[2020-01-06] 29 χρόνια από τη δολοφονία του Νίκου Τεμπονέρα

29 χρόνια από τη δολοφονία του Νίκου Τεμπονέρα

9 Ιανουαρίου 2020, 6:30 μμ Προπύλαια

Διαδήλωση μνήμης και τιμής στο Νίκο Τεμπονέρα

Το αίμα των νεκρών αγωνιστών βάφει κόκκινο το μέλλον των λαών

2020_01_06_NIKOS_TEMPONERAS

 

Η δολοφονία Τεμπονέρα: αιματηρή υπόμνηση ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι δικτατορία της αστικής τάξης

Στις 9 Γενάρη, συμπληρώνονται 29 χρόνια από τη δολοφονία του Νίκου Τεμπονέρα, γεγονός που σηματοδότησε τη δραματική κορύφωση του πανεκπαιδευτικού κινήματος της περιόδου 1990–91 και που μέχρι σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς για το εκπαιδευτικό και το εργατικό κίνημα. Το γεγονός της δολοφονίας αποτελεί μέχρι σήμερα ανεξίτηλο στίγμα για την αστική τάξη και γι’ αυτό σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος επιλέγει τη λήθη, τόσο σε σχέση με το συγκεκριμένο συμβάν όσο και σε σχέση με το πολιτικό περιβάλλον που το γέννησε, καθώς και η ίδια η δολοφονία, αλλά και το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συνέβη προσφέρονται για την εξαγωγή πολύτιμων, για το μέλλον του κινήματος, συμπερασμάτων.

 

Το μαθητικό και φοιτητικό κίνημα την περίοδο 1990 – 1991.

Οι αιτίες της γέννησής του

Ακόμα και χωρίς το γεγονός της δολοφονίας του Νίκου Τεμπονέρα, το κίνημα του ’90-91 θα παρέμενε σημείο αναφοράς για το λαϊκό κίνημα, όντας ένας αγώνας που νίκησε με ξεκάθαρο τρόπο, ανατρέποντας την κυβερνητική πολιτική και εξαναγκάζοντας τον αρμόδιο υπουργό σε παραίτηση.

Το ξέσπασμα ενός τόσο μαζικού (και εν τέλει νικηφόρου) κινήματος φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο για εκείνη την περίοδο, περίοδο της κατάρρευσης του «υπαρκτού σοσιαλισμού», γενικευμένης υποχώρησης του εργατικού κινήματος, όξυνσης του αντικομμουνισμού και με την Αριστερά στη γωνία βραχυκυκλωμένη από τα υπαρξιακά της αδιέξοδα. Μια προσεκτικότερη ματιά όμως, στην περίοδο αναδεικνύει τις αιτίες που διαφεύγουν της επιφανειακής ανάγνωσης των γεγονότων.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας που βρισκόταν τότε στην εξουσία εκλέγεται τον Απρίλη του 1990. Είχε προηγηθεί μια 10μηνη περίοδος «συμμαχικών» κυβερνήσεων που στρώσανε τον δρόμο στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα που θα ακολουθήσει. Σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ενιαίος ΣΥΝ) συμφωνεί σε μια επί της ουσίας νεοφιλελεύθερη πολιτική, με επιμέρους διαφωνίες στους ρυθμούς εφαρμογής της. Ο «εκσυγχρονισμός» και η «δημοσιονομική εξυγίανση» γίνονται σημαία της οικουμενικής κυβέρνησης που σχηματίζουν τα τρία κόμματα, αντικαθιστώντας το σύνθημα της «κάθαρσης» που είχε κυριαρχήσει για ενάμιση χρόνο στο πολιτικό σκηνικό οδηγώντας στην κυβέρνηση Τζανετάκη (ΝΔ–ΣΥΝ). Η οικουμενική κυβέρνηση, που κάποιοι πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ και της Αριστεράς την θέλανε κυβέρνηση μακράς πνοής για να «λυθούν τα μεγάλα προβλήματα του τόπου», θα τερματίσει άδοξα τον βίο της με πρωτοβουλία της ΝΔ που επιδιώκει να αξιοποιήσει το μεγάλο πολιτικό πλεονέκτημα που έχει αποκτήσει ως ο πιο συνεπής εκφραστής μιας αποδεκτής από όλα τα καθεστωτικά κόμματα πολιτικής διαχείρισης.

Το κυρίως έργο της οικουμενικής κυβέρνησης ήταν ασφαλώς το άνοιγμα του δρόμου σε μια πολιτική, που η αστική τάξη την ήθελε να εφαρμοστεί με ταχύτερους ρυθμούς για να μπορέσει να λύσει, όσο πιο σύντομα γινόταν, χρόνια προβλήματα και να ανταπεξέλθει στον διεθνή ανταγωνισμό που προβλεπόταν αμείλικτος με το βάθεμα των διαδικασιών της ευρωπαϊκής κοινής αγοράς. Το ότι η κυβέρνηση της ΝΔ ήταν στρατηγική επιλογή της αστικής τάξης για εκείνη την περίοδο, φαίνεται και από το ότι οι ναυαρχίδες του λεγόμενου «προοδευτικού» αστικού τύπου, οι εφημερίδες Τα Νέα, Έθνος, και Ελευθεροτυπία, έφτασαν στο σημείο να υποστηρίξουν ανοιχτά την ΝΔ στις εκλογές του Ιουνίου του 1989.

Οι προθέσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη θα φανούν με το «καλημέρα». Ανοίγει το ασφαλιστικό και κάνει μετωπική επίθεση στους εργαζόμενους των –υπό κρατική ιδιοκτησία– «προβληματικών» επιχειρήσεων προωθώντας την ιδιωτικοποίησή τους. Ταυτόχρονα, βαθαίνει την «οικουμενική» λιτότητα με μια μεγάλη γκάμα φοροεισπρακτικών μέτρων που εκτοξεύουν τον πληθωρισμό στο 23% και χτυπάνε καίρια το λαϊκό εισόδημα, ενώ στέκεται αδιάλλακτη απέναντι σε οποιαδήποτε διεκδίκηση. Μέσα στο πρώτο εξάμηνο της κυβερνητικής θητείας Μητσοτάκη θα γίνουν απεργίες στη ΔΕΗ, τις τράπεζες, τις προβληματικές επιχειρήσεις, τους καθηγητές και θα λήξουν όλες με ήττα χωρίς να αποσπάσουν το παραμικρό.

Η λαϊκή δυσαρέσκεια διογκώνεται και γίνεται φανερό και μετά τις δημοτικές εκλογές του Οκτώβρη ότι το 47% που είχε συγκεντρώσει το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του Απρίλη είναι πλέον αναντίστοιχο με το γενικότερο κλίμα. Αυτή ακριβώς η εργατική και λαϊκή δυσαρέσκεια που έχει έντονα αντικυβερνητικά χαρακτηριστικά θα αποτελέσει το πιο σταθερό υπόβαθρο και την κύρια αιτία για τη μαζικότητα και την αποφασιστικότητα του μαθητικού κινήματος εκείνου του χειμώνα.

Η έκταση των κινητοποιήσεων, με το 90% και πάνω των Λυκείων της χώρας υπό κατάληψη, είναι απολύτως ενδεικτικό της πλατιάς κοινωνικής στήριξης που απολάμβανε ο αγώνας των μαθητών. Αυτή η κοινωνική στήριξη προερχόμενη κυρίως από την πληττόμενη εργατική τάξη που αισθανόταν αβεβαιότητα για το μέλλον, θα οδηγήσει σε μια ιδιότυπη ρεβάνς των ηττημένων εργατών μέσω των μαθητικών καταλήψεων.

Αυτή η κύρια αιτία για την έκταση και τη διάρκεια του κινήματος, έχει ωστόσο και μια δευτερεύουσα αλλά σημαντική παράμετρο. Η εργατική πλειοψηφία, που αποτέλεσε το πιο σταθερό στήριγμα του μαθητικού αγώνα, πάλευε ενάντια στην κυβέρνηση, νοσταλγώντας τη σοσιαλδημοκρατική κυβερνητική διαχείριση των πρώτων χρόνων της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, που όμως είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η πάλη για την ανατροπή της κυβέρνησης, άλλωστε, ποτέ δεν αποκτάει μαζικά χαρακτηριστικά, αν δεν είναι ορατή μια άλλη πολιτική λύση. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πολιτική λύση που είχε στο μυαλό του μεγάλο τμήμα των εργαζόμενων ήταν η επιστροφή του ΠΑΣΟΚ στην κυβερνητική εξουσία. Το ότι αυτή η «λύση» ήταν εφικτή και άμεσα ορατή, ενίσχυε βραχυπρόθεσμα την αποφασιστικότητα των αγωνιστών, πνίγοντας όμως μακροπρόθεσμα, λόγω και της κατάστασης της Αριστεράς, τις όποιες ριζικές αλλαγές στον ταξικό συσχετισμό θα μπορούσαν να προκύψουν μετά από ένα τέτοιου μεγέθους κίνημα.

Το ότι η εργατική δυσαρέσκεια ήταν η κύρια αιτία του κινήματος φαίνεται και από το γεγονός ότι οι κινητοποιήσεις, τόσο του πιο πολιτικοποιημένου φοιτητικού κινήματος, όσο και των μαθητικών κοινοτήτων, είχαν ξεκινήσει και μαζικοποιηθεί χωρίς να έχει καν εμφανιστεί το διαβόητο «πολυνομοσχέδιο Κοντογιαννόπουλου», πέρα από περιγραφές του σε δημοσιεύματα του τύπου. Το περιεχόμενο του συγκεκριμένου νομοθετήματος είναι, ωστόσο, η δεύτερη σε σημασία αιτία.

Το αλήστου μνήμης «πολυνομοσχέδιο» μπορεί να έμεινε στη συλλογική μνήμη για τις πιο ακραίες πλευρές του, όπως η επιστροφή της μαθητικής ποδιάς, ήταν εντούτοις μια συνολική προσπάθεια ριζικών τομών σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, ρυθμίζοντας από τα ζητήματα των σχέσεων των πανεπιστημίων και της έρευνας με τις ιδιωτικές εταιρείες, μέχρι το ζήτημα των ιδιωτικών ΑΕΙ, των «αιώνιων φοιτητών» και της πειθάρχησης της μαθητικής νεολαίας. Ήταν ένα ακόμα δείγμα της βιαιότητας της κυβερνητικής επίθεσης, αλλά και της αυτοπεποίθησης της κυβέρνησης που σε ένα νόμο ήθελε να περιλάβει όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες και με μια κίνηση να λύσει μια και καλή τους λογαριασμούς της με το εκπαιδευτικό κίνημα. Ακόμα και οι ακρότητες, όπως η επιστροφή της μαθητικής ποδιάς, είναι δείγμα αυτής της σιγουριάς. Η περίοδος εκείνη, άλλωστε, προσφερόταν για τέτοιου τύπου λάθη, καθώς φαίνεται ότι ακόμα και αστικά επιτελεία είχαν πιστέψει τους μύθους περί «τέλους της ιστορίας» και εξαφάνισης της ταξικής πάλης από το ιστορικό προσκήνιο.

Το κυβερνητικό επιτελείο συνεπαρμένο από τις νίκες του, μερικές μάλιστα απέναντι σε «δύσκολους» κλάδους όπως οι καθηγητές, δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι το μαθητικό κίνημα θα ήταν αξιόλογος αντίπαλος. Η ίδια εκτίμηση υπήρχε στα αστικά επιτελεία και για το κίνημα των φοιτητών, ιδιαίτερα μετά τις φοιτητικές εκλογές του 1990, στις οποίες η ΔΑΠ είχε αναδειχτεί πρώτη δύναμη με το απλησίαστο ιστορικό ρεκόρ του 45%, ενώ οι δυνάμεις της Αριστεράς, από το εύρωστο 30% της ενιαίας Πανσπουδαστικής το 1989, κατέγραφαν ποσοστά της τάξης του 12% (12,4% για την παράταξη του ενιαίου ΣΥΝ και 12,2% για τα Αριστερά Αντισυναινετικά Σχήματα της διαγραμμένης ΚΝΕ και του Ρήγα Φεραίου). Υπερεκτιμώντας τα αποτελέσματα ο αρθρογράφος της εφημερίδας Βήμα, ονόματι Λακόπουλος, θα γράψει τότε ότι πλέον δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο για την κυβερνητική πολιτική στα ΑΕΙ και ΤΕΙ.

Αυτή η εκτίμηση θα διαψευστεί οικτρά, καθώς η εντυπωσιακή εκλογική επιρροή της ΔΑΠ δεν θα μπορέσει να ανασχέσει την επέκταση των καταλήψεων και στις ανώτερες σχολές. Οι καταλήψεις στα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ θα δείξουν αξιοθαύμαστη αντοχή, θα ενισχύσουν το κίνημα παίζοντας σε μεγάλο βαθμό το ρόλο του πυροδότη, ενώ σε πολλές περιπτώσεις θα συνδεθούν και με τους μαθητές στηρίζοντας και –εν μέρει– πολιτικοποιώντας τις μαθητικές καταλήψεις. Κομβικό στοιχείο γι’ αυτήν την εξέλιξη είναι η ύπαρξη ενός αγωνιστικού δυναμικού που προερχόταν από τη διάσπαση της ΚΝΕ το 1989. Οι αγωνιστές της ΚΝΕ, απελευθερωμένοι από τα δεσμά του ΚΚΕ που σ’ εκείνο το κίνημα θα απουσιάσει πλήρως, θα παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Η δράση αυτού του δυναμικού ήταν μια από τις επιμέρους αιτίες για την έκταση και την αντοχή του κινήματος.

Η κυβερνητική επίθεση στο κίνημα οδηγεί στη δολοφονία Τεμπονέρα

Η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να σταματήσει το κίνημα, αρχικά ρίχνοντας άφθονη λάσπη μέσω του φιλικά προσκείμενου τύπου. Στην συνέχεια θα αξιοποιήσει τους κατασταλτικούς μηχανισμούς. Το χτύπημα από τα ΜΑΤ μαζικής πανελλαδικής πορείας στο Υπουργείο Παιδείας ήταν το πρώτο δείγμα. Η αντοχή του αγώνα, όμως, φέρνει την κυβέρνηση σε αδιέξοδο. Όταν διαψεύδονται οι ελπίδες για κάμψη του κινήματος μετά τις γιορτές, καθώς αρκετά σχολεία και σχολές παραμένουν υπό κατάληψη και κατά τη διάρκεια των χριστουγεννιάτικων διακοπών, θα επιστρατευτεί ο κομματικός μηχανισμός της ΝΔ.

«Οι καταλήψεις είναι παράνομες, οι ανακαταλήψεις είναι νόμιμες», θα δηλώσει ο τότε νομάρχης Αχαΐας Τάγαρης, εκφράζοντας με λίγο πιο ωμό τρόπο τη γραμμή του κυβερνητικού επιτελείου. Καθοδηγούμενοι από αυτήν την γραμμή «αγανακτισμένοι γονείς», μέλη της Νέας Δημοκρατίας, κάνουν την εμφάνισή τους έξω από τα κατειλημμένα Λύκεια απαιτώντας το σταμάτημα των καταλήψεων και επεισόδια σημειώνονται έξω από σχολεία σε πολλές πόλεις της χώρας. Στην Πάτρα, τα πράγματα θα οξυνθούν ακόμα περισσότερο, καθώς ομάδα τραμπούκων της ΟΝΝΕΔ θα ανακαταλάβει σχολείο ξυλοκοπώντας και πετώντας έξω τους καταληψίες μαθητές.

Όσο οι ΟΝΝΕΔίτες μένουν μέσα στο κτίριο του 3ου-7ου Λυκείου, θα συγκεντρωθεί απ’ έξω κόσμος που απαιτεί την αποχώρησή τους. Κάποια στιγμή οι τραμπούκοι αρχίζουν να εκτοξεύουν αντικείμενα στο πλήθος πυροδοτώντας νέα επεισόδια. Η ομάδα κρούσης της ΟΝΝΕΔ θα επιτεθεί στους συγκεντρωμένους. Ο 38χρονος καθηγητής Νίκος Τεμπονέρας βρίσκεται στην πρώτη γραμμή και θα γίνει θύμα της μανίας των τραμπούκων. Θα δεχτεί δύο χτυπήματα από σιδερολοστό. Στο δεύτερο χτύπημα, ο λοστός θα εισχωρήσει 13 εκατοστά μέσα στο κρανίο του σκοτώνοντάς τον. Φυσικός αυτουργός ο πρόεδρος της ΟΝΝΕΔ Αχαΐας και δημοτικός σύμβουλος Πάτρας Καλαμπόκας. Ηθικοί αυτουργοί όσοι σχεδίασαν και κάλυψαν τη δράση της ΟΝΝΕΔίτικης συμμορίας, οι τοπικοί βουλευτές Νικολόπουλος (ο γνωστός, που μέχρι πριν μερικούς μήνες στήριζε τη μνημονιακή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ), Μπεκίρης (τότε υφυπουργός παιδείας), ο νομάρχης Τάγαρης, αλλά και όσοι έδωσαν το πράσινο φως για τέτοιου τύπου «επιχειρήσεις», δηλαδή, η κυβέρνηση και ιδιαίτερα ο τότε υπουργός παιδείας Κοντογιανόπουλος (ο οποίος αργότερα θα μεταπηδήσει στο ΠΑΣΟΚ).

Ακολούθησε έκρηξη οργής για τη δολοφονία σε όλη την Ελλάδα. Οι καταλήψεις φούντωσαν και πραγματοποιήθηκαν οι πιο μαζικές μαθητικές διαδηλώσεις που έχουν γίνει ποτέ. Η τεράστια πορεία 100 χιλιάδων μαθητών στην Αθήνα, θα χτυπηθεί βάναυσα από την αστυνομία και στα επεισόδια που ακολούθησαν βρήκαν τον θάνατο άλλοι 4 άνθρωποι από πυρκαγιά που προκάλεσε δακρυγόνο των ΜΑΤ στο κατάστημα «Κ. Μαρούση».

Η υποχώρηση ήταν πλέον ο μόνος δυνατός δρόμος για την κυβέρνηση. Παραιτείται ο Κοντογιαννόπουλος, αποσύρεται το πολυνομοσχέδιο και ο νέος υπουργός παιδείας Σουφλιάς υπόσχεται διάλογο από μηδενική βάση.

Διατήρηση της συλλογικής μνήμης, εξαγωγή συμπερασμάτων

Η επιδίωξη της λήθης γύρω από τα γεγονότα εκείνου του θερμού χειμώνα είναι απολύτως αναμενόμενη για τη ΝΔ. Ωστόσο και το ΠΑΣΟΚ, παρ’ όλο που τότε ήταν αντιπολίτευση, θα ήθελε να σβηστούν τα γεγονότα εκείνα από τη συλλογική μνήμη, όχι μόνο γιατί ο πρωταγωνιστής Κοντογιαννόπουλος βρέθηκε αργότερα στους κόλπους του, αλλά και γιατί έχει πλέον μετατραπεί πλήρως σε δεξιό κόμμα, που στηρίζει τις επιλογές της αστικής τάξης. Αλλά και τα κόμματα της Αριστεράς δεν έχουν κάτι να θυμηθούν, καθώς η στάση του ενιαίου Συνασπισμού εκείνης της περιόδου (στον οποίον συμμετείχε και το ΚΚΕ, αλλά και οι πολιτικοί πρόγονοι του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ) ήταν σχεδόν εχθρική στο κίνημα και δεν προσφέρεται για περγαμηνές.

Κυρίως, θέλει να ξεχαστεί η όλη ιστορία η ίδια η αστική τάξη καθώς οι 5 νεκροί δεν ταιριάζουν στο ντεκόρ της συναινετικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Στην καλύτερη περίπτωση, τέτοια γεγονότα αποδίδονται σε κάποιο μυστήριο «παρακράτος» που είναι βέβαια κάτι διαφορετικό από το «δημοκρατικό κράτος» που δεν κάνει τέτοια πράγματα. Αυτό είναι βέβαια ψέμα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση και οι 4 νεκροί στο «Κ. Μαρούση» ήταν καθαρά κρατική δολοφονία, αλλά και η δολοφονία Τεμπονέρα προήλθε από δράση και καθοδήγηση κρατικών μηχανισμών. Άλλωστε, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις και στο πρόσφατο παρελθόν, αλλά και παλιότερα που τέτοιες «παρακρατικές» ομάδες συνδεόμενες, όπως αποδεικνύεται σχεδόν πάντα, με κάποιο τρόπο με το κράτος, πραγματοποιούν ενέργειες που εκ πρώτης όψεως δεν μοιάζουν με την «επίσημη» κρατική βία (ΜΑΤ κλπ.). Η δολοφονία του Νίκου Τεμπονέρα είναι μια αιματηρή υπόμνηση ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι καλυμμένη δικτατορία της αστικής τάξης.

Η βία απέναντι σε έναν αγώνα, δεν είναι βέβαια η πρώτη επιλογή των κρατικών μηχανισμών και της αστικής τάξης. Και ούτε είναι στους σχεδιασμούς τους οι δολοφονίες ανθρώπων, τουλάχιστον όχι σε τέτοιες περιπτώσεις, αν και η βίαιη αντιμετώπιση ενός κινήματος εμπεριέχει το ρίσκο τέτοιων εξελίξεων. Η επιλογή του βίαιου χτυπήματος στη συγκεκριμένη περίπτωση σχετίζεται και με το κυβερνητικό αδιέξοδο που προκλήθηκε από τη σθεναρή αντίσταση του νεολαιίστικου κινήματος, αλλά και με τους εν δυνάμει κινδύνους που ελλόχευαν όσο το κίνημα παρατεινόταν.

Πόσο επικίνδυνο όμως ήταν το κίνημα εκείνο και για ποιον;

Το κίνημα του ’90-91, όπως και κάθε μεγάλος αγώνας, φαίνεται σαν κάτι μοναδικό και καινούργιο. Αυτό οφείλεται στο ότι κάθε τέτοιο κίνημα έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και ιδιαίτερες συνθήκες που το προκαλούν που δεν είναι δυνατόν να επαναληφθούν. Πάντα ωστόσο, τέτοιοι μεγάλοι αγώνες επιβεβαιώνουν τα ίδια παλιά συμπεράσματα.

Στο συγκεκριμένο κίνημα, έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο το αυθόρμητο όπως φαίνεται από τη χιονοστιβάδα των μαθητικών καταλήψεων. Φυσικά, κανένα κίνημα δεν αποκτάει τέτοια έκταση χωρίς την αυθόρμητη κίνηση των μαζών. Ειδικά για την περίοδο εκείνη, που η Αριστερά βρισκόταν στο σύνολό της σε κατάσταση διάλυσης δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Ακόμα και στα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ που υπήρχαν δυνάμεις που καλούσαν σε αγώνα βάζοντας αριστερό πολιτικό περιεχόμενο, την αντοχή και τη διάρκεια στις φοιτητικές καταλήψεις την έδωσε η ύπαρξη ενός πλατιού αυθόρμητου αγωνιστικού μπλοκ. Αυτή η αυθόρμητη έκρηξη ήταν βέβαια αποτέλεσμα των αιτίων που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Όπως είναι βέβαια γνωστό από την ιστορία και τη θεωρία, οι διαθέσεις των μαζών είναι ευμετάβλητες και το αυθόρμητο είναι κατά βάση πολιτικά καθυστερημένο. Η σχεδόν πλήρης απουσία δυνάμεων που θα μπορούσαν να πολιτικοποιήσουν τον αγώνα, να μετατρέψουν το αυθόρμητο σε πολιτικά συνειδητό και να κερδίσουν δυνάμεις προς τα αριστερά σε μαζική κλίμακα ήταν εμφανής. Το ότι αρκετοί αγωνιστές πολιτικοποιήθηκαν, όπως συμβαίνει πάντα σε έναν τόσο μαζικό και μακρύ σε διάρκεια αγώνα, και κάποιοι στρατεύθηκαν σε οργανώσεις της Αριστεράς δεν ανατρέπει τη συνολική εικόνα ενός κινήματος που δεν αποτελούσε κίνδυνο για την αστική πολιτική, με την έννοια ότι θα μπορούσε να οδηγήσει στην αμφισβήτηση της αστικής πολιτικής σε μαζική κλίμακα και να συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός μαζικού επαναστατικού ρεύματος στη νεολαία.

Το κίνημα αυτό αποτελούσε όμως κίνδυνο για την κυβέρνηση. Η χρονική παράταση των καταλήψεων και μετά τις γιορτές θα όξυνε το μείζον πολιτικό πρόβλημα που είχε ήδη δημιουργηθεί. Το ότι δεν υπήρξε κάμψη του αγωνιστικού φρονήματος, όπως αναμενόταν, οδήγησε την κυβέρνηση στο να επιστρατεύσει όλες τις εφεδρείες της με τα γνωστά αποτελέσματα.

Η εικόνα αυτή αλλάζει με τα γεγονότα που οδηγούν στην παραίτηση Κοντογιαννόπουλου και αποτελούν κρίσιμο σημείο καμπής. Εκείνη τη στιγμή το κίνημα είχε πετύχει μια μεγάλη νίκη. Είχε αποκρούσει την κυβερνητική επίθεση με σχεδόν απόλυτη επιτυχία και είχε ικανοποιηθεί το κύριο αίτημα που ήταν η απόσυρση του πολυνομοσχεδίου. Όμως, στην ατζέντα είχαν πλέον μπει και άλλα αιτήματα, μεταξύ των οποίων ήταν και η τιμωρία των δολοφόνων του Νίκου Τεμπονέρα. Εκτός αυτού, ο αγώνας είχε έναν νεκρό και η οργή ήταν νωπή. Σε αυτό το σημείο το κίνημα είχε τη δυνατότητα να γίνει επικίνδυνο και για την αστική πολιτική, αν κατάφερνε να διατηρήσει τη μαζικότητά του περνώντας στην επίθεση. Ωστόσο, όπως φάνηκε ήταν πολιτικά αδύναμο να αντιμετωπίσει την επίθεση που δεν γινόταν πια μόνο από την κυβέρνηση αλλά από ολόκληρο τον πολιτικό κόσμο και που δεν ήταν επίθεση με τον λοστό αλλά με την πένα. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα γι’ αυτό, είναι άρθρο που δημοσιεύτηκε, λίγες μέρες μετά την δολοφονία Τεμπονέρα και στον απόηχο των μεγάλων επεισοδίων σε Πάτρα και Αθήνα, στην Ελευθεροτυπία. Σε αυτό το δισέλιδο άρθρο, η φυλλάδα που πατρονάριζε το κίνημα όλο το προηγούμενο διάστημα βάζει υπέρτιτλο «Πρέπει να ξέρεις πότε να σταματάς» και καλεί σε σταμάτημα των καταλήψεων. Η εισβολή των αμερικάνων στο Ιράκ που πραγματοποιείται τις ίδιες ημέρες παίζει επίσης τον ρόλο της στην αποκλιμάκωση του αγώνα, δείγμα κι αυτό της λειψής πολιτικοποίησης.

Αν κάτι αναδεικνύεται σαν κεντρικό συμπέρασμα από εκείνη την περίοδο είναι η αδυναμία του αυθόρμητου κινήματος και η ανάγκη της συνειδητής πρωτοπορίας. Η μαρξιστική αντίληψη για τη σχέση αυθόρμητου–συνειδητού δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο πεδίο επιβεβαίωσης από την μελέτη του κινήματος του ’90-91.

Θυσία για το μέλλον

Η αποκρυστάλλωση πολιτικών και θεωρητικών συμπερασμάτων είναι από τα βασικά ζητούμενα στην αποτίμηση τέτοιων γεγονότων. Επιπλέον, η αξιοποίηση αυτών των συμπερασμάτων για την αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της επαναστατικής πάλης είναι η καλύτερη τιμή στη μνήμη χαμένων αγωνιστών όπως ο Νίκος Τεμπονέρας. Κι αυτό γιατί ο Νίκος Τεμπονέρας δεν ήταν ένας απλός αγωνιστής, ένας συνδικαλιστής ή ένας δάσκαλος που απλά πήγε να υπερασπιστεί τους μαθητές του. Είχε ταυτότητα πολιτική, ιδεολογική και κομματική. Ήταν επαναστάτης, κομμουνιστής και στέλεχος του Εργατικού Αντιιμπεριαλιστικού Μετώπου (ΕΑΜ), οργάνωση που δημιουργήθηκε από κομμουνιστές που διαγράφηκαν (όπως και ο Τεμπονέρας) από το ΚΚΕ το 1985. Και δεν θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο από κομμουνιστής ένας άνθρωπος που δεν δίστασε να μπει στην πρώτη γραμμή για να αντιμετωπίσει τα λοστάρια των τραμπούκων, αδιαφορώντας για την ίδια του την ζωή και πληρώνοντας με τον θάνατό του.

Αυτή η ταυτότητα του δολοφονημένου καθηγητή, συστηματικά αποσιωπήθηκε, ιδιαίτερα από το ΠΑΣΟΚ, που ανέλαβε εργολαβικά την καπηλεία της υπόθεσης, απονευρώνοντάς την από το πολιτικό της περιεχόμενο για να την εξαργυρώσει πιο εύκολα στην κάλπη.

Οι κομμουνιστές εμπνέονται από τη θυσία του Νίκου Τεμπονέρα, γιατί ο ρόλος τους δεν είναι απλά να κάνουν αγώνες και κινήματα αλλά να αλλάξουν την κοινωνία. Και γι’ αυτό αποτίουν φόρο τιμής σε όλους τους δολοφονημένους επαναστάτες εμπνεόμενοι από αυτούς και κρατώντας τη μνήμη τους ζωντανή όχι μόνο «στους αγώνες», όπως είναι το γνωστό κλισέ, αλλά στην πάλη για την επανάσταση και την εξουσία της εργατικής τάξης, μοναδικό δρόμο προς ένα «κόκκινο μέλλον», τον σοσιαλισμό–κομμουνισμό.

κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ

Αναζήτηση

Γνώμες