Ο αστικός χαρακτήρας των πρόσφατων προτάσεων του Καζάκη για το χρέος και την επανεισαγωγή της δραχμής

Ο αστικός χαρακτήρας των πρόσφατων προτάσεων του Καζάκη για το χρέος και την επανεισαγωγή της δραχμής

Το κείμενο του Δ. Καζάκη με τίτλο «Τι θα γίνει με την επιστροφή στη δραχμή», καθώς και άλλα πρόσφατα κείμενά του όπως αυτό για το Ε.Πα.Μ, χαρακτηρίζεται από την αοριστία του όσον αφορά το πολιτικό και το κοινωνικό υποκείμενο που θ’ αναλάβει την υλοποίηση των προτεινόμενων μέτρων: ο συντάκτης του άρθρου κάνει συστηματική χρήση της ρηματικής και ονοματικής παθητικής σύνταξης, που στη νεοελληνική γλώσσα επιτρέπει στον ομιλούντα ή το γράφοντα να παραλείπει να κατονομάσει το πραγματικό υποκείμενο με την αποσιώπηση του προσδιορισμού του ενεργούντος προσώπου ως δήθεν αυτονόητου. Το αποτέλεσμα είναι ο κάθε αναγνώστης να συμπληρώνει το εκφραστικό κενό του λόγου με τη δική του άποψη για το ποιο μπορεί να είναι στην πράξη το πραγματικό υποκείμενο των κατονομαζόμενων ενεργειών.

Με αυτό τον τρόπο ο συντάκτης του άρθρου δημιουργεί μιαν εσκεμμένη αοριστία στο κείμενο που στο επίπεδο των αναγνωστών παράγει μιαν πολυσημία ως προς το ζήτημα του ποια κοινωνική τάξη και ποια συμμαχικά της κοινωνικά στρώματα έχουν το συμφέρον και τη δύναμη να επιβάλλουν τη διαγραφή του χρέους- διαγραφή που κι αυτή επίσης είναι μετέωρη κι αόριστη, καθώς ο συντάκτης των άρθρων από τη μια υιοθετεί στο ένα κείμενο αόριστες εκφράσεις όπως «μη αναγνώριση και η άρνηση της πληρωμής του χρέους εδώ και τώρα», που μπορεί να σημαίνουν και αναδιάρθρωση του χρέους εδώ και τώρα και διαγραφή του χρέους εδώ και τώρα και έναρξη διαπραγματεύσεων με όπλο την άρνηση της πληρωμής για μελλοντική υποβολή της χώρας σε ένα λιγότερο σκληρό από τον τωρινό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο. Από την άλλη δημιουργεί μιαν αντιφατικότητα στις θέσεις του, προβάλλοντας σε άλλα κείμενα τη θέση της διαγραφής του χρέους! Δημιουργεί επίσης μιαν εσκεμμένη αοριστία και όσον αφορά το ζήτημα με ποιο κράτος, με ποιους πολιτειακούς θεσμούς μπορούν αυτά τα κοινωνικά στρώματα και αυτή η κοινωνική τάξη να επιβάλλουν τη διαγραφή του χρέους. Η εσκεμμένη αυτή αοριστία παράγει επίσης και μιαν απατηλή πολιτική και κοινωνική πολυσυλλεκτικότητα γύρω από το πρόσωπο του συντάκτη του άρθρου.

Ο τοκογλυφικός και τοκοφόρος δανεισμός χρήματος είναι μια από τις πρώτες ιστορικές και παρασιτικές μορφές εμφάνισης του κεφαλαίου. Στην εποχή του κεφαλαιοκρατικού ιμπεριαλισμού, στην οποία έχουμε περάσει εδώ κι εκατόν δέκα περίπου χρόνια, ο τοκογλυφικός και τοκοφόρος δανεισμός χρήματος και οι άλλες μορφές κεφαλαιοκρατικής τραπεζικής πίστης έχουν υπεραναπτυχθεί σε τραπεζικά μονοπώλια. Έχουν, επίσης, συγχωνευτεί με το μονοπωλιακό βιομηχανικό κεφάλαιο σχηματίζοντας τη μορφή του χρηματιστικού κεφαλαίου, προσθέτοντας στην κεφαλαιοκρατική εκμετάλλευση των βιομηχανικών εργατών την τοκογλυφική εκμετάλλευση των καταναλωτών και των χρεοφειλετών, και τη ληστρική καταλήστευση των μικροκαταθετών και των μικροεπενδυτών του χρηματιστηρίου μέσα από τη συστηματική χρήση του πληθωρισμού, της νομισματικής υποτίμησης, της χρηματιστηριακής κομπίνας, καθώς και τη φορομπηχτική απομύζηση των φορολογούμενων εργαζομένων μέσα από τη διόγκωση του κρατικού δανεισμού, με σκοπό την ενίσχυση της κερδοφορίας του κεφαλαίου - αναπτύσσοντας έτσι στο έπακρο τον παρασιτικό χαρακτήρα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Η διαγραφή λοιπόν του δημόσιου χρέους (πλην του χρέους του δημοσίου προς τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία) συμφέρει πρώτ’ απ’ όλα την εργατική τάξη (με εξαίρεση την εργατική αριστοκρατία που έχει πιθανότατα επενδύσει ένα μέρος των υψηλών εισοδημάτων της σε ομόλογα του κρατικού χρέους). Οι μισθωτοί που ανήκουν στην εργατική τάξη αποτελούν αντικείμενα εκμετάλλευσης και ως εργατοϋπάλληλοι, και ως χρεοφειλέτες καταναλωτικών ή στεγαστικών δανείων, και ως ασφαλισμένοι που τα ταμεία τους αναγκάζονταν από την κρατική νομοθεσία να «επενδύουν» τις ασφαλιστικές εισφορές σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου ή σε μετοχές εισηγμένων στο χρηματιστήριο εταιρειών ημετέρων της κάθε κυβέρνησης, και ως μικροκαταθέτες (αφού ακόμα και οι μισθοί και οι συντάξεις καταβάλλονται σήμερα μέσω τραπεζικών λογαριασμών), και ως καταναλωτές που επιβαρύνονται από την αύξηση της έμμεσης φορολόγησης των καταναλωτικών αγαθών, και ως φορολογούμενοι (στην Ελλάδα κυρίως μόνον οι μισθωτοί πληρώνουν και άμεση και έμμεση φορολογία, ενώ οι αστοί και οι μικροαστοί καταβάλλουν μικρό μόνο μέρος των άμεσων φόρων, κατακρατούν νόμιμα ή παράνομα και καταχρώνται τους έμμεσους φόρους, όπως ο ΦΠΑ, χωρίς να τους αποδίδουν έστω και εκ των υστέρων στο κράτος! )

Σε παραπλήσια με τους εργατοϋπαλλήλους κατάσταση βρίσκονται μόνον οι φτωχοί μικροαστοί που βρίσκονται υπό προλεταριοποίηση, που για να ζήσουν συμπληρώνουν τα πενιχρά έσοδα που προέρχονται από το μαγαζάκι τους ή το εργαστήρι τους ή τα χωραφάκια τους ή το κοπαδάκι τους κάνοντας μεροκάματα. Σε αυτούς προσεγγίζουν και κείνοι οι μικρομεσαίοι που αντλούν τα εισοδήματά τους αποκλειστικά από την προσωπική τους εργασία και την εργασία των μελών της οικογένειάς τους, οι αυτοαπασχολούμενοι στα εμπορικά τους καταστήματα, στα χειροτεχνικά τους εργαστήρια, στα χωράφια τους και στα κοπάδια τους, χωρίς να εκμεταλλεύονται ξένη εργατική δύναμη.

Όλοι οι άλλοι μικρομεσαίοι , εκτός του ότι εκμεταλλεύονται ξένη εργατική δύναμη χωρίς να διευρύνουν τη βασική τους επιχείρηση, είναι αποδέκτες υψηλών ευρωπαϊκών και εθνικών επιδοτήσεων, θαλασσοδανείων με κρατική εγγύηση, υψηλών επιστροφών ΦΠΑ και φοροαπαλλαγών, φοροδιαφεύγουν συστηματικά ως προς την άμεση φορολογία, κι επενδύουν τα κέρδη των επιχειρήσεών τους ή και όλο το συσσωρευμένο κεφάλαιο των επιχειρήσεών τους που έκλεισαν λόγω οικονομικής κρίσης, σε μετοχές και σε κρατικά ομόλογα υψηλής απόδοσης. Γι’ αυτό κι αποτελεί ουτοπία η άποψη ότι οι μικρομεσαίοι μικροαστοί καθώς και τμήματα των μικρομεσαίων κεφαλαιοκρατών θα ταχθούν υπέρ της διαγραφής του δημόσιου χρέους, υπέρ δηλ. ενός ισχυρού πλήγματος κατά του εαυτού τους.

Εκείνο που μπορεί να πετύχει το εργατικό κίνημα σε σχέση με τα μικρομεσαία στρώματα που δεν τείνουν τώρα προς την προλεταριοποίηση, δεν είναι η κοινωνική συμμαχία μαζί τους για την προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση, η οποία μπορεί ν’ αρχίσει με την ανάδειξη μιας εργατικής κυβέρνησης που θα διαγράψει το δημόσιο χρέος. Εκείνο που μπορεί να πετύχει το εργατικό κίνημα με αυτά τα μικρομεσαία στρώματα είναι απλά και μόνο η ουδετεροποίησή τους μπροστά στους κινδύνους που εγκυμονεί για την ευημερία τους το βάθεμα της οικονομικής κρίσης. Γι’ αυτό και η αντιμετώπιση των τραπεζικών χρεών των μικρομεσαίων στρωμάτων από το εργατικό κίνημα, από την εργατική κυβέρνηση και από το εργατικό κράτος πρέπει να είναι ανάλογη με την ιδιαίτερη κοινωνική θέση του καθενός από αυτά τα στρώματα.

Τα τραπεζικά χρέη των εργατικών οικογενειών και των φτωχών, υπό προλεταριοποίηση μικροαστών, πρέπει να διαγραφούν από τη μοναδική κρατική τράπεζα που θα προκύψει από τη χωρίς αποζημίωση κρατικοποίηση και συγχώνευση όλων των σημερινών τραπεζών σε μία ελεγχόμενη από την εργατική κυβέρνηση τράπεζα. Η διαγραφή αυτή είναι αναγκαία για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης: το τραπεζικό κεφάλαιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά κεφαλαιοποιημένη υπεραξία, απλήρωτες ώρες εργασίας των προλετάριων και των μισοπρολετάριων, των φτωχών μικροαστών∙ και η διαγραφή των χρεών τους προς τις σημερινές τράπεζες ισοδυναμεί με αναδρομική μερική κατάργηση της κεφαλαιοκρατικής τους εκμετάλλευσης!

Όμως, τα τραπεζικά χρέη των λοιπών μικροαστών, για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης και για λόγους οικονομικού ελέγχου αυτών των μικροαστών από την εργατική κυβέρνηση, δεν πρέπει να διαγραφούν, παρά πρέπει να ρυθμιστούν: τα χρέη των μικροαστών που δεν εκμεταλλεύονται ξένη εργατική δύναμη μπορούν να ρυθμιστούν με επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής τους με επιτόκιο ίσο με τον πληθωρισμό, ώστε οι μικροαστοί αυτοί να μην είναι αντικείμενα εκμετάλλευσης από τις κρατικοποιημένες και συγχωνευμένες σε μια πανεθνική τράπεζα τραπεζικές επιχειρήσεις και ταυτόχρονα να μην τους χαρίζεται η κεφαλοποιημένη υπεραξία της εργατικής τάξης∙ αντίθετα, τα χρέη των μικροαστών που εκμεταλλεύονται ξένη εργατική δύναμη, θα πρέπει να ρυθμιστούν πρώτα πρώτα με καθορισμό ενός επιτοκίου που θα επιτρέπει να περάσει στα χέρια και στη διάθεση της ελεγχόμενης από την εργατική κυβέρνηση μιας κρατικοποιημένης πανεθνικής τράπεζας ένα σημαντικό μέρος της υπεραξίας που παράγουν οι εργάτες τους, και δεύτερον, εφόσον κρίνεται απαραίτητο, να ρυθμιστούν με επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής τους.

Όλα αυτά πρέπει να γίνουν τόσο για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης όσο και για λόγους εξασφάλισης του οικονομικού ελέγχου αυτών των μικροαστών από την εργατική κυβέρνηση και το υπό εγκαθίδρυση εργατικό κράτος. Μια εργατική κυβέρνηση δεν επιτρέπεται για λόγους ταξικότητας να χαρίζει την κεφαλαιοποιημένη υπεραξία των εργατών σε ομάδες δυνητικών και πραγματικών εκμεταλλευτών της εργατικής τάξης. Από την άλλη, τα χρέη των μικροαστών εξασφαλίζουν στην εργατική κυβέρνηση και στο υπό εγκαθίδρυση εργατικό κράτος τον έλεγχο των πιο ατίθασων κοινωνικών στρωμάτων που αντιδρούν στον έλεγχό τους τόσο από το αστικό όσο και από το εργατικό κράτος. Χωρίς όμως την υπαγωγή της μικροαστικής παραγωγής, της μήτρας του καπιταλισμού, στον έλεγχο του εργατικού κράτους η έναρξη της οικοδόμησης του σοσιαλισμού θ’ αντιμετωπίσει τεράστιες δυσκολίες.

Οι μαρξιστές και οι εργατοϋπάλληλοι και οι φτωχοί μικροαστοί πρέπει ν’ απορρίψουν τις προτάσεις του Καζάκη για»διαγραφή όλων των ιδιωτικών χρεών (νοικοκυριών και μικρομεσαίων) που δεν μπορούν να αποπληρωθούν και θεσμοθέτηση πλαφόν στην πληρωμή των υπολοίπων στο 25% επί του αρχικού κεφαλαίου, καθώς και τη ρεφορμιστική πρότασή του για την ουτοπική συγκρότηση ενός ενιαίου παλλαϊκού μετώπου, δηλ. ενός μετώπου για την πραγματοποίηση της ήδη πραγματοποιημένης και παρωχημένης πια κατά δύο αιώνες αστικοδημοκρατικής επανάστασης, και όχι ενός ενιαίου εργατικού μετώπου για την πραγματοποίηση της προλεταριακής σοσιαλιστικής επανάστασης, η οποία είναι η μοναδική δυνατή κι επίκαιρη επανάσταση της σημερινής ιστορικής κοινωνικοοικονομικής συγκυρίας, της παγκόσμιας κρίσης υπερσυσσώρευσης και της κρίσης χρέους της χώρας.

Παραπέρα, το άρθρο του Καζάκη για την αοριστόλογη επιστροφή στη δραχμή δεν ξεκαθαρίζει αν η επιστροφή αυτή πρέπει να γίνει απλώς με την έξοδο από την ευρωζώνη (πράγμα που είναι γεγονός συμβατό με τα συμφέροντα του αμερικανικού, του βρετανικού, του ρωσικού και του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού) ή με την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση- έξοδο που αποτελεί γεγονός ασύμβατο με τις ποικίλες ιμπεριαλιστικές τάσεις οικονομικής ολοκλήρωσης. Χωρίς όμως την έξοδο από την ΕΕ, η ελληνική εσωτερική αγορά θα είναι ανοιχτή στα ευρωπαϊκά εμπορεύματα που ανταγωνίζονται τα αντίστοιχα ελληνικά εμπορεύματα και θα είναι αδύνατη η κρατική ενίσχυση των εξαγόμενων εμπορευμάτων, αφού τόσο η λήψη προστατευτικών μέτρων της εσωτερικής αγοράς όσο και ενίσχυσης των εξαγωγών απαγορεύεται ολικά ή μερικά από την ΕΕ. Ολικά απαγορεύονται τέτοια μέτρα για εμπορεύματα που εισάγονται από ή εξάγονται προς την ΕΕ, και μερικά για εμπορεύματα που εξάγονται προς ή που εισάγονται από χώρες με τις οποίες η ΕΕ έχει υπογράψει προτιμησιακές συμφωνίες προς όφελος των ιμπεριαλιστικών χωρών της, όπως η Γαλλία και η Γερμανία.

Επιπλέον, δεν αποτελεί αρχή επιβεβαιωμένη από τα ιστορικά γεγονότα ο ισχυρισμός του Καζάκη ότι η μετάβαση στη δραχμή δεν μπορεί να γίνει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, παρά μέσα σε διάστημα έξι με οχτώ μηνών. Η αντικατάσταση του ανατολικογερμανικού μάρκου με το δυτικογερμανικό μάρκο διαψεύδει εμπράκτως αυτόν τον ισχυρισμό του Καζάκη. Παρόμοια το ευρώ θα μπορούσε ν’ αντικατασταθεί από μια δραχμή σε αναλογία ένα ευρώ= μια δραχμή. Αυτό θα απέτρεπε τις κερδοσκοπικές ανατιμήσεις στην αγορά, θα λειτουργούσε ως κίνητρο παράδοσης στην τράπεζα των ευρώ που βρίσκονται αποθησαυρισμένα στα σπίτια των ιδιωτών κατόχων τους και θα ισχυροποιούσε τα κρατικά συναλλαγματικά αποθέματα σε ευρώ.

Από κει και πέρα, η νεοεισηγμένη δραχμή θα πρέπει να είναι μόνον εσωτερικό νόμισμα συνδεδεμένο ίσως με το χρυσό, ώστε να μην είναι έκθετη στα κερδοσκοπικά παιχνίδια της αγοράς, όπως αυτά των Αμερικανών και του Σόρος κατά της στερλίνας, και να μην είναι αντικείμενο υποτιμήσεων που εξανεμίζουν την πραγματική αγοραστική δύναμη των εργατικών μισθών προς όφελος μόνον του μικρού και του μεσαίου κεφαλαίου- αφού το μεγάλο κεφάλαιο πρέπει άμεσα να κρατικοποιηθεί. Επιπλέον, η εργατική κυβέρνηση και το υπό εγκαθίδρυση εργατικό κράτος θα πρέπει να προχωρήσει στην εγκαθίδρυση του κρατικού μονοπωλίου του εξωτερικού εμπορίου- πράγμα που θα αυξήσει τους κρατικούς πόρους σε βάρος των ιδιωτικών κεφαλαιοκατικών πόρων, θα επιτρέψει την ενίσχυση των εξαγωγών και θα αποτρέψει το διαγούμισμα της εσωτερικής αγοράς από τα ξένα μονοπώλια.

Τέλος, όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις που θα κρατικοποιηθούν ή θα επανακρατικοποιηθούν πλήρως (τράπεζες, Ολυμπιακή, ΟΤΕ, ΔΕΗ, διυλιστήρια, ναυπηγεία, μεγάλες εμπορικές, τουριστικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις, ορυχεία κλπ.) όπως και οι εθνικές οδοί θα πρέπει να κρατικοποιηθούν χωρίς αποζημίωση- πράγμα που το παραβλέπει και δεν το αναφέρει ο Καζάκης. Άμεσα θα πρέπει επίσης να κρατικοποιηθούν χωρίς αποζημίωση όλες οι ναυτιλιακές επιχειρήσεις και όλος ο ελληνόκτητος εμπορικός στόλος, όλα τα ελληνόκτητα εμπορικά καράβια που ταξιδεύουν είτε υπό ελληνική είτε υπό ξένη σημαία ευκαιρίας.

Για το σκοπό αυτό θα πρέπει να δοθούν ισχυρά οικονομικά και πολιτικά κίνητρα στα πληρώματα και στους αξιωματικούς αυτών των καραβιών, ώστε να τα φέρουν στην Ελλάδα και να τα παραδώσουν στο ελληνικό δημόσιο. Με αυτό τον τρόπο θα εκτοξευτεί στα ύψη όχι μόνον η οικονομική αλλά και η πολιτική ισχύς του υπό εγκαθίδρυση νέου ελληνικού εργατικού κράτους, καθώς χωρίς τη συμμετοχή του ελληνόκτητου εμπορικού στόλου στις θαλάσσιες μεταφορές θα υποστεί μια δεινή δοκιμασία το παγκόσμιο εμπόριο και η παγκόσμια οικονομία.

Η πρόταση συγκρότησης, λοιπόν, ενός Ενιαίου Παλλαϊκού Μετώπου όχι μόνο είναι ουτοπική και παραπλανητική ως προς την επαναστατικότητα αυτού του Μετώπου αλλά είναι και πρόταση που παραπέμπει στις ρεφορμιστικές μετωπικές πολιτικές προτάσεις τόσο του ΚΚΕ όσο και του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1970, είναι δηλ. πρόταση που υποτάσσει τα ταξικά συμφέροντα της εργατικής τάξης στα συμφέροντα των αστικών στρωμάτων που ακροθιγώς και μερικώς επηρεάζονται αρνητικά από τα μνημόνια. Οι γενικότερες προτάσεις του Καζάκη για το χρέος είναι επίσης προτάσεις συμβατές με τα συμφέροντα των ιμπεριαλισμών που ανταγωνίζονται το γαλλικό και το γερμανικό ιμπεριαλισμό. Η πρόταση π.χ. για έξοδο από την ευρωζώνη, χωρίς ταυτόχρονη έξοδο από την ΕΕ, είναι αντικειμενικά συμβατή με τα συμφέροντα και την πολιτική του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό και πολιτικά απαράδεκτο ότι σε συνέντευξη που παραχώρησε στο τοπικό τηλεοπτικό Κρήτη ΤV στις 16 Μαρτίου 2011 και αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του Πολιτικού Καφενείου στις 1-4-2011, ο Δ. Καζάκης πρότεινε να παραχωρήσει η Ελλάδα λιμενικές διευκολύνσεις στο ρωσικό στόλο, στο ρωσικό ιμπεριαλισμό!

Μόνον η συγκρότηση ενός ενιαίου εργατικού μετώπου σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο με στόχο την ανάδειξη μιας εργατικής κυβέρνησης ικανής να διαγράψει όλο το δημόσιο χρέος (εκτός από το χρέος προς τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία) και να εγκαινιάσει την προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση, προωθώντας εκτός από την οικονομική και την πολιτειακή αναδιάρθρωση της χώρας πάνω στη βάση των πολιτειακών αρχών της προλεταριακής δημοκρατίας. Αυτές οι πολιτειακές αρχές είναι οι μόνες πολιτειακές αρχές που συνδυάζουν την άμεση με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, με την πλήρη υποταγή των μελών της εθνικής και κάθε τοπικής αυτοδιοικητικής αντιπροσωπείας, καθώς και την πλήρη υποταγή των διοικητικών, των δικαστικών, των αστυνομικών και των στρατιωτικών υπαλλήλων που θα είναι όλοι τους αιρετοί, αμειβόμενοι με το μέσο εργατικό μισθό, ανακλητοί, υπεύθυνοι για την υλοποίηση των δεσμευτικών πολιτικών εντολών των οργανωμένων σε διαρκείς πρωτοβάθμιες συνελεύσεις ενόπλων πολιτών και εκλογέων τους- σε πρωτοβάθμιες συνελεύσεις που κατά τον Ένγκελς θα έχουν το δικαίωμα να προτείνουν και να απορρίπτουν όλους τους νόμους και όλες τις αποφάσεις της εθνικής αντιπροσωπείας!

Αθήνα, 19 Ιουνίου του 2011

Χρήστος Βλόσιος