66 χρόνια μετά τη «Βάρκιζα» Συμφωνία και Προεκτάσεις

66 χρόνια μετά τη «Βάρκιζα»
Συμφωνία και Προεκτάσεις


Το παρόν άρθρο δε φιλοδοξεί να πρωτοτυπήσει ή να ξεχωρίσει μέσα στα τόσα επετειακά αφιερώματα. Θέλει μονάχα να υπενθυμίσει, να τονίσει και να ενισχύσει, μία ερμηνεία που δύσκολα γίνεται αποδεκτή από τη μεγάλη πλειονότητα της ευρύτερης αριστεράς, κομμουνιστικής και μη. Θεωρούμε πως μέσω των δεδομένων που ακολουθούν για τα γεγονότα, μπορούν να δοθούν απαντήσεις και σε περισσότερο σκοτεινά ή σύνθετα ζητήματα, που απασχολούν ακόμα και σήμερα το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

Κανείς δεν δύναται να αμφισβητήσει τη μεγάλη προσφορά του ΚΚΕ ως βασικού αιμοδότη της αντίστασης του λαού απέναντι στον κατακτητή - καταπιεστή του προλεταριάτου. Μέλη και στελέχη, βετεράνοι στις φυλακές και τις εξορίες, λαϊκοί αγωνιστές, που ως επί το πλείστον διακρίθηκαν για την αυτοθυσία και την πειθαρχία τους.

Ακόμα και σήμερα, στην Ελλάδα δεν έχει διαμορφωθεί μια κοινή εκτίμηση για τη διπλή ήττα του κινήματος, με αποτέλεσμα συχνά να υιοθετούμε τα αστικά ιδεολογήματα τα οποία δεν επιτρέπουν την εξαγωγή των τόσο αναγκαίων συμπερασμάτων για την εργατική τάξη, αλλά αντιθέτως  παρουσιάζουν ψευδεπίγραφα την υποτιθέμενη διαρκή αδυναμία της να εξουσιάζει η ίδια τη μοίρα της.


Το χρονικό

Πριν ακόμα φτάσουμε στη «Βάρκιζα», προηγήθηκε μία σύσκεψη των δύο πλευρών με πρωτοβουλία του Τσώρτσιλ που φτάνει στην Αθήνα ανήμερα Χριστούγεννα του ΄44. Η σύσκεψη που διαρκεί δύο μέρες, λαμβάνει χώρα την επομένη στα υπόγεια του Υπουργείου Εξωτερικών, χωρίς ηλεκτρικό φως και με καθυστερημένη την αντιπροσωπεία του ΕΛΑΣ (η πρόσκληση στη σύσκεψη δεν ήταν για το ΕΑΜ), λόγω του ότι έρχονταν κατευθείαν από συνεδρίαση του ΠΓ του ΚΚΕ. Τα ζητήματα που θέτει η αριστερά τις δυο μέρες της σύσκεψης, είναι κυρίως το ζήτημα της διάλυσης των μονάδων που στο παρελθόν συγκροτήθηκαν χωρίς τακτική στρατολόγηση (Ταξιαρχία Ρίμινι κ.α.), όπως και το ζήτημα της αντιβασιλείας, ως εγγύηση. Οι κυβερνητικοί πιέζουν και επιμένουν διαρκώς για τους όρους παράδοσης των όπλων, ενώ από πλευράς ΕΛΑΣ  αναφέρεται ότι ακόμα και αν το επιθυμούσαν, δεν θα είχαν πού να τα παραδώσουν, αφού με τους Άγγλους βρίσκονται σε πόλεμο. Ενώ ταυτόχρονα, δεν αναγνωρίζουν την κυβέρνηση Παπανδρέου -από την οποία έχουν παραιτηθεί- σαν κυβέρνηση που εκφράζει τον ελληνικό λαό. Δια στόματος Σιἀντου τοποθετούνται τελικά για το ζήτημα της κυβέρνησης. Επιθυμούν κυβέρνηση συμμετοχής όλων των κομμάτων, με το πρόγραμμα της προηγούμενης κυβέρνησης και συμμετοχή του ΕΑΜ. Προϋποθέσεις: η εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος, δημοψήφισμα το Φλεβάρη και βουλευτικές εκλογές ακόμα και τον Απρίλη, αν είναι δυνατό.

Φυσικά, τέτοιου είδους αιτήματα δεν έχουν λόγο να τα δεχτούν οι κυβερνητικοί όταν πια θεωρούν πως δεν κινδυνεύουν, αφού φαίνεται από μέρες η κατάληξη της μάχης της Αθήνας, όταν στις 13 του μήνα πλέον αποβιβάζονται νέα αγγλικά στρατεύματα. Το ΚΚΕ «τιμώντας» τις υπογραφές του επιμένει από την αρχή του μήνα να κρατά τον κύριο όγκο του ΕΛΑΣ εκτός Αττικής, είτε στην περιοχή της Θεσσαλίας, είτε στη Μακεδονία, είτε στην Ήπειρο σε άσκοπες συγκρούσεις με τους 14.000 μάχιμους αντάρτες του Ζέρβα. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση της αιχμαλωσίας του 2ου Συντάγματος της 2ης Μεραρχίας υπό το Νικηφόρο στις 6 του Δεκέμβρη. Οι άνδρες του αιχμαλωτίστηκαν στη Φιλοθέη, ενώ εκείνος απουσίαζε με διαταγή να αφοπλίσει το σταθμό της χωροφυλακής στην Κηφισιά. Το Σύνταγμα μεταφέρθηκε από τους Άγγλους στη Θήβα. Το ΚΚΕ δε φαίνεται επίσης να προτίθεται να συνεχίσει τη μάχη ή έστω να κρατήσει τις περιοχές που κατέχει. Δηλαδή, όλη την Ελλάδα εκτός της Αττικής και της Θεσσαλονίκης.

Οι συνομιλίες αποβαίνουν άκαρπες και οι εχθροπραξίες συνεχίζονται μέχρι το βράδυ της 4ης Γενάρη, οπότε ο ΕΛΑΣ παίρνει διαταγή να υποχωρήσει. Έτσι αποφασίζεται να προχωρήσουν σε μία συμφωνία που θα καθορίζει τους όρους της παράδοσης των όπλων.

Τόπος διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων, ορίστηκε η εγκαταλελειμμένη έπαυλη του Πέτρου Κανελλόπουλου (οικογένεια αστών που εγκατέλειψαν τη χώρα για την ασφάλειά τους), δύο χιλιόμετρα από την παραλία της Βάρκιζας. Οι διαπραγματεύσεις ξεκινούν στις 2 Φλεβάρη και καταλήγουν στις 12 του ίδιου μήνα.

Η αντιπροσωπεία του ΕΑΜ αποτελείται από τους Σιάντο, Παρτσαλίδη, Τσιριμώκο και ολιγομελή ομάδα στρατιωτικών εμπειρογνωμόνων. Αυτή τη φορά εμφανίζονται πιο διαλλακτικοί σε σχέση με τη σύσκεψη υπό τον Τσώρτσιλ. Φυσικά, έχει μεσολαβήσει η ήττα στην Αθήνα.
Μέγα ζήτημα θα προκύψει σε σχέση με το άρθρο 3 της συμφωνίας περί αμνηστίας, αφού είναι εξαιρετικά δύσκολη η νομική διατύπωση με σκοπό το διαχωρισμό ποινικών και πολιτικών αδικημάτων. Συμφωνήθηκε η αναγκαιότητα για άμεση ψήφιση νόμου που να προσδιορίζει το διαχωρισμό. Φυσικά, οι αυθαιρεσίες ως προς το ζήτημα της αμνηστίας άρχισαν κιόλας από την υπογραφή της συμφωνίας, ενώ είχαν ήδη ξεκινήσει οι δίκες με σκοπό να κάμψουν το ηθικό των αγωνιστών. Δεν είναι λίγες οι φορές που τα δικαστήρια, αναγκασμένα να δικάσουν το παρακράτος χωρίς περιθώρια αθώωσής του, εύχονται να μην αργήσει να έρθει η χάρη που θα τους απαλλάσσει από την ποινή. Είναι γεγονός, πως η εύκολη υποχώρηση του ΕΑΜ στο ζήτημα της αμνηστίας, παραξένεψε ιδιαιτέρως τους κυβερνητικούς οι οποίοι αν και ανέμεναν με καχυποψία ότι το ΕΑΜ θα επιμείνει σε κάποιο άλλο σημείο της συμφωνίας, αυτό ουδέποτε συνέβη. Το ΚΚΕ επέδειξε ιδιαίτερη εμπιστοσύνη, αφέθηκε θα λέγαμε στην αστική νομιμότητα. Ως προς αυτό, η ρητορική αποδείχτηκε αντίστοιχη με τις τακτικές που ακολούθησε, πράγμα που επιβεβαιώνεται στο διηνεκές.
Το ΚΚΕ κατέβαλε προσπάθεια, ώστε η συμφωνία να μη θεωρηθεί προϊόν της ήττας, μα μια καλή αφετηρία για νέους πολιτικούς αγώνες. Από τις πρώτες κιόλας μέρες μετά την υπογραφή,  η ανεξέλεγκτη τρομοκρατία κράτους και παρακράτους, απέδειξε το αντίθετο.

Φωνή «αντιπολίτευσης»

Ας δούμε όμως, πώς αντιμετωπίζει το ζήτημα του ερχομού των ελευθερωτών Άγγλων η εφημερίδα όργανο της Οργάνωσης Κομμουνιστών Διεθνιστών Ελλάδας (ΟΚΔΕ) ήδη από το Γενάρη του '43. Μειοψηφία στην εργατική τάξη της χώρας, κυνηγημένοι από τους κατακτητές και από το κόμμα. Διπλά παράνομοι…

«Οι αγγλοαμερικάνοι ιμπεριαλιστές ελευθερωτές! Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αυταπάτη και κυνικότερο σύγχρονο ψέμα απ’ αυτό. Είναι πραγματικά αστείο να μιλάει κανείς σήμερα για τον απελευθερωτικό ρόλο και τους απελευθερωτικούς σκοπούς μιας οποιασδήποτε από τις δύο αντιμαχόμενες ιμπεριαλιστικές παρατάξεις. Και οι δύο τους όπου πατήσανε το πόδι τους το κάνανε για να υποτάξουν και να υποδουλώσουν και όχι να απελευθερώσουν και να απολυτρώσουν. Τα μικρά κράτη και οι εθνότητες στον πόλεμο αυτό όπως και στον προηγούμενο του 1914-1918 στάθηκαν απλώς μικρά πιόνια στο μεγάλο παιχνίδι των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Δεν σεβάστηκαν αυτές ούτε την ανεξαρτησία τους ούτε την ακεραιότητά τους ούτε τον πλούτο τους ούτε τη ζωή των πληθυσμών τους…,

…Οι αγγλοαμερικάνοι θα ‘ρθουνε αλλά όχι για να μας απελευθερώσουν. Θα ‘ρθουνε για να μας χρησιμοποιήσουν για τους δικούς τους σκοπούς. Θα ‘ρθουνε για να μας ξεριζώσουν από τον τόπο μας και να μας στείλουν να πολεμήσουμε στα πιο απομακρυσμένα μέτωπα για να εξαγοράσουμε με αίμα τη μεγάλη τιμή να ζούμε μεταπολεμικά εμείς και οι άλλοι λαοί της υδρογείου κάτω από το καθεστώς της μονοπωλιακής χρηματιστικής εκμετάλλευσής τους. Θα ‘ρθουνε για να μας ρίξουνε βορά στην πολεμική μηχανή του Χίτλερ. Θα ‘ρθουνε για να μας προσφέρουν αντί για τον αργό θάνατο από την πείνα το γρήγορο και μαρτυρικό του μετώπου. Γι αυτό θα ‘ρθουνε…,

…Σαν έρθουνε οι  αγγλοαμερικάνοι θα ΄ρθουνε για να βοηθήσουν τη σύμμαχή τους ελληνική μπουρζουαζία, που τόσο πολύτιμες υπηρεσίες τους πρόσφερε στη σημερινή σύγκρουση, να ξαναπάρει στα χέρια της την κρατική εξουσία για να επιδοθούν ύστερα μαζί της στην εκμετάλλευση των εργαζομένων μαζών της χώρας συντροφικά.

Σαν έρθουνε θα ‘ρθουνε για να μας φέρουνε το Γεώργιο Γκλύξμπουργκ, τον έμπιστο αυτό των μεγαλοτραπεζιτών του Σίτυ, για να μας δώσουν και άλλη μια φορά την ευκαιρία να δοκιμάσουμε τις λαμπρές ελευθερίες του καθεστώτος του.Σαν έρθουνε θα ‘ρθουνε  γ ι α  ν α  α ν τ ι κ α τ α σ τ ή σ ο υ ν  τ ο ν  έ ν α  ζ υ γ ό   μ ε  τ ο ν  ά λ λ ο. Να γιατί θα ΄ρθουνε...»

(«Προλετάριος και Διεθνιστής της κατοχής», εκδ. Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη 1986, σελ. 25-27)

 

Τονίζουμε πως όλα αυτά γράφτηκαν το Γενάρη του 1943. Ένα χρόνο και πέντε μήνες πριν την υπογραφή του Συμφώνου του Λιβάνου (17-20 Μάη ΄44), ένα χρόνο και εννέα μήνες πριν τη συμφωνία της Καζέρτας (24-26 Σεπτέμβρη ΄44), ένα χρόνο και δέκα μήνες  πριν τη μάχη της Αθήνας, δύο χρόνια πριν τη «Βάρκιζα»(3-12 Φλεβάρη ΄45)! Είναι εντυπωσιακό ακόμα και σε όσους είναι από χρόνια γνωστό.

Πώς αυτοί οι άνθρωποι καταφέρνουν ήδη από τόσο νωρίς να προβλέψουν τί μέλλει γενέσθαι; Προφανώς και δεν πρόκειται περί προφητείας…
Τί έφταιξε;

Αρκετά ήταν τα στελέχη του ΚΚΕ, που τις πρώτες μέρες μετά την υπογραφή της συμφωνίας έδειξαν δυσαρέσκεια, γρήγορα όμως επανήλθαν στην «κομματικότητα». Το σίγουρο είναι, πως κανείς δεν απηύθυνε τις διαφωνίες του στις μάζες. Ακόμα και ο Άρης συνυπέγραψε την αποχαιρετιστήρια διαταγή του ΕΛΑΣ μαζί με τον Σαράφη. Το ΚΚΕ στο μέλλον θα δώσει αρκετές ερμηνείες για την τακτική του τη δεκαετία του 1940. Ο Κώστας Μπατίκας έχει κάνει σχετική αναφορά σε άρθρο του στο περιοδικό «Αριστερή Ανασύνταξη» τεύχος 6.

Ήδη από τη δεκαετία του '30, τα κομμουνιστικά κόμματα διεθνώς, έχουν ευθυγραμμιστεί με τις κατευθύνσεις του σταλινικού ρεύματος που έχει επικρατήσει στην ΕΣΣΔ και στην Κομμουνιστική Διεθνή. Το ίδιο ισχύει και για το ΚΚΕ. Θεωρούμε λοιπόν πως η ίδια η γραμμή του κόμματος, οι ίδιες οι αποφάσεις του, αποτυπώνουν ήδη από τη δεκαετία του '30 τις απαράδεκτες υποχωρήσεις που θα ακολουθήσουν δέκα χρόνια αργότερα.
Από το 1934 ακόμη, είναι ξεκάθαρος κατά τη γνώμη μας ο καθορισμός της επανάστασης  στην Ελλάδα ως αστικοδημοκρατική. Συγκεκριμένα, η πολυσυζητημένη απόφαση της 6ης Ολομέλειας του 1934 αναφέρει:
«Η επικείμενη επανάσταση στην Ελλάδα θα έχει αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα με τάσεις γρήγορης μετατροπής σε προλεταριακή επανάσταση.»
(«50 χρόνια Βάρκιζα» Περ. «Αριστερή Ανασύνταξη» τ. 6 Ιανουάριος –Μάρτιος 1995)

Προφανώς, όλες οι αποφάσεις του ΚΚΕ, όπως και η συγκεκριμένη, παίρνονταν σύμφωνα με της επιταγές της τότε σταλινικής Κομμουνιστικής Διεθνούς, που ένα χρόνο μετά από την 6η ολομέλεια, το 1935, προχωρά στο 7ο και τελευταίο συνέδριό της. Χωρίς φυσικά να θεωρείται κεραυνός εν αιθρία, αντικαθιστά την τακτική του “ενιαίου μετώπου” με τη λεγόμενη τακτική των «λαϊκών μετώπων» που ανοίγει το δρόμο για τη δημιουργία αντιφασιστικών, δημοκρατικών μετώπων της συνεργασίας των τάξεων. Λόγω του περιορισμένου χώρου δεν είναι δυνατό στο παρόν να προχωρήσουμε σε περαιτέρω εξέταση των αντιθέσεων στις δύο αυτές τακτικές, και του αντίκτυπού τους στις κατά τόπους ήττες του κομμουνιστικού κινήματος.

Συμπερασματικά, το ΚΚΕ καθόρισε το χαρακτήρα του πολέμου ως εθνικοαπελευθερωτικό, και αποδείχθηκε ότι κατάφερε να συσπειρώσει τη συντριπτική πλειονότητα του εργαζόμενου λαού. Πέτυχε να συγκροτήσει κυβέρνηση (ΠΕΕΑ), ξεκίνησε να δημιουργεί θεσμούς και να διαπαιδαγωγεί το λαό άνευ προηγουμένου, πολιτικά και πολιτιστικά. Όσο ποτέ άλλοτε, και χωρίς καμία ουσιαστική δυνατότητα επέμβασης του ξένου ιμπεριαλισμού, το κίνημα στην Ελλάδα δεν είχε να λογοδοτήσει στους ντόπιους καπιταλιστές. Το ΚΚΕ και τα στελέχη του όμως δεν μπορούσαν να μην λειτουργήσουν με βάση τα αντανακλαστικά που οι αποφάσεις της ΚΔ τους είχαν καλλιεργήσει, όπως και τη διαπαιδαγώγηση που τους προσέφερε το μεταλλαγμένο ΚΚΕ από τη δεκαετία του '30 και μετά.

 

Βιβλιογραφία:
«Η Συμφωνία της Βάρκιζας» Π. Βενάρδος, εκδ. Το Ποντίκι 1995
«Το ΚΚΕ επίσημα κείμενα» τ. πέμπτος 1940-1945, εκδ. Σύγχρονη Εποχή 1981
«Προλετάριος και Διεθνιστής της κατοχής»,  εκδ. Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη 1986
«50 χρόνια Βάρκιζα» Περ. «Αριστερή Ανασύνταξη» τ. 6 Ιανουάριος –Μάρτιος 1995

Μάριος Ορφανός


Αναζήτηση

Γνώμες