάποιος άνεργος δεν πρέπει να έχει δουλέψει ούτε μια ώρα την βδομάδα ενώ για να θεωρηθεί ακραία φτωχός δεν θα πρέπει να έχει εισόδημα πάνω από 1,25 δολάρια την ημέρα.

Ένα ακόμα πού σημαντικό συμπέρασμα που βγαίνει από την έκθεση είναι ότι οι παραπάνω δείκτες χειροτερεύουν σχεδόν σε όλες τις γωνιές του πλανήτη (αλλού περισσότερο κι αλλού λιγότερο βέβαια) είτε πρόκειται για χώρες αναπτυγμένες ή για χώρες του 'τρίτου κόσμου'. Έτσι έπειτα από το χτύπημα των εργασιακών δικαιωμάτων και την προώθηση των ελαστικών μορφών εργασίας τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμια κλίμακα οι φτωχοί εργαζόμενοι (αυτοί που ζουν δηλαδή με κάτω από 1,25 δολ. Τη μέρα) έφτασαν τα 631.9 εκατομμύρια.

Πολύ ανησυχητικά αλλά και χρήσιμα για την εξαγωγή συμπερασμάτων για τις αιτίες του προβλήματος είναι τα στοιχεία της έκθεσης για την επισιτιστική κρίση, τη δεύτερη μέσα σε λίγα χρόνια, που εκδηλώθηκε πριν ένα χρόνο περίπου και βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, απ' αφορμής της πυρκαγιάς στη Ρωσία που κατέστρεψε μεγάλες ποσότητες σιτηρών. Με βάση μια σειρά στοιχείων οι συντάκτες της έκθεσης αποδεικνύουν ότι οι δύο τελευταίες επισιτιστικές κρίσεις και κυρίως αυτή που διανύουμε, διαφοροποιούνται από τις προηγούμενες ως προς το ρόλο που παίζουν οι μεγάλες τράπεζες και τα κερδοσκοπικά κεφάλαια στην κατακόρυφη άνοδο των τιμών των τροφίμων.

Μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και τις πτώσεις των αξιών, οι “μεγάλοι παίχτες”της διεθνούς κερδοσκοπίας (Goldman Sachs, η ασφαλιστική AIG κ.α.) επένδυσαν τεράστια κεφάλαια στην αγορά εμπορευμάτων, και κυρίως σε τρόφιμα και ορυκτά, και άρχισαν να επιδίδονται σε ένα όργιο χρηματιστηριακού τζόγου με αποτέλεσμα την άνοδο στις τιμές των τροφίμων. Εκατοντάδες δις επενδύθηκαν στις προθεσμιακές αγορές του ρυζιού, του καλαμποκιού και της σόγιας, βασικών διατροφικών εμπορευμάτων για δισεκατομμύρια ανθρώπους.

Μέχρι τον Ιούλιο του 2008 είχαν επενδυθεί από τα μεγάλα αρπακτικά της διεθνούς κερδοσκοπίας πάνω από 371 δις. δολ. στις τιμές των εμπορευμάτων, ποσό που με βάση μια σειρά εκτιμήσεις είναι κατά 200% μεγαλύτερο από το αντίστοιχο μια δεκαετία πριν. Δικαιολογημένα επομένως ο ειδικός αναλυτής του ΟΗΕ Ολιβιέ ντε Σούτερ επισημαίνει ότι η πρώτη μεγάλη κερδοσκοπική φούσκα του 21ου αιώνα θα είναι η επισιτιστική κρίση και ότι αυτή θα σκάσει πολύ σύντομα.

Μια άλλη δραστηριότητα που συμβάλλει κατά πολύ στην αύξηση της τιμής των τροφίμων, είναι η παραγωγή βιοκαυσίμων από δημητριακά, τα οποία αποτελούν βασικά είδη διατροφής. Μόνο στις ΗΠΑ 119 εκ. τόνοι δημητριακών από τα 416 που παράχθηκαν το 2009 χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή αιθανόλης. Με αυτή την ποσότητα θα μπορούσαν να τραφούν 350 εκ. άνθρωποι για ένα χρόνο. Παρόμοια δραστηριότητα αναπτύσσεται και στη Βραζιλία και σε άλλες χώρες. Έτσι επιβεβαιώνονται με τον πιο δυσάρεστο τρόπο όσοι ήταν αντίθετοι στην παραγωγή βιοκαυσίμων από δημητριακά όταν ξεκινούσε αυτό το εγχείρημα πριν από μερικά χρόνια, με κυριότερο τον Φιντέλ Κάστρο που υποστήριζε ότι η παραγωγή αιθανόλης από δημητριακά θα διογκώσει το πρόβλημα της πείνας στον πλανήτη.

Αυτός είναι όμως ο σύγχρονος καπιταλισμός. Στο κυνήγι του κέρδους και στην προσπάθεια να πάρουν καλύτερες θέσεις από τους ανταγωνιστές τους, οι πολυεθνικές εταιρίες και τα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κράτη (στην προκειμένη περίπτωση προσπαθώντας να παράγουν φθηνότερη ενέργεια) σπέρνουν τον όλεθρο.