Όταν η αντίδραση ντύνεται «νέα»...

Όταν η αντίδραση ντύνεται «νέα»...



του Γιώργου Κωνσταντακόπουλου


 


Στις αρχές της δεκαετίας του '90, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ διακήρυξε τη «νέα τάξη πραγμάτων», την οποία οι κονδυλοφόροι του ιμπεριαλισμού παρουσίαζαν ως προοπτική παγκόσμιας ειρήνης, ασφάλειας και ευημερίας. Από τότε μέχρι σήμερα οι σταυροφόροι της «νέας τάξης» αιματοκύλησαν πολλές περιοχές του πλανήτη και βύθισαν στην κρίση, την φτώχεια και την πείνα ακόμη περισσότερες. Σήμερα έχει ολοκληρωθεί το πέρασμά τους από το όραμα στην πράξη με την κήρυξη του «διαρκούς πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία».

Είχε προηγηθεί κατά πολύ σ' Αμερική και Ευρώπη η κυριαρχία ενός άλλου δόγματος, οικονομικού, που επίσης επικαλούταν το «νέο», του νεοφιλελευθερισμού. Οι οπαδοί του γρήγορα κυριάρχησαν στη διακυβέρνηση όλων των αναπτυγμένων χωρών. Το νέο δόγμα υιοθετήθηκε ως μονόδρομος της οικονομικής πολιτικής από όλο το φάσμα των αστικών κομμάτων και διαπνέει μέχρι και σήμερα την οικοδόμηση της «Ενωμένης Ευρώπης».

Τα τελευταία χρόνια προβάλουν συνεχώς νέες μεγάλες ιδέες, οικονομικές και πολιτικές, «νέα οικονομία», «νέο κοινωνικό κράτος» κ.ά., των οποίων ο πολιτικός βίος είναι συνήθως βραχύς, για να αντικατασταθούν γρήγορα με ... νεότερες. Έγινε πλέον συνήθεια να ψάχνουμε πίσω από κάθε διακήρυξη του «νέου» την επίθεση ενάντια σε συμφέροντα και δικαιώματα των εργαζομένων. Όσο η πρωτοβουλία των κινήσεων σε διεθνές επίπεδο και στο εσωτερικό κάθε χώρας ανήκει στις δυνάμεις του κεφαλαίου, το «νέο» σηματοδοτεί την αντίδραση. Και η αντίδραση είναι πλέον η μοναδική απάντηση που έχει το κεφάλαιο για να παρατείνει την κυριαρχία του.

Σε ένα σύντομο σχόλιο για την εξέλιξη των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και τη μορφή που παίρνει σήμερα η «νέα τάξη πραγμάτων», αναζητούμε το καινούριο και το παλιό στη διάρθρωση της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Σχετικά με τη συγκυρία του ελληνικού καπιταλισμού και τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις δεν μπορούμε παρά να επιχειρήσουμε μια πρώτη αποκρυπτογράφηση του «νέου» που επαγγέλλονται οι πρόσφατες αλλαγές στο ΠΑΣΟΚ.




Ο «ΑΚΗΡΥΧΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ» ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


Η κυριαρχία των ΗΠΑ στο γεωπολιτικό πεδίο του ανταγωνισμού, παίρνει μετά τον πόλεμο στο Ιράκ νέες μορφές και διαστάσεις. Για πρώτη φορά οι Αμερικάνοι επιχειρούν την κατοχή μιας χώρας με αποκλειστικά και μόνο δικές τους δυνάμεις, με την εξαίρεση των Βρετανών συμμάχων τους. Δεν πρόκειται για ένα γεγονός που προέκυψε συγκυριακά, με πρωτοβουλίες και συγκρούσεις της στιγμής. Πρόκειται για τη νέα στρατηγική παγκόσμιας κυριαρχίας, που δηλώνει απερίφραστα το δικαίωμα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού να επεμβαίνει σε όλο τον κόσμο ενάντια όχι μόνο σε «ανυπάκουα» καθεστώτα και την εθνική κυριαρχία των λαών αλλά και ενάντια στα συμφέροντα και τη θέληση άλλων ιμπεριαλισμών. Με την στρατηγική αυτή, που δρομολογήθηκε πλήρως με τον πόλεμο στο Ιράκ, οι ΗΠΑ:

  • επιχειρούν να θωρακίσουν την ηγεμονία τους στον έλεγχο πρώτων υλών και εμπορικών δρόμων και να επιβάλουν την παγκόσμια αστυνόμευση (έλεγχος πυρηνικών όπλων, συνεργασία για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας κ.λπ.),

  • διατηρούν και επεκτείνουν το αποκλειστικό δικαίωμα της παρέμβασης σε κάθε περιφερειακή διαμάχη, μέσω της οποίας επιβάλλουν τα γεωπολιτικά και τα οικονομικά τους συμφέροντα (Μ.Ανατολή, Κ.Ασία, Βαλκάνια κ.ά.),

  • υποσκάπτουν τις πάγιες συμμαχίες τους (ΝΑΤΟ) και δημιουργούν τις κατάλληλες κάθε φορά, ανάλογα με τους στόχους τους σε κάθε περιοχή και συγκυρία,

  • αγνοούν επιδεικτικά τον ΟΗΕ, όταν δεν τους βολεύει, και επιβάλλουν τη δική τους ιδεολογική και πολιτική αντίληψη για το «διεθνές δίκαιο» (πόλεμος «κατά της τρομοκρατίας», δίκες «εγκληματιών πολέμου»).

Η στρατηγική αυτή του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, η οποία στηρίζεται στην στρατιωτική κυρίως αλλά και την οικονομική υπεροχή του, απαντά στους αντιπάλους του στον ανταγωνισμό για το μοίρασμα της παγκόσμιας αγοράς και των σφαιρών επιρροής. Η τρομοκρατία αξιοποιείται ως ο νέος παγκόσμιος κίνδυνος ελλείψει του «κομμουνιστικού κινδύνου», με τον οποίο οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ επί χρόνια δικαιολογούσαν τις στρατιωτικές δαπάνες και επιχειρήσεις απέναντι στο λαό τους. Με τις επεμβάσεις τους «συνετίζουν» τις αραβικές ολιγαρχίες και όλες τις αστικές τάξεις που πρέπει να υποταχθούν στα σχέδιά τους. Αλλά ο πραγματικός κίνδυνος του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού είναι η ανάπτυξη των ανταγωνιστών του, των άλλων μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών. Απέναντι στη δική τους ανάπτυξη θωρακίζεται εξασφαλίζοντας τον έλεγχο σε κάθε σημείο του πλανήτη που έχει οικονομική ή γεωπολιτική σημασία.

Ο πόλεμος στο Ιράκ ανέδειξε τάσεις στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό που υπάρχουν και ενισχύονται εδώ και πολλά χρόνια. Έγινε φανερή η σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στους Αμερικάνους και Γαλλο-γερμανούς ιμπεριαλιστές. Η αφετηρία αυτής της σύγκρουσης ανάμεσα στους θεμέλιους λίθους της διατλαντικής συμμαχίας πρέπει να αναζητηθεί στη μεταβολή των μεταπολεμικών συσχετισμών και των σχέσεων που οικοδομήθηκαν στη βάση αυτών.

Ήδη στη δεκαετία του '80, η Γερμανία και η Ιαπωνία δυναμώνουν οικονομικά και η ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης προωθείται στο πλαίσιο της ΕΟΚ. Το μοίρασμα της παγκόσμιας αγοράς τίθεται πλέον με νέους όρους. Με τη διακύμανση των νομισματικών ισοτιμιών και τους όρους κερδοφορίας και επένδυσης που διαμορφώνονται στο εσωτερικό της κάθε ισχυρής οικονομίας, ρυθμίζονται οι ροές των κεφαλαίων, τα μερίδια του παγκόσμιου εμπορίου και η δημοσιονομική πολιτική. Οι ισχυρές οικονομικά χώρες συγκρούονται πλέον σοβαρά μεταξύ τους προσπαθώντας η καθεμιά να προστατεύσει την εσωτερική της αγορά από τα ανταγωνιστικά κεφάλαια και προϊόντα και να διευρύνει παράλληλα τη διείσδυσή της σε αγορές που εξασφαλίζουν υψηλά κέρδη. Σ' αυτόν τον ανταγωνισμό εντάσσονται οι προσπάθειες για την «ενιαία ευρωπαϊκή αγορά» και οι επενδύσεις σε αναδυόμενες αγορές της ΝΑ Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.

Η πτώση της ΕΣΣΔ δημιούργησε νέα πεδία γεωπολιτικού και οικονομικού ανταγωνισμού ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τις προϋποθέσεις για την μελλοντική όξυνση των μεταξύ τους αντιθέσεων. Δημιούργησε την απόλυτη στρατιωτική ηγεμονία των ΗΠΑ από τη μια και τις επεκτατικές διαθέσεις του γερμανικού ιμπεριαλισμού από την άλλη.

Καθ' όλη τη δεκαετία του '90 παρά την όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ Αμερικάνων και Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών, παρέμεναν σε λειτουργία οι μηχανισμοί της μεταξύ τους διαπραγμάτευσης, όπως είναι το ΝΑΤΟ και ο ΟΗΕ. Αναζητήθηκαν δε ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις νέοι τρόποι διαπραγμάτευσης και δικλείδες ασφαλείας για τις συγκρούσεις τους σε ζητήματα της παγκόσμιας αγοράς. Δημιουργήθηκε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, δυνάμωσε ο ρόλος των Κεντρικών Τραπεζών, δόθηκε έμφαση στις συναντήσεις της ομάδας G7.

Η συνεχής διαπραγμάτευση όπως και η επίτευξη συναίνεσης στις περιόδους κρίσεων (πόλεμος του Κόλπου, Γιουγκοσλαβικό, επέμβαση στο Αφγανιστάν) δεν ήταν αποτέλεσμα καλής θέλησης. Είναι ανάγκη που προέκυπτε και προκύπτει και σήμερα από το συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός παρότι τείνει να αναβαθμίσει τη θέση του στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, απέχει ακόμη πολύ από το να αμφισβητήσει σοβαρά την αμερικάνικη ηγεμονία στον πλανήτη. Γι' αυτό σε κάθε περίπτωση κρίσης, όλες οι ευρωπαϊκές δυνάμεις οδηγήθηκαν σε συστράτευση με τις ΗΠΑ, επιχειρώντας τη διαπραγμάτευση των συμφερόντων τους στο παρασκήνιο. Άλλοτε πιο ενεργητικά, όπως στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, όταν όλοι ήθελαν την ανατροπή του Μιλόσεβιτς και αφού η Γερμανία είχε εξασφαλίσει στην επιρροή της την Σλοβενία και την Κροατία, και άλλοτε παθητικά, όπως στον Περσικό, όταν σύρθηκαν σε πόλεμο για τα αμερικανικά συμφέροντα επιχειρώντας εκ των υστέρων να εξασφαλίσουν μερίδιο από τα πετρέλαια του Ιράκ, οι Ευρωπαίοι αποδέχθηκαν την ηγεμονία των Αμερικανών χωρίς ούτε στιγμή να ξεχάσουν την προώθηση των συμφερόντων τους.

Για πρώτη φορά ο Γαλλογερμανικός άξονας ήρθε σε ανοιχτή ρήξη με τις ΗΠΑ στο ζήτημα του πρόσφατου πολέμου στο Ιράκ. Η ρήξη αυτή είναι ένα βήμα αυτονόμησης των Ευρωπαίων από την αμερικάνικη ομπρέλα, ακριβώς τη στιγμή που κορυφώνεται η αμερικάνικη επιθετικότητα. Γίνεται φανερό ότι το παιχνίδι σκληραίνει κι από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Τόσο οι ΗΠΑ όσο και ο άξονας επιχείρησαν να συσπειρώσουν γύρω τους τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, τη Ρωσία και την Κίνα. Η Βρετανία ταυτίστηκε με τις ΗΠΑ, αφού τόσο στην βιομηχανία όπλων όσο και στο εμπόριο πετρελαίου υπάρχει συμπλοκή κεφαλαίων από τις δύο χώρες. Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διχάστηκαν ανάμεσα στα δύο ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα. Αν σε μια τέτοια περίπτωση, το θέμα δεν ήταν η άρνησή τους να υποστηρίξουν τους Αμερικάνους, αλλά η απόφασή τους να υποστηρίξουν το Ιράκ, θα προσεγγίζαμε την παγκόσμια σύρραξη.

Είμαστε ωστόσο μακριά ακόμα από ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Οι Γερμανοί μαζί με όποιους άλλους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές κι αν συμμαχήσουν σήμερα, δεν διαθέτουν την αναγκαία δύναμη, οικονομική, πολιτική και στρατιωτική, για να φτάσουμε σε πολεμική σύγκρουση ακόμα και αν οι αντιθέσεις με τους Αμερικάνους οξυνθούν μέχρι κρίσιμου σημείου. Όμως και η προοπτική της όξυνσης των αντιθέσεων υπάρχει και οι τάσεις αυτονόμησης από την πλευρά των Ευρωπαίων υπάρχουν και ενισχύονται. Σ' αυτήν την προοπτική και σ' αυτές τις τάσεις απαντά άλλωστε η επιθετική διεθνής στρατηγική των Αμερικανών, όπως προαναφέραμε. Ο αγώνας ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές για το μοίρασμα της παγκόσμιας αγοράς και των σφαιρών επιρροής παίρνει τέτοιο μέγεθος και τέτοια χαρακτηριστικά που η ανάπτυξη του ενός σημαίνει την αποδυνάμωση του άλλου.

Παρόλο που σήμερα οι Αμερικάνοι κάθε άλλο παρά περίπατο κάνουν στο Ιράκ και βιάζονται πλέον για την εγκαθίδρυση μιας ιρακινής εξουσίας που να είναι στοιχειωδώς ικανή να επιβληθεί, οι Ευρωπαίοι είναι υποχρεωμένοι να συρθούν σε συμβιβασμούς για να ξαναμπούν στη μοιρασιά. Επαναδιαπραγματεύονται λοιπόν τη συμμετοχή τους στην κατοχή του Ιράκ, με όρους κόστους (για τις δυνάμεις κατοχής) - οφέλους (από την ανοικοδόμηση και το πετρέλαιο). Κι αν μέχρι σήμερα δεν έχει επέλθει τελικός συμβιβασμός σ' αυτό, είναι γιατί με τις παρούσες συνθήκες ο χρόνος πιέζει μόνο τους Αμερικάνους και αυτοί δεν έκαναν μέχρι τώρα σοβαρές υποχωρήσεις για τη μοιρασιά.

Οι ανταγωνισμοί όμως ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν είναι στενά γεωπολιτικοί, είναι κατ' εξοχήν οικονομικοί σήμερα. Το οικονομικό πεδίο μάλιστα αποκτά όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα στις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, γιατί η διεθνοποίηση του κεφαλαίου δημιουργεί πολλαπλά νήματα σύνδεσης των εθνικών οικονομιών. Στο πεδίο αυτό οι αντιθέσεις εκδηλώνονται καθημερινά και πολλούς τρόπους. Οι εμπορικοί πόλεμοι των ΗΠΑ ενάντια σε Ευρώπη και Ιαπωνία και αντίστροφα, διευρύνονται και εντείνονται. Ο ΠΟΕ αποτελεί ολοένα και περισσότερο όργανο μεταφοράς των αντιθέσεων και διαπραγμάτευσης ανάμεσα στις μεγάλες οικονομίες. Αντίστοιχα μέσω των νομισματικών διακυμάνσεων, των επιτοκίων και της φορολογίας εξελίσσεται καθημερινά ένας αγώνας δρόμου ανάμεσα στα οικονομικά κέντρα, που το καθένα αγωνίζεται για την ενίσχυση της θέσης του δικού του μονοπωλιακού και χρηματιστικού κεφαλαίου στην διεθνή οικονομία.

Η πρόσφατη άνοδος της ισοτιμίας του ευρώ έναντι του δολαρίου, για παράδειγμα, εξυπηρέτησε την ανταγωνιστικότητα της αμερικάνικης οικονομίας, την στιγμή που η τελευταία χρειάζεται να επιταχύνει την έξοδό της από την οικονομική κρίση. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα από την άλλη αξιοποίησε το γεγονός και δεν πήρε μέτρα ασφαλείας (μείωση των επιτοκίων) για να εκβιάσει τις χώρες - μέλη προς αυστηρότερη δημοσιονομική πολιτική και παραγωγικές αναδιαρθρώσεις. Επιπλέον έδωσε ένα στίγμα έλξης ξένων κεφαλαίων, η οποία μακροπρόθεσμα μπορεί να βλάψει σοβαρά την αμερικάνικη οικονομία, αν μετακινηθούν μεγάλα κεφάλαια απ' αυτήν προς ευρωπαϊκές αγορές, γεγονός που θα επιβαρύνει τα ήδη μεγάλα ελλείμματα στα ισοζύγιά της.

Πίσω από τον συνεχή αγώνα στο χρηματοπιστωτικό και εμπορικό επίπεδο, οι διατλαντικές αντιθέσεις συσσωρεύονται με την αργή αλλά σταθερή πορεία αυτονόμησης της ΕΕ υπό την ηγεμονία της Γερμανίας. Η στρατηγική που βρίσκεται στον αντίποδα της αμερικάνικης κυριαρχίας, εκφράζεται σήμερα από τους ένθερμους υποστηρικτές της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης και περιλαμβάνει:

  • την ενίσχυση της θέσης του ευρωπαϊκού χρηματιστικού κεφαλαίου

  • την περιφρούρηση της ευρωπαϊκής αγοράς και την άνοδο της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών προϊόντων

  • την σταθεροποίηση των γεωπολιτικών συμμαχιών και τη θεσμοθέτηση «εσωτερικών διαδικασιών» (ενίσχυση των θεσμών της ΕΕ και του ρόλου της ΔΕΕ)

  • την αξιοποίηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης για την επιτάχυνση της ιμπεριαλιστικής ανάπτυξης (συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, ανάπτυξη έρευνας και τεχνολογίας, ανάπτυξη στρατιωτικής βιομηχανίας).

Ζούμε συνεπώς μια νέα περίοδο, αυτήν του «ακήρυχτου πολέμου» ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, μια περίοδο συσσώρευσης των αντιθέσεων που θα οδηγήσει αργά ή γρήγορα σε εκτεταμένες συγκρούσεις. Αυτή είναι η ουσία της «νέας τάξης πραγμάτων». Και δεν έχει φυσικά τίποτα το πραγματικά νέο. Πρόκειται για την ίδια και απαράλλακτη πραγματικότητα του ιμπεριαλισμού, που οδήγησε την ανθρωπότητα σε δύο παγκόσμιους πολέμους και που ανακυκλώνεται συνεχώς μεταξύ καταστροφής και ανοικοδόμησης, γιατί δεν έχει καμία άλλη προοπτική. Γιατί είναι το τελευταίο στάδιο ανάπτυξης του γηρασμένου και ιστορικά χρεοκοπημένου καπιταλισμού και υπάρχει μόνο για να εμποδίζει την κοινωνική ανάπτυξη, που σημαίνει την ανατροπή του καπιταλισμού.



ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΟΜΟΨΥΧΙΑ


Οι εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό της χώρας μοιάζουν γεμάτες αλλαγές και απρόβλεπτα. Ωστόσο είναι δεδομένο ότι προχωράμε προς τις εκλογές με τη μέγιστη επί της ουσίας πολιτική συναίνεση στην ιστορία. Τα δύο μεγάλα κόμματα φυσικά στον προεκλογικό τους αγώνα προσπαθούν να αναδείξουν διαφορές μεταξύ τους έστω και στο επουσιώδες. Όμως και εκεί ακόμα, σε ζητήματα δευτερεύοντα και τακτικής δυσκολεύονται να επιδείξουν διαφορές. Πόσο μάλλον στην στρατηγική τους, η οποία συγκλίνει συνεχώς εδώ και χρόνια. Δεν πρέπει λοιπόν να μας εκπλήσσουν οι μεταλλάξεις που προωθούνται (σήμα και όνομα του ΠΑΣΟΚ) και οι πρόσφατες «μεταγραφές» νεοφιλελεύθερων (Μάνος, Ανδριανόπουλος). Είναι φανερό ότι παρά την τεχνητή «επικοινωνιακή» πόλωση και όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα της εκλογικής αναμέτρησης, υπάρχει πλέον η πολυπόθητη «εθνική ομοψυχία»! Ποιος θα την καρπωθεί και ποιος θα την πληρώσει αυτήν την «ομοψυχία», είναι επίσης δεδομένο.

Σε τι συνίσταται όμως πραγματικά και τι σημαίνει η τόσο μεγάλη σύγκλιση των δύο κομμάτων; Τι πραγματικά νέο προβλέπεται να υπάρξει στο κομματικό σύστημα και τι μπορούμε να περιμένουμε από την όποια «νέα διακυβέρνηση»; Πολλές από τις αναλύσεις και απόψεις που κυκλοφορούν, ακόμα και μέσα στο χώρο της Αριστεράς, λειτουργούν αποπροσανατολιστικά. Από πολλούς, για παράδειγμα, καταγγέλθηκε ως αμερικανοκίνητη η αλλαγή ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ και ως εξαμερικανισμός του πολιτικού συστήματος η νέα διαδικασία εκλογής προέδρου. Η άποψη αυτή ερμηνεύει τις εξελίξεις στη βάση μιας άμεσης ή έμμεσης παρέμβασης των Αμερικανών. Αν παραμείνουμε σε απόψεις σαν κι αυτές χωρίς να εξετάζουμε το υπόβαθρο των γεγονότων, την ταξική τους ουσία, έχουμε παραπλανητική εικόνα των εξελίξεων.

Η σύγκλιση των δύο μεγάλων κομμάτων είναι σαφώς αποτέλεσμα της ύπαρξης ενιαίας και μη αμφισβητήσιμης στρατηγικής για την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού. Συνοπτικά η στρατηγική αυτή συνίσταται σε τρεις βασικούς άξονες:

  • Νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση της οικονομίας και του κράτους

  • Πλήρης συμμετοχή στις διαδικασίες οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης και διεκδίκηση των «εθνικών συμφερόντων» εντός αυτών

  • Συμπαράταξη και διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ σε κάθε περιφερειακό ζήτημα «εθνικού ενδιαφέροντος».

Η αποδοχή, η αποσαφήνιση και η προώθηση αυτής της στρατηγικής από το σύνολο των δυνάμεων διαχείρισης είναι προφανώς δείγμα αυτονομίας και ενότητας της αστικής τάξης της χώρας και όχι συνέπεια «ξένης παρέμβασης» και «εξαρτήσεων». Ο ελληνικός καπιταλισμός προωθεί άλλωστε παραπέρα την στρατηγική που επί μία δεκαετία και πλέον ακολουθεί.

Επιπλέον το γεγονός της ισχυρής πολιτικής συναίνεσης στη βάση αυτής της στρατηγικής είναι αποτέλεσμα τριών παραγόντων:

  • Η πορεία της ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού και η θέση του στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα κρίνονται συνολικά θετικές.

  • Η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων σε συνδυασμό με τη γεωπολιτική θέση της χώρας επιβάλλουν τη διαπραγμάτευση με τις μεγαλύτερες δυνάμεις, κυρίως τις ΗΠΑ, προκειμένου να ενισχύεται ο ελληνικός καπιταλισμός.

  • Η κυριαρχία της αστικής τάξης είναι εξαιρετικά ασφαλής, λόγω της αποδυνάμωσης του εργατικού κινήματος, ώστε να μην υποχρεώνεται το πολιτικό της σύστημα να εμπεριέχει εναλλακτικές προτάσεις διαχείρισης, προκειμένου να ενσωματώσει τις μάζες.

Σ' αυτούς τους παράγοντες οφείλουμε να επικεντρώσουμε, γιατί περιγράφουν τους ταξικούς συσχετισμούς και συνεπώς καθορίζουν σε μέγιστο βαθμό τις πολιτικές εξελίξεις.

Το έργο της κυβέρνησης Σημίτη κρίνεται συνολικά θετικό από το ελληνικό κεφάλαιο. Ένα σαφές επίτευγμα της διαχείρισης που άσκησε, είναι οι πολύ υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης των τελευταίων χρόνων, σε μία περίοδο παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης. Το επίτευγμα αυτό οφείλεται κατά ένα μέρος μόνο στην προετοιμασία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες και κατά πολύ είναι συνέπεια της κεϋνσιανού τύπου πολιτικής που εφαρμόστηκε, με αναγκαίο κακό τη διόγκωση των ελλειμμάτων και του χρέους. Επιπλέον θετικά χρεώνεται στην κυβέρνηση η προώθηση αναδιαρθρώσεων στην οικονομία (συγκεντροποίηση κεφαλαίου, αποκρατικοποιήσεις, αγροτική μεταρρύθμιση, νέες εργασιακές σχέσεις), παρά τις καθυστερήσεις. Το πιο σημαντικό όμως για την ελληνική αστική τάξη ήταν ο επιτυχημένος τρόπος που η κυβέρνηση αυτή διατήρησε και εκμεταλλεύτηκε την ισορροπία των καλών σχέσεων τόσο με την ΕΕ όσο και με τις ΗΠΑ. Κατάφερε να εκμεταλλευτεί τις αντιθέσεις της ΕΕ με την Τουρκία, συμμάχησε με τους Ευρωπαίους προκειμένου να ενταχθεί η Κύπρος στην ΕΕ, συμμάχησε με τις ΗΠΑ για τη διευκόλυνση της επέμβασης στο Ιράκ και παράλληλα προώθησε την άμβλυνση της στάσης της ΕΕ στο όνομα της ενότητάς της.

Στην πραγματικότητα λοιπόν οι επίδοξοι διάδοχοι του Κ.Σημίτη το μόνο που έχουν να τάξουν στην ελληνική άρχουσα τάξη είναι ότι θα είναι συνεχιστές του έργου του και ότι θα αποδειχθούν πιο αποτελεσματικοί και πετυχημένοι. Το ίδιο φιλο-αμερικάνος με τον Σημίτη θα είναι ο νέος πρωθυπουργός, όποιος κι αν είναι. Γιατί η συμμαχία με τις ΗΠΑ επιβάλλεται σε χώρες σαν την Ελλάδα προκειμένου να αποκομίσουν μερίδιο από την ιμπεριαλιστική μοιρασιά. Αλλά και το ίδιο φιλο-Ευρωπαίος με τον ίδιο ακριβώς στόχο, να δυναμώσει οικονομικά και πολιτικά στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό. Στο μόνο πεδίο που έχουν να επιδείξουν μεγαλύτερη πρόοδο για το ελληνικό κεφάλαιο είναι στην προώθηση των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων εκεί που υπήρξαν καθυστερήσεις (π.χ. αποκρατικοποιήσεις, δημόσιος τομέας) ή και αποτυχίες (π.χ. ασφαλιστικό, εργασιακές σχέσεις).

Είναι λοιπόν επιβεβλημένο να είναι το «νέο ΠΑΣΟΚ» του Γ.Παπανδρέου ουσιαστικά πιο νεοφιλελεύθερο, να προπαγανδίζει την πιο ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική ως ρήξη με «νοοτροπίες του παρελθόντος» και όχι την ήπια και «λόγω ανάγκης» που πρόβαλε ως τώρα το ΠΑΣΟΚ. Είναι επιβεβλημένο, γιατί αυτό απαιτεί το ελληνικό κεφάλαιο. Αλλά γιατί είναι και τόσο εύκολα κατορθωτό;

Φυσικά δεν μπορεί να φταίει γι' αυτό μόνο η καλή «επικοινωνιακή» εικόνα του νέου αρχηγού. Ούτε μόνο η φθορά που έχει υποστεί το κόμμα από τη μακρά παραμονή του στην εξουσία. Η βασική αιτία είναι η μεγάλη ιδεολογική και πολιτική υποχώρηση του εργατικού κινήματος, που επιτρέπει την ανάδειξη του νεοφιλελευθερισμού σε μοναδική πολιτική διέξοδο. Έχοντας επίγνωση της σοβαρότητας που έχει για το ΠΑΣΟΚ, το κύριο κόμμα που εγκλωβίζει την αντίσταση της εργατικής τάξης, η ανοιχτή υιοθέτηση των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων, ο νέος αρχηγός πήρε ιδεολογικά και οργανωτικά μέτρα. Συνδύασε την πρόταση για νεοφιλελεύθερη διαχείριση με τη λεγόμενη «συμμετοχική δημοκρατία» και φρόντισε με τη διαδικασία εκλογής του να είναι αδιαμφισβήτητος για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμα κι αν χάσει τις εκλογές. Είναι άλλωστε φανερό ότι το ΠΑΣΟΚ θα κληθεί να δώσει εξετάσεις περισσότερο αν βρεθεί στην αντιπολίτευση παρά στην κυβέρνηση. Γιατί σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει με την στάση του να συμβάλλει θετικά στις νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις της κυβέρνησης ΝΔ κρατώντας τις αγωνιστικές διαθέσεις των εργαζομένων εντός ορίων.

Το μόνο «νέο» που φέρνει ο νέος αρχηγός στο ΠΑΣΟΚ, είναι ο ανοιχτός νεοφιλελευθερισμός, ντυμένος όμως με «νέες ιδέες και νέα ελπίδα». Κι αυτό το «νέο» θα το συναντήσουν όλοι οι εργαζόμενοι μπροστά τους, με όποια κυβέρνηση κι αν αναδείξουν οι εκλογές της 7ης Μαρτίου, στα εισοδήματα, στις εργασιακές σχέσεις, στην κοινωνική ασφάλιση, στην υγεία και την παιδεία. Ας είναι έτοιμοι για νέους αγώνες, που θα μπορέσουν ίσως να κάμψουν τη νεοφιλελεύθερη ομοψυχία και να αναδείξουν τη μία και μοναδική, παλιά δύναμη, που παραμένει πάντα ο φορέας του νέου, τη δύναμη της οργάνωσης και της πάλης του εργατικού κινήματος.

Αναζήτηση

Γνώμες