Ενότητα των κομμουνιστών, Ενιαίο Εργατικό Πολιτικό Μέτωπο πάλης και εξουσίας
Ενότητα των κομμουνιστών, Ενιαίο Εργατικό Πολιτικό Μέτωπο πάλης και εξουσίας, η απάντηση των κομμουνιστών στην καπιταλιστική κρίση
αναδημοσίευση από τον Εργατικό Αγώνα
Θεωρώ πολύ θετική την πρωτοβουλία της ιστοσελίδας «Εργατικός Αγώνας» να ανοίξει συζήτηση για το παρόν και το μέλλον του κομμουνιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Η συζήτηση αυτή, η οποία λαμβάνει χώρα σε μια περίοδο οξυμένης καπιταλιστικής κρίσης, και που οι καπιταλιστές για να την ξεπεράσουν περνάνε σαν οδοστρωτήρας πάνω από τα εργατικά δικαιώματα και τις καταχτήσεις, πρέπει να συμβάλει στον επανεξοπλισμό της εργατικής τάξης για την υλοποίηση της ιστορικής της αποστολής και άμεσα στην απόκρουση της καπιταλιστικής επίθεσης και την οικοδόμηση ενιαίου εργατικού μετώπου πάλης και εξουσίας. Η συζήτηση είναι απολύτως αναγκαία για να φωτιστούν και να αναδειχθούν τα προβλήματα εκείνα που εμποδίζουν το κομμουνιστικό κίνημα να συγκροτήσει μια προλεταριακή κατεύθυνση στο μαζικό κίνημα και να συγκροτηθεί σε αντίπαλο δέος, ιδιαίτερα σήμερα που η εργατική τάξη χτυπιέται αλύπητα από τους καπιταλιστές, το κράτος και την κυβέρνησή τους και το ζήτημα της ανατροπής της αστικής εξουσίας προκύπτει ως άμεση αναγκαιότητα για την ίδια την ύπαρξη της εργατικής τάξης, ως «τάξη καθ’ εαυτήν».
Το εργατικό κίνημα βρίσκεται σήμερα σε βαθιά κρίση. Οι μεγάλες ανατροπές στα τέλη της δεκαετίας του ΄80, οι οποίες ολοκληρώθηκαν στις αρχές του ΄90 με τη διάλυση της Σ.Ε, φανέρωσαν μπροστά σ’ όλο τον κόσμο την πλήρη αδυναμία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος να αντισταθεί στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό, η επίθεση του οποίου διευκολύνεται από την παντελή απουσία επαναστατικής κατεύθυνσης στο κίνημα. Η παγκόσμια εργατική τάξη απώλεσε το κατακτημένο επίπεδο και μετατράπηκε ξανά σε «τάξη καθ’ εαυτήν». Το κομμουνιστικό κίνημα περιθωριοποιήθηκε και τα εναπομείναντα ΚΚ, κατά κανόνα, δεν αποτελούν πλέον παρά τις εφεδρείες της παγκόσμιας Σοσιαλδημοκρατίας.
Η απουσία ενός πραγματικού αντίπαλου δέους διευκολύνει αφάνταστα την επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στους εργαζόμενους. Η κατάσταση επιδεινώνεται παραπέρα σε βάρος της εργατικής τάξης καθώς η απουσία οργανωμένης πρακτικής αντίστασης και η έλλειψη μίας συντονισμένης ιδεολογικής, θεωρητικής και πολιτικής αντεπίθεσης του εργατικού κινήματος προκαλεί τεράστια σύγχυση και απογοήτευση στους εργαζόμενους με αποτέλεσμα να δυναμώνει η αστική επιρροή στο εργατικό κίνημα και να επιτείνεται ο αποπροσανατολισμός του.
Η υπερωρίμανση και σήψη του καπιταλισμού συμπαρέσυρε και το εργατικό κίνημα που έχασε την ιδεολογική και πολιτική του αυτοτέλεια. Η παγκόσμια αστική τάξη κατόρθωσε προσωρινά να εξουδετερώσει τον ταξικό της αντίπαλο. Το εργατικό κίνημα, παραδομένο στην αστική επιρροή και τον οπορτουνισμό δεν μπορεί να προβάλλει αποτελεσματική αντίσταση, με συνέπεια όχι μόνο να αδυνατεί να προχωρήσει στην εκπλήρωση των ιστορικών καθηκόντων της εργατικής τάξης, αλλά και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, να μην είναι σε θέση να υπερασπιστεί ούτε τα καθημερινά συμφέροντά της, τις κοινωνικές κατακτήσεις και τα δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες της. Η χώρα μας δεν μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Η ελληνική Αριστερά, όπως είναι σήμερα, αδυνατεί να εμπνεύσει τους εργαζόμενους και να τους οδηγήσει στην αντεπίθεση.
Το κύριο χαρακτηριστικό της ελληνικής Αριστεράς σήμερα είναι η απουσία μιας διακριτής δύναμης με συγκροτημένη επαναστατική στρατηγική και τακτική.
Το σύνολο σχεδόν της σημερινής Αριστεράς - κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής - αποτελείται από θραύσματα του ΚΚΕ που προήλθαν από παλιότερες και πρόσφατες διασπάσεις του κόμματος αυτού και των οργανώσεων του στη νεολαία.
Η ίδρυση του ΣΕΚΕ (ΚΚΕ) στα 1918 απαντούσε σε μια κοινωνική ανάγκη, στην ανάγκη αυτοτελούς έκφρασης της εργατικής τάξης, στην ανάγκη να συνδεθεί το εργατικό κίνημα με το σοσιαλισμό, να οργανωθεί και να προετοιμαστεί η εργατική τάξη για την εκπλήρωση του ιστορικού της ρόλου, για την ανατροπή του καπιταλισμού και το σοσιαλισμό.
Το ΚΚΕ, σε όλη τη διαδρομή του συνέβαλε αποφασιστικά στην οργάνωση των αγώνων της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων, η ιστορία του είναι στενά συνυφασμένη με τη νεότερη ιστορία του τόπου. Οδήγησε πολλές φορές στην πλατιά συσπείρωση του εργαζόμενου λαού γύρω από την εργατική τάξη, δημιούργησε και καθοδήγησε πλατιά μέτωπα που απειλούσαν την εξουσία της αστικής τάξης. Οδήγησε τις λαϊκές μάζες στην ηρωική πάλη ενάντια στους φασίστες κατακτητές, που μέσα από το ρωμαλέο κίνημα του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ έγραψαν το έπος της Εθνικής Αντίστασης. Οργάνωσε και έδωσε τη μάχη στην κορυφαία ταξική σύγκρουση με την αστική τάξη και τον ιμπεριαλισμό στον εμφύλιο πόλεμο (1946-1949). Αντιπάλεψε την υπανάπτυξη και τη μιζέρια. Αλλά δεν μπόρεσε να νικήσει. Η αστική επιρροή που κυριαρχούσε στην ηγεσία του κόμματος, μείωνε την αποτελεσματικότητα της πολιτικής του παρέμβασης στο κίνημα και επηρέαζε αρνητικά όχι μόνο την πάλη για το σοσιαλισμό αλλά πολλές φορές και την πάλη για τα άμεσα ζητήματα. Η έλλειψη επαναστατικού προγράμματος και επαναστατικής στρατηγικής ήταν η αιτία και για την ήττα του ρωμαλέου κινήματος της Εθνικής Αντίστασης. Σε μια στιγμή που όλες οι προϋποθέσεις για την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας υπήρχαν και ο οργανωμένος λαός ήταν έτοιμος να τη μετουσιώσει σε πράξη, η κυριαρχούσα στην ηγεσία του κινήματος αστική επιρροή την παρέδινε στην αστική τάξη.
Ανεξάρτητα όμως από το ότι δεν μπόρεσε να νικήσει, οι αγωνιστές του έδωσαν ηρωικές μάχες και δημιούργησαν μια αγωνιστική κομμουνιστική-επαναστατική παράδοση. Η αξιοποίηση αυτής της παράδοσης και της πείρας -θετικής και αρνητικής - θα αποτελεί πηγή έμπνευσης και προβληματισμού για τις νεότερες γενιές της ελληνικής εργατικής τάξης και του κινήματος της.
Ωστόσο όχι μόνο δεν νίκησε αλλά οδηγήθηκε σε αλλεπάλληλες κρίσεις και σε μια εκφυλιστική πορεία. Αιτία γι' αυτό ήταν η μόνιμη απουσία επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής.
Το ΚΚΕ, που η ίδρυση του επιταχύνθηκε από την επίδραση της κοσμοϊστορικής νίκης του ρώσικου Οκτώβρη, συνδέθηκε αμέσως με τη μπολσεβίκικη κατεύθυνση στο παγκόσμιο κίνημα, προσχώρησε στην Γ' Διεθνή αλλά ποτέ δεν κατόρθωσε να αφομοιώσει τις αρχές του μπολσεβικισμού.
Από την ίδρυση του ΚΚΕ και για πολλές ακόμα μετέπειτα δεκαετίες, δεν υπήρχε στην Ελλάδα ένας ξεχωριστός πολιτικός φορέας της Σοσιαλδημοκρατίας. Τέτοιος φορέας δεν υπήρχε, αλλά οι σοσιαλρεφορμιστικές αυταπάτες και οι σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις ήταν σε πλατιά έκταση παρούσες στην ελληνική κοινωνία. Αντικειμενικά αυτές οι αντιλήψεις και σημαντικό τμήμα των φορέων τους, που ήταν πολιτικά άστεγοι, ωθούνταν προς το ΚΚΕ, τη μόνη οργανωμένη εργατική πολιτική έκφραση. Αυτό κόστισε στο κόμμα αρκετό χρόνο αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων στο εσωτερικό του. Πριν καν προλάβει να ολοκληρώσει τη διαμόρφωση της επαναστατικής του φυσιογνωμίας την πρώτη δεκαετία της ζωής του - μια δεκαετία σκληρών αγώνων, η εμπειρία των οποίων δεν πρέπει να λοιδορείτε, όπως γίνεται από την πλευρά του ελληνικού αναθεωρητισμού - η κατάσταση έγινε περίπλοκη με τα προβλήματα που εμφανίστηκαν στο παγκόσμιο κίνημα και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη παραπέρα πορεία ανάπτυξης του ΚΚΕ.
Η διαγραφόμενη γραφειοκρατικοποίηση του σοβιετικού κράτους και του ΚΚΣΕ έβαλε τη σφραγίδα της και στην πορεία διαμόρφωσης του ΚΚΕ. Από δω και πέρα η σοσιαλδημοκρατική αντίληψη, τροποποιημένη και μεταλλαγμένη από τα ηγετικά κλιμάκια της σοβιετικής γραφειοκρατίας, γίνεται μόνιμος κάτοικος στην ηγεσία και του ΚΚΕ.
Η προλεταριακή, μαρξιστική αντίληψη βρισκόταν από κει και πέρα σε μόνιμη άμυνα μέσα στον ίδιο τον υποτιθέμενο δικό της πολιτικό φορέα, μέσα στο κομουνιστικό κόμμα και φυσικό ήταν να μην μπορεί να αποκτήσει αξιόλογη επιρροή ούτε στο συνδικαλιστικό κίνημα.
Το ΚΚΕ δεν μπόρεσε έτσι, να αποκτήσει ποτέ μια ξεκάθαρη επαναστατική στρατηγική, να κατακτήσει την προλεταριακή κοσμοαντίληψη, να αφομοιώσει το μαρξισμό-λενινισμό και να τον αναπτύξει αυτοτελώς στις ελληνικές συνθήκες.
Η θεωρητική οκνηρία, η παραμέληση της θεωρητικής ανάπτυξης, ο πρακτικισμός, η αντιγραφή έτοιμων αναλύσεων και αναφομοίωτης ξένης πείρας, ήταν μόνιμα στοιχεία στην πρακτική των ηγεσιών, και οδηγούσαν συχνά στον αναθεωρητισμό και το σεχταρισμό, δυο όψεις του ίδιου νομίσματος που εναλλάσσονταν στις διάφορες καμπές της ιστορίας του.
Το ΚΚΕ αποτελούσε συνήθως μια συμβίωση επαναστατών-κομμουνιστών με τους οπορτουνιστές, και διάφορους μικροαστούς δημοκράτες, μια συμβίωση διεθνιστών με εθνικιστικά στοιχεία της μικροαστικής διανόησης. Μέσα σε μια τέτοια συμβίωση φυσικό ήταν να εμφανίζονται κατά καιρούς διάσταση απόψεων και ιδεολογικοπολιτικές διαμάχες, που σε περιπτώσεις όξυνσης τους, τη λύση έδινε η διαστρέβλωση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, ο γραφειοκρατικός συγκεντρωτισμός. Όταν σ' αυτές τις διαμάχες παρενέβαινε δυναμικά η βάση του κόμματος, τότε συνήθως ξεσπούσαν ανοιχτές κρίσεις και επέρχονταν διασπάσεις του κόμματος. Οι κρίσεις αυτές ήταν έκφραση της συνεχούς αντίφασης ανάμεσα στα πραγματικά συμφέροντα της εργατικής τάξης που έπρεπε σύμφωνα με τις διακηρύξεις του να εκφράσει το ΚΚΕ, και στην οπορτουνιστική-μικροαστική πολιτική που εφάρμοζαν τα ηγετικά του κλιμάκια.
Η κομμουνιστική τάση, το επαναστατικό ρεύμα, ήταν πάντοτε παρόν στις γραμμές του κόμματος αυτού και συχνά εκφραζόταν και στην ηγεσία του. Επαναστατικό δυναμικό υπάρχει και θα συνεχίσει να αναγεννιέται και στο σημερινό ΚΚΕ, γιατί όσο αυτό θα επικαλείται το μαρξισμό και το λενινισμό, πάντα θα υπάρχουν αγωνιστές που θα φτάνουν στη μαρξιστική γνώση και θα ανακαλύπτουν την αντίφαση ανάμεσα στις επαναστατικές διακηρύξεις και την οπορτουνιστική πρακτική.
Το επαναστατικό αυτό δυναμικό, ποτέ δεν πρόκειται να γίνει κυρίαρχη δύναμη μέσα στο ΚΚΕ. Μόλις θα πάει να ανδρωθεί θα απομονώνεται, θα εκδιώκεται, θα διαγράφεται, θα σπιλώνεται, θα λοιδορείται.
Το κομμουνιστικό-επαναστατικό ρεύμα ποτέ δεν βγήκε αμιγές και καθαρό στο προσκήνιο. Στις αριστερές διασπάσεις εμφανιζόταν αναμεμιγμένο με μορφές της αστικής επιρροής. Το ίδιο έγινε και στην αριστερή διάσπαση το 1989, όταν χιλιάδες αγωνιστές-μέλη του ΚΚΕ διαγράφτηκαν ή αποχώρησαν από το κόμμα.
Οι διαγραφέντες ή αποχωρήσαντες το 1989 δεν διέθεταν μια συγκροτημένη επαναστατική αντίληψη. Δεν διαχωρίστηκαν όλοι για τους ίδιους λόγους από τον οπορτουνισμό. Στις γραμμές τους κυριαρχούσε μια πανσπερμία αντιλήψεων και απόψεων. Οι αγωνιστές που διαχωρίστηκαν το 1989 από τον οπορτουνισμό έκαναν το επαναστατικό τους καθήκον και υπερασπίστηκαν στη δοσμένη στιγμή τον επαναστατικό κομμουνισμό. Αλλά εκεί τελειώνει η επαναστατική τους συνεισφορά σαν σύνολο. Έδειξαν στη συνέχεια την ιστορική τους ανεπάρκεια και απέδειξαν στην πράξη ότι, όταν δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή των μαρξιστών από τις μικροαστικές αμφισβητήσεις, εκείνος που τελικά κερδίζει είναι η αστική επιρροή. Καμιά επαναστατική συνεισφορά στο κίνημα και την Αριστερά δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ένα συνεκτικό μαρξιστικό, επαναστατικό ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο.
Μετά την πτώση της χούντας το 1974, το ΚΚΕ γνώριζε για πρώτη φορά μια σχετικά μακρόχρονη νόμιμη δράση. Κατόρθωσε να αποκτήσει σημαντική επιρροή στη νεολαία ως αποτέλεσμα της αντιχουντικής ριζοσπαστικοποίησης και ήταν υπαρκτή η δυνατότητα να εδραιώσει και να αναπτύξει παραπέρα την επιρροή και τους δεσμούς του με την εργατική τάξη. Η έλλειψη επαναστατικού προγράμματος και στρατηγικής δεν του επέτρεψαν για μια ακόμα φορά να κάνει ένα επαναστατικό άνοιγμα στην εργατική τάξη. Αντί για βήματα προς τα μπρος, το ΚΚΕ αρχίζει μια πορεία παραπέρα ελαχιστοποίησης των στόχων του, ψαλιδίζει κάθε τι που απόμεινε να θυμίζει επανάσταση, αρχίζει τις προσαρμογές για να φτάσει ως τον έσχατο εξευτελισμό της συμμετοχής του στις αστικές κυβερνήσεις (Τζαννετάκη αρχικά και μετέπειτα στην λεγόμενη Οικουμενική, την κυβέρνηση Ζολώτα, συμμετοχή την οποία δεν τόλμησε ακόμα, εν έτη 2013, να καταδικάσει δημόσια και να κάνει την αυτοκριτική του, παρόλο που η ηγεσία του καταδικάζει σε όλους τους τόνους τον κυβερνητισμό).
Έτσι, δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει τις τεράστιες δυνατότητες που ξανοίγονταν μπροστά του. Με την τακτική του άφησε ουσιαστικά ανενόχλητο το σοσιαλρεφορμισμό να αποκτήσει πλέον πλατιά επιρροή, οργανωμένη αυτοτελή παρουσία και να κυριαρχήσει στο εργατικό κίνημα.
Δεν μπόρεσε να διαπαιδαγωγήσει επαναστατικά τις νέες γενιές που συνέρρευσαν ορμητικά στις γραμμές του κόμματος. Στην πορεία εκφυλισμού του συντέλεσαν αποφασιστικά οι αυταπάτες της -για πρώτη φορά στην ιστορία του- μακρόχρονης περιόδου νόμιμης δράσης, η πλατιά ανάδειξη στελεχών από τα μικροαστικά στρώματα, η γραφειοκρατικοποίηση εργατικών του στελεχών που συμμετείχαν στις διοικήσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων, η έλλειψη έμπειρων και μαρξιστικά εκπαιδευμένων στελεχών παλιότερων γενιών λόγω της μακρόχρονης απουσίας κομματικών οργανώσεων στο εσωτερικό της χώρας και λόγω της αχρήστευσης τέτοιων στελεχών σε παλιότερες εσωκομματικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις. Ακόμα, και σε συνδυασμό με τα παραπάνω, σημαντικό ρόλο στην εκφυλιστική πορεία έπαιξαν η πρόσβαση στελεχών του στον κρατικό μηχανισμό που προωθήθηκε με την έλευση του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση και η συμμετοχή στελεχών του στους μηχανισμούς των Δήμων λόγω της διευρυμένης του επιρροής σ' αυτούς, καθώς και η συμμετοχή τους στις Αγροτικές Ενώσεις, πράγμα που οδηγούσε τα μέλη και στελέχη του που δρούσαν εκεί, σε ρεφορμιστικές αυταπάτες.
Τέλος, οι κομματικές επιχειρήσεις που εξαπλώθηκαν ραγδαία και στέγαζαν ένα σημαντικό στελεχικό δυναμικό που όδευε στο ρεφορμισμό. Η κρατική χρηματοδότηση, η εξάρτηση δηλαδή απ’ το αστικό κράτος, η οικοδόμηση ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού με επαγγελματικά και συνδικαλιστικά στελέχη που έχουν ξεκόψει πλήρως και από χρόνια απ την παραγωγή και μια σειρά άλλοι παράγοντες, όπως η διόγκωση των επιχειρήσεων του με την επιδότηση απ το κράτος και τα διάφορα προγράμματα, έχουν επιδράσει πολύ βαθιά στο σώμα του, στο κομματικό σώμα.
Πολύ νωρίς, στις αρχές ακόμα της δεκαετίας του '80, ο αστικός τύπος και τα ΜΜΕ κάνουν ότι μπορούν για να ωθήσουν το ΚΚΕ στην εγκατάλειψη κάθε ψήγματος επαναστατικής πολιτικής. Υποστηρίζουν ανοιχτά και προβάλλουν δυναμικά τους φορείς αντιλήψεων αστικής επιρροής στα ηγετικά του κλιμάκια. Η ανάδειξη στελεχών του γίνεται πλέον με την ενεργό ανάμειξη του αστικού τύπου, και στο εσωτερικό του εντείνονται το κυνηγητό ενάντια σε κάθε επαναστατική άποψη και τους φορείς της.
Στο σημερινό ΚΚΕ, παρά τις διακηρύξεις του, δεν έχουμε να κάνουμε με ένα κόμμα που επαναπροσεγγίζει το μαρξισμό-λενινισμό και την επαναστατική στρατηγική. Η σταδιοποίηση της επανάστασης, παρά τη φραστική απόρριψη της, ζει και βασιλεύει. Από τις θετικές προτάσεις ανάπτυξης του καπιταλισμού της δεκαετίας του '80, έφτασαν στη λαϊκή εξουσία και οικονομία, γιατί φοβούνται να διακηρύξουν ανοιχτά και πανηγυρικά τη δικτατορία του προλεταριάτου που είναι άμεση κοινωνική αναγκαιότητα και σημαίνει τσάκισμα του αστικού κράτους, αντικατάσταση της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με τη δημοκρατία των συμβουλίων και εφαρμογή των αρχών της Κομμούνας.
Φαίνεται σαν να μην κατάλαβαν τίποτα από τις παταγώδεις ανατροπές και καταρρεύσεις και συνεχίζουν να προπαγανδίζουν τον καουτσκικό σοσιαλισμό, ταυτίζοντας την πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας (που είναι μια κοινωνία αταξική και ακρατική), με την μεταβατική περίοδο της δικτατορίας του προλεταριάτου, που και αυτή τη στρεβλώνουν γραφειοκρατικά και τη συρρικνώνουν σε μια περίοδο ώσπου όλα τα μέσα παραγωγής περάσουν στα χέρια του κράτους.
Η συγχυσμένη τους στρατηγική δεν μπορεί να συγκινήσει τις εργατικές μάζες, ούτε μπορεί να συμβάλλει ώστε να συγκροτήσουν τουλάχιστον μια συνεπή και αποτελεσματική κοινοβουλευτική τακτική.
Το ΚΚΕ σήμερα, στην περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης, παραπέμπει το ζήτημα της επανάστασης και της εξουσίας στο μέλλον, σε μια άλλη, ευνοϊκότερη ίσως, περίοδο, λόγω «ανωριμότητας», του λαϊκού παράγοντα.
Δε λέει κουβέντα για το πώς θα αρχίσει, πώς θα ξεσπάσει η επανάσταση, πώς τελικά θα νικήσει και ποιος θα είναι ο ρόλος του ΚΚΕ σε αυτή την υπόθεση, παρά μόνο μιλάει για «μετά το ξέσπασμα της επανάστασης».
Για το ΚΚΕ, ούτε η λαϊκή εξουσία και οικονομία, ούτε πολύ περισσότερο η προλεταριακή εξουσία, βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη και γι αυτό δεν νιώθει την ανάγκη να χαράξει μια πολιτική ταχτική με την οποία θα προσεγγίσει τον στόχο και θα τον φέρει στην άμεση ημερήσια διάταξη.
Η σύγχυση της στρατηγικής έχει άμεσες επιπτώσεις και στην καθημερινή πρακτική του κόμματος αυτού. Μαζί με τα παραδοσιακά ρεφορμιστικά στοιχεία της πολιτικής του, στην πρακτική του εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια και ένας διευρυμένος σεχταρισμός, όπως αυτό φαίνεται από τη δράση της παράταξης του στο συνδικαλιστικό κίνημα, του ΠΑΜΕ, που το μόνο που ξέρει είναι η περιχαράκωση, η ξεχωριστή συγκέντρωση, η διάσπαση των εργατικών αγώνων.
Αποδείχνεται έτσι ανίκανο όχι μόνο στην επαναστατική διαπαιδαγώγηση της τάξης να συνεισφέρει, αλλά ούτε στην οργάνωση αποτελεσματικών αγώνων για τις άμεσες διεκδικήσεις να συμβάλλει.
Αυτή του η ανικανότητα αποτυπώνεται, εκτός των άλλων, στην αδυναμία σύνδεσης της κυβερνητικής με τη συνολική εξουσία, στο πλαίσιο της ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας, πράγμα που έδωσε και πάλι την δυνατότητα στo νέο σοσιαλρεφορμισμό να ανδρωθεί και να κυριαρχήσει στο εργατικό κίνημα.
Οι «θέσεις» της ΚΕ για το 19ο Συνέδριο του ΚΚΕ, αποτελούν συμπύκνωση της πολιτικής του ρεφορμισμού με τον διευρυμένο, ενισχυμένο και κυρίαρχο σήμερα σεχταρισμό, χωρίς αυτό το στοιχείο να αναιρεί κατ’ ελάχιστο το ρεφορμιστικό χαρακτήρα της πολιτικής του. Η στροφή της ηγεσίας του ΚΚΕ, η οποία σημειώθηκε προοδευτικά από τα μέσα της δεκαετίας του ΄90, κορυφώνεται τώρα, στην περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης κατά την οποία η Ελλάδα αναδείχθηκε σε αδύναμο κρίκο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Έτσι, με τον τρόπο αυτό, το ΚΚΕ πέρασε στο άλλο άκρο της ίδιας πολιτικής: από την προτασιολογία για ανάπτυξη-στον αναχωριτισμό και τον σεχταρισμό, ντυμένο με πολλές δόσεις επαναστατισμού και εργατισμού.
Το αποτέλεσμα όμως είναι ίδιο: η αστική εξουσία και ο ίδιος ο καπιταλισμός, ουδόλως αμφισβητούνται στην πράξη.
Στη θέση 67, οι «θέσεις» της ΚΕ μας πληροφορούν ότι: «… Στις συνθήκες του μονοπωλιακού καπιταλισμού εμφανίζονται με διάφορες μορφές (άμεση απόσχιση από ΚΚ ή με ρίζα σε παλιότερες αποσχίσεις ή δημιουργία νέων ομάδων -κομμάτων κομμουνιστικής αναφοράς) οπορτουνιστικά πολιτικά κόμματα και ομάδες που διαφοροποιούνται από το ΚΚΕ με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, πρώτα απ' όλα στο κύριο πολιτικό ζήτημα, της μεταρρύθμισης ή επανάστασης. Το ΚΚΕ δεν μπορεί να κάνει καμία πολιτική συνεργασία με αυτές τις πολιτικές δυνάμεις ούτε σε περίοδο συγκέντρωσης δυνάμεων ούτε σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης.».
Η ηγεσία του ΚΚΕ αναλαμβάνει να χτυπήσει ότι κομμουνιστικό υπάρχει, να διαλύσει κάθε προοπτική ενότητας των κομμουνιστών και οικοδόμησης ενιαίου εργατικού μετώπου το οποίο θα μπορούσε να αμφισβητήσει την αστική εξουσία. Αφού υπονόμευσε όσο μπόρεσε την ενότητα δράσης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, τώρα αναλαμβάνει να χτυπήσει ότι έχει κομμουνιστική αναφορά.
Αυτός ο στόχος αποκτά στρατηγική σημασία, παίρνοντας υπόψη ότι, το σύνολο σχεδόν της σημερινής Αριστεράς - κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής - αποτελείται από θραύσματα του ΚΚΕ. Πράγμα που σημαίνει ότι το ΚΚΕ δεν συνεργάζεται με κανέναν. Αντίθετα, στο όνομα του χτυπήματος του οπορτουνισμού, δηλώνει διατεθειμένο να χτυπήσει ότι δηλώνει κομμουνιστικό.
Από αυτή την αποστολή, την οποία αναλαμβάνει οικιοθελώς η ηγεσία του ΚΚΕ, προκύπτει ο βαθιά αντεπαναστατικός χαρακτήρας της συγκεκριμένης θέσης, η οποία, αν «περάσει», θα προσφέρει θαυμάσια υπηρεσία στην άρχουσα αστική τάξη και άμεση υπηρεσία στην κυβέρνησή της, την μνημονιακή τρικομματική κυβέρνησης Σαμαρά, την οποία οι «θέσεις» ουδόλως αμφισβητούν, καθώς δεν προβλέπουν κανένα αγώνα για την ανατροπή της, πράγμα το οποίο αποτελεί ουσιαστικό κριτήριο για το πού το πάει η ηγεσία του ΚΚΕ. Για το εάν έχει απλά υιοθετήσει υπερεπαναστατικές-αριστερίστικες θέσεις, ή πρόκειται και για κάτι άλλο στο οποίο οδηγείται από την ίδια της την πολιτική.
Το ΚΚΕ, στο ζήτημα της στάσης του απέναντι στην κυβέρνηση, έκανε πίσω ολοταχώς, σε σχέση με την προηγούμενη γραμμή του. Ένα χρόνο πριν, οι δυνάμεις του πορευόταν με το σύνθημα «κάτω η κυβέρνηση!» (για τον λόγο αυτό άλλωστε οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ δέχθηκαν την επίθεση στο Σύνταγμα στις 20/10/11 με την ενεργό παρέμβαση του κράτους, μιας και το ΚΚΕ για πρώτη φορά στα μεταπολιτευτικά χρόνια έβαλε τέτοιο ζήτημα). Τώρα, ο στόχος αυτός πάει περίπατο.
Στο όνομα του, «να μην διευκολυνθεί η έλευση του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική εξουσία», η ηγεσία του ΚΚΕ, κάνει πλάτες, ή αλλιώς- σε κάθε περίπτωση -δεν απειλεί την κυβέρνηση Σαμαρά, η οποία αποτελεί σήμερα τη μοναδική επιλογή της αστικής τάξης, και η πάλη για την ανατροπή της εντάσσεται σήμερα στην επαναστατική πάλη, αφού μπορεί, κάτω από προϋποθέσεις, να οδηγήσει σε ολοκληρωτική σύγκρουση τάξης με τάξη. Από αυτό το συμπέρασμα απορρέει η κριτική απέναντι στις πολιτικές δυνάμεις που έχουν εργατική αναφορά: οι δυνάμεις που έχουν εργατική αναφορά και αρνούνται, με διάφορες δικαιολογίες, να προβάλουν την αναγκαιότητα της ανατροπής της κυβέρνησης, δεν εξυπηρετούν τα εργατικά συμφέροντα.
Η προλεταριακή επανάσταση αποτελεί στις σημερινές συνθήκες τη μοναδική λύση για να απαλλαγεί η ανθρωπότητα από την καπιταλιστική βαρβαρότητα. Το γερασμένο και σαπισμένο παγκόσμιο καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα αδυνατεί πλέον να προσφέρει λύσεις στα προβλήματα της ανθρωπότητας. Δεν παίρνει πια καμιά μεταρρύθμιση, πρέπει να ανατραπεί.
Η οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση είναι όχι μόνο αναγκαία αλλά και δυνατή. Ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός είναι η μόνη προοπτική για τη σωτηρία της ανθρωπότητας, για την ευημερία και ευτυχία των ανθρώπων του πλανήτη μας. Η πάλη για το άνοιγμα της μοναδικής πόρτας που οδηγεί σ’ αυτήν την κοινωνία, η πάλη για την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας, για τη δικτατορία του προλεταριάτου, μπήκε προ πολλού στην ημερήσια διάταξη όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και παγκόσμια.
Η εργατική τάξη είναι το επαναστατικό υποκείμενο της εποχής μας και ο ιστορικός ρόλος της δεν εξαρτάται από το πώς σκέπτεται τούτος ή ο άλλος εργάτης ή από το πώς σκέπτεται συνολικά η τάξη σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή. Απορρέει από τη θέση της στην παραγωγή από τη βασική αντίθεση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος.
Η εργατική τάξη στην πορεία της πάλης της προς την κοινωνική απελευθέρωση χρησιμοποιεί διάφορες οργανώσεις και μορφές πάλης. Ανάμεσα στις μορφές οργάνωσης, που ανέδειξε η ταξική πάλη και μέσα στις οποίες υπάρχει και δρα το εργατικό κίνημα, οι σημαντικότερες είναι το κόμμα, τα συνδικάτα, και οι εργοστασιακές επιτροπές(εργοστασιακά συμβούλια). Οι σύγχρονες αλλαγές στο καπιταλιστικό σύστημα και στην εργατική τάξη σε τίποτα δεν αλλάζει την αναγκαιότητα και χρησιμότητα αυτών των εργατικών οργανώσεων στην ταξική πάλη. Το σύγχρονο επαναστατικό εργατικό κίνημα θα οργανωθεί και σήμερα μέσα από τις τρεις αυτές βασικές οργανώσεις της εργατικής τάξης που αποτελούν τους στυλοβάτες του. Το επαναστατικό εργατικό κίνημα δεν ταυτίζεται ούτε με το κόμμα, ούτε με το συνδικάτο ούτε με καμιά άλλη οργάνωση της τάξης, ούτε αποτελεί μια ενιαία οργάνωση ούτε κάποιο μέτωπο οργανώσεων. Είναι ένα κοινωνικοπολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης που μέσα από πολύμορφες οργανώσεις και διάφορες μορφές πάλης συνενώνεται σε ένα ενιαίο σύνολο που έχει συνείδηση και κατευθύνει τη δράση του στην πραγμάτωση της ιστορικής της αποστολής. Καμιά απ’ αυτές τις οργανώσεις δεν αποτελεί το «μοναδικό επαναστατικό υποκείμενο», η καθεμία παίζει τον δικό της ξεχωριστό ρόλο στην ταξική πάλη.
Η αναγέννηση του επαναστατικού κινήματος αποτελεί σήμερα επιτακτική κοινωνική ανάγκη και εντελώς απαραίτητη για την αντεπίθεση και την επαναστατική κατάργηση του καπιταλισμού. Η αναγέννηση, η επαναστατική ανασύνταξη του κινήματος είναι μια σύνθετη διαδικασία συνειδητοποίησης και επαναπροσαρμογής στόχων και μορφών πάλης για την επαναμετατροπή της εργατικής τάξης σε «τάξη για τον εαυτό της», σε τάξη που οργανώνει την πάλη της για την εξουσία και την κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση.
Η ως τώρα εμπειρία διδάσκει ότι η σύνδεση της οικονομικής, ιδεολογικής, θεωρητικής και πολιτικής πάλης σε ένα ενιαίο σύνολο, στην ενιαία ταξική πάλη, που μόνο αυτή είναι πάλη πολιτική, δεν μπορεί να συντελεστεί αυθόρμητα. Η εργατική τάξη από μόνη της, δηλ. μέσα από την οικονομική, τη συνδικαλιστική πάλη που γεννιέται αυθόρμητα, δεν μπορεί να οδηγηθεί ως την ολοκληρωμένη ταξική πάλη, ως την επαναστατική πολιτική πάλη, την πάλη για την εξουσία. Αναπόφευκτα θα μείνει στο μέσο του δρόμου, θα φτάνει το πολύ ως την αστική εργατική πολιτική, ως την πάλη για μεταρρυθμίσεις στα πλαίσια του συστήματος, που χωρίς τη σύνδεση με την πάλη για την εξουσία και το σοσιαλισμό, δεν είναι παρά η πολιτική της αστικής τάξης στο εργατικό κίνημα. Για τη μετατροπή της εργατικής τάξης σε «τάξη για τον εαυτό της» απαιτείται μια δύναμη «από τα έξω», έξω από την οικονομική πάλη, που θα συνενώσει το κίνημα με τη σοσιαλιστική προοπτική.
Αυτή η δύναμη δεν είναι άλλη από το επαναστατικό κόμμα της εργατική τάξης. Ένα κόμμα που θα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του εργατικού κινήματος και θα εκπροσωπεί στους αγώνες του σήμερα, το μέλλον του κινήματος. Ένα κόμμα που κατέχει και ανανεώνει καθημερινά την επιστημονική γνώση των νόμων κίνησης της κοινωνίας, που καθοδηγείται από τον επιστημονικό σοσιαλισμό, το μαρξισμό-λενινισμό, τον οποίο υπερασπίζεται και αναπτύσσει παραπέρα μέσα από την ανάλυση των σύγχρονων προβλημάτων, επιβεβαιώνοντας τον καθημερινά στην πράξη.
Το επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης είναι η συνειδητή οργανωμένη πρωτοπορία της τάξης.
Συνδέει τη θεωρία με την πράξη, το σοσιαλισμό με το κίνημα, γενικεύει την πείρα από την ταξική πάλη, επεξεργάζεται αυτοτελή επαναστατική πολιτική, τη βάζει στη δοκιμασία της πρακτικής δράσης και διδάσκεται καθημερινά από τη σοφία των μαζών. Συνενώνει τις διάφορες πλευρές της ταξικής πάλης σε ενιαίο σύνολο και οργανώνει τις συμμαχίες της τάξης κατακτώντας στην πράξη και επιβεβαιώνοντας καθημερινά τον πρωτοποριακό και καθοδηγητικό του ρόλο.
Γνωρίζουμε ότι οι δυνάμεις του ΚΚΕ ισχυρίζονται, ότι ένα τέτοιο κόμμα υπάρχει στις ελληνικές συνθήκες και είναι το κόμμα τους.
Άλλες δυνάμεις στο εσωτερικό του, καθώς και δυνάμεις, που σχετικά πρόσφατα, αποχώρησαν ή διαγράφτηκαν από αυτό, ισχυρίζονται ότι το ΚΚΕ ήταν κόμμα επαναστατικό αλλά η σημερινή ηγεσία του, με την πολιτική που ακολουθεί, τείνει να το μετατρέψει σε μη επαναστατικό.
Μακάρι να ήταν έτσι, αλλά δεν είναι και ούτε μπορεί να γίνει. Αν ήταν, τότε όλοι εμείς θα βρισκόμασταν στις γραμμές του και οφείλαμε να βρισκόμαστε εκεί, όπως και ο κάθε επαναστάτης μαρξιστής και λενινιστής.
Η μη αφομοίωση της μαρξιστικής θεωρίας της διαρκούς επανάστασης, η σταδιοποίηση της επανάστασης, η νόθευση των βαθμίδων της κοινωνικής εξέλιξης, η πλατωνική σχέση με το μαρξισμό και το λενινισμό δεν είναι επαναστατικά χαρακτηριστικά.
Πραγματικά επαναστατικό κόμμα είναι εκείνο που βασίζεται ως το τέλος στην επαναστατική θεωρία, που έχει κάνει πρόγραμμά του τον επιστημονικό σοσιαλισμό, που κατέχει τη μαρξιστικολενινιστική στρατηγική και τακτική, που κατέχει την επιστήμη των νόμων κίνησης της ιστορικής εξέλιξης, που παλεύει διαρκώς ενάντια στις στρεβλώσεις της θεωρίας, που την αναπτύσσει με συνέπεια στη βάση των σύγχρονων προβλημάτων της ταξικής πάλης και της επανάστασης.
Που στις σημερινές συνθήκες οργανώνει με συνέπεια την προσπάθεια για το ξεκαθάρισμα της επαναστατικής θεωρίας από τα αστικά και μικροαστικά επιστρώματα που επικάθισαν πάνω της σε μια διάρκεια πολλών δεκαετιών κυριαρχίας του οπορτουνισμού. Ένα κόμμα που εναρμονίζει την εσωτερική του λειτουργία με την επαναστατική στρατηγική και εφαρμόζει χωρίς εκπτώσεις τις επαναστατικές αρχές λειτουργίας, το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό και επαγρυπνεί και παλεύει ενάντια στις στρεβλώσεις του, ενάντια στη γραφειοκρατικοποίηση και στη διολίσθηση προς το γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό.
Ένα κόμμα γνήσια διεθνιστικό, που παλεύοντας για τη νίκη της επανάστασης στη χώρα του, συνδέεται στενά με το διεθνές προλεταριάτο και συστρατεύεται στο στόχο για τη νίκη της παγκόσμιας επανάστασης.
Ένα κόμμα που στηριγμένο στο μαρξισμό-λενινισμό, συνδέει το σοσιαλισμό με το πρακτικό εργατικό κίνημα και έχει ως βασικό του καθήκον να συμβάλλει με τη δράση του στη συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης και στην προετοιμασία της για την πραγματοποίηση του ιστορικού της ρόλου, για την ανατροπή του καπιταλισμού και την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου ως αναγκαίο μεταβατικό πέρασμα στην αταξική και ακρατική κοινωνία, το σοσιαλισμό-κομμουνισμό.
Μόνο ένα τέτοιο κόμμα μπορεί να συμβάλλει με την παρέμβασή του ώστε το εργατικό κίνημα να έχει κατακτήσεις και στο σήμερα, στα πλαίσια του συστήματος.
Χωρίς την ύπαρξη επαναστατικού κόμματος κανένα επαναστατικό κίνημα δεν μπορεί να υπάρξει και καμιά επανάσταση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, να αποβεί νικηφόρα.
Τέτοιο κόμμα σήμερα δεν υπάρχει! Άμεσο καθήκον των κομμουνιστών είναι να το οικοδομήσουν!
Η τακτική του Ενιαίου Μετώπου πρέπει να διαπερνά την δράση των κομμουνιστών σε όλα τα επίπεδά της και σε κάθε μορφή της, αφού είναι η τακτική που συνενώνει την πλειοψηφία της εργατικής τάξης και τους συμμάχους της στην προοπτική της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού, της δικτατορίας του προλεταριάτου και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Αυτός ο στόχος είναι άμεσος εφόσον η σοσιαλιστική επανάσταση είναι απολύτως επίκαιρη και καμία άλλη κοινωνική μεταβολή δεν παρεμβάλλεται από το σημερινό καπιταλισμό μέχρι την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Συνεπώς κάθε άμεσο, καθημερινό μικρό ή μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν η εργατική τάξη, οι υπόλοιποι εργαζόμενοι και η νεολαία μπορεί να οδηγήσει στην πάλη ενάντια στον καπιταλισμό. Αρκεί στην πάλη για κάθε πρόβλημα να επιτυγχάνεται η ενότητα της εργατικής τάξης και η συμμαχία με μικροαστικά στρώματα ενάντια στο κράτος της αστικής τάξης.
Ο ρόλος των κομμουνιστών δεν είναι άλλος από την κοινή πάλη με τους υπόλοιπους εργάτες, μέσα στην οποία δείχνουν το δρόμο για αυτήν την ενότητα και αυτήν την προοπτική της πάλης, δηλαδή την επαναστατική διέξοδο, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στην προετοιμασία της επανάστασης. Συνεπώς η τακτική του Ενιαίου Μετώπου δεν αναβάλλεται, δεν παραπέμπεται στο μέλλον, όταν π.χ. θα υπάρχει κομμουνιστικό κόμμα ή θα έχουμε περισσότερες δυνάμεις, είναι τακτική του κάθε κομμουνιστή σήμερα, με όποιες δυνάμεις, όπου και αν βρίσκεται και σε όποιες συνθήκες και αν δρα.
Παράλληλα ωστόσο, με δεδομένο το έλλειμμα επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης, η πολιτική της Ενότητας των Κομμουνιστών είναι η άλλη πλευρά της προετοιμασίας της εργατικής τάξης για την επανάσταση και γι’ αυτό απολύτως απαραίτητο συστατικό της τακτικής του Ενιαίου Μετώπου στις παρούσες συνθήκες.
Μόνο ένα κομμουνιστικό κόμμα μπορεί να υλοποιήσει αποτελεσματικά και μέχρι τέλους αυτήν την τακτική και να καθοδηγήσει την προλεταριακή επανάσταση και γι’ αυτό, παράλληλα με τη δράση μας στο υπάρχον κίνημα, πρέπει να αναπτύσσουμε δράση που στοχεύει στη διαμόρφωση προϋποθέσεων για την συγκρότηση κομμουνιστικού κόμματος.
Οι κομμουνιστές, γνωρίζοντας ότι δεν ζυμώνουν πλέον απλώς μέσα στην πάλη μεταβατικά αιτήματα, όπως θα έκαναν σε προ της κρίσης εποχές, αλλά προτείνουν ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα πάλης στην εργατική τάξη και τους συμμάχους της, πρέπει όχι μόνο συνδικαλιστικά αλλά και πολιτικά να εκφράσουν και να επιδιώξουν τη διέξοδο που προτείνουν από την παρούσα καπιταλιστική κρίση. Πρέπει γι’ αυτό και στις πολιτικές τους συνεργασίες να προβάλουν τα βασικά αυτά αιτήματα και τα άμεσα οικονομικά αιτήματα των εργατών και άλλων εργαζόμενων ως το μίνιμουμ πρόγραμμα, πάνω στο οποίο θα κάνουν πολιτική συμμαχία με όποιες πολιτικές δυνάμεις τα υιοθετούν.
Το πρόγραμμα αυτό, αιχμές του οποίου αποτελούν η μονομερής διαγραφή του δημόσιου χρέους, η εθνικοποίηση τραπεζών και μεγάλων επιχειρήσεων χωρίς αποζημίωση και με εργατικό έλεγχο, η έξοδος από την ΟΝΕ-ΕΕ, κλπ, δεν μπορεί να έχει το χαρακτήρα επιδιώξεων για το απώτερο μέλλον, αλλά το χαρακτήρα προγράμματος εξουσίας. Που πάει να πει ότι το πολιτικό μέτωπο ή συμμαχία που υιοθετεί ένα τέτοιο πρόγραμμα, προτίθεται είτε να το υλοποιήσει ως κυβέρνηση – και αυτό το νόημα έχει ο στόχος της «εργατικής κυβέρνησης» - είτε να το θέσει ως σύνολο όρων προκειμένου να στηρίξει μια αστική κυβέρνηση, σε περίπτωση, για παράδειγμα, που προκύψει τέτοιο ζήτημα λόγω έλλειψης κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας, ώστε με αυτόν τον πολιτικό ελιγμό να αποκαλύψει τον ταξικό χαρακτήρα της όποιας κυβέρνησης προκύψει στα μάτια των εργαζομένων.
Πρέπει συνεπώς ένα τέτοιο πρόγραμμα πάλης να το κάνουμε κτήμα της αγωνιζόμενης εργατικής τάξης και να επιχειρήσουμε την πλατύτερη δυνατή συμμαχία πολιτικών δυνάμεων που θα παλέψει για την υλοποίησή του.
Γνωρίζουμε ότι σε αυτό το μέτωπο θα συνευρεθούμε με εργάτες όλων των πολιτικών αποχρώσεων και ότι η επιδιωκόμενη πολιτική συμμαχία σ’ αυτή τη βάση μπορεί να γίνει μεταξύ κομμουνιστών, άλλων αριστερών ακόμη και σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων, αποκλείοντας όλα τα πολιτικά στελέχη που συμμετείχαν σε αστικές κυβερνήσεις ή κατείχαν θέσεις κυβερνητικής ευθύνης. Γιατί στο πρόγραμμα αυτό, στο οποίο εμείς αναγνωρίζουμε τη μεταβατικότητά του, την ανάγκη να υπάρξει συνολική ανατροπή του καπιταλισμού για να υλοποιηθεί καθ’ ολοκληρίαν, άλλοι θα αναζητήσουν μόνο την άμεση υπεράσπιση συμφερόντων μικροαστικών στρωμάτων και άλλοι τη σωτηρία τελικά της αστικής δημοκρατίας. Ακόμα και αν δεν υπάρξει φανερή σοσιαλδημοκρατική τάση στην πολιτική συμμαχία που θα υποστηρίξει μία τέτοια εργατική κυβέρνηση, θα υπάρξουν σίγουρα μικροαστικές τάσεις που θα αντιμάχονται την εργατική δημοκρατία μέσα στο ίδιο το κίνημα.
Για τους κομμουνιστές είναι ξεκάθαρο ότι μια εργατική κυβέρνηση με αυτό το πρόγραμμα μπορεί να νοηθεί μόνο ως η αφετηρία της επανάστασης και ότι όλα κρίνονται από τη δυνατότητα του κινήματος που την επέβαλε να τη χρησιμοποιήσει ως μοχλό και να συνεχίσει τον αγώνα μέχρι την οριστική εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Ωστόσο, δεν μπορούμε να προαπαιτήσουμε ούτε από το σύνολο των αγωνιζόμενων εργατών ούτε από τις πολιτικές δυνάμεις που θα συμμαχήσουν με τους κομμουνιστές, να αποδεχθούν τις αρχές και τους σκοπούς της δικτατορίας του προλεταριάτου, δηλαδή το στόχο της πλήρους κατάργησης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και το τσάκισμα του αστικού κράτους. Τότε, το μόνο που θα καταφέρναμε να καταργήσουμε, θα ήταν η δυνατότητά μας να οικοδομήσουμε το Ενιαίο Μέτωπο. Το μόνο που θα οικοδομούσαμε, θα ήταν μία σέχτα, αποκομμένη από το σύνολο των αγωνιζόμενων που αναζητούν προοπτική στον αγώνα τους, χωρίς να έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της επανάστασης.
Ο ρόλος των κομμουνιστών δεν εξαντλείται μόνο στο να οικοδομήσουν ένα ενωμένο και μαζικό, εργατικό κίνημα που θα αντιμάχεται την αστική πολιτική. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να γίνει και χωρίς τους κομμουνιστές. Γι’ αυτό και η τακτική του Ενιαίου Μετώπου σήμερα, δεν εξαντλείται στην επιδίωξη και εγκαθίδρυση μιας εργατικής κυβέρνησης με το πρόγραμμα και τα χαρακτηριστικά που προαναφέραμε.
Στην πάλη γι’ αυτούς τους στόχους οι κομμουνιστές οφείλουν να εκπροσωπούν το μέλλον του κινήματος, διατηρώντας την ιδεολογική και πολιτική αυτοτέλειά τους και ζυμώνοντας μέσα στο κίνημα τον στόχο της δικτατορίας του προλεταριάτου. Εφόσον μάλιστα μιλάμε για το κίνημα που θα ανατρέψει τον καπιταλισμό, δεν αρκεί καν η ζύμωση. Οι κομμουνιστές οφείλουν από την πρώτη στιγμή, από σήμερα κιόλας, να κάνουν κάθε προσπάθεια για να προετοιμάζεται η εργατική τάξη μέσα από τον αγώνα της, πολιτικά και οργανωτικά, για να διεκδικήσει την εξουσία, γνωρίζοντας ότι από το βαθμό οργάνωσης και πολιτικής συνειδητότητας της εργατικής τάξης θα κριθεί τελικά αν η εργατική κυβέρνηση θα είναι επαναστατική κυβέρνηση και αν θα επιβληθεί η εργατική εξουσία.
Γι’ αυτό οι κομμουνιστές πρέπει να δουλεύουν από τώρα συστηματικά για την επαναστατικοποίηση των συνδικάτων και για τη δημιουργία μέσα από το κίνημα εργοστασιακών επιτροπών και εργατικών συμβουλίων, οργάνων ικανών να επιβάλλουν τον εργατικό έλεγχο και την εργατική δημοκρατία.
Η βάση πάνω στην οποία μπορούν να ενωθούν άμεσα οι κομμουνιστές, είναι το μεταβατικό πρόγραμμα, η κοινή δράση για την οικοδόμηση ενιαίου εργατικού πολιτικού μετώπου και η πάλη για την εξουσία με το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης, ως την πιο ενδεδειγμένη σήμερα πολιτική που μπορεί, κάτω από προϋποθέσεις, να οδηγήσει στην εργατική εξουσία, στη δικτατορία του προλεταριάτου. Φυσικά, η βάση αυτή δεν είναι επαρκής για την οικοδόμηση επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος νέου τύπου το οποίο προϋποθέτει ιδεολογικοπολιτική ενότητα στη βάση των αρχών του Μαρξισμού-Λενινισμού.
Η ενότητα των κομμουνιστών όμως δεν θα επιτευχθεί στο κενό και δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη από την συγκυρία. Για να αποτελέσει υπόθεση της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού θα πρέπει να επιτευχθεί μέσα στην πάλη για την εργατική απάντηση στην παρούσα καπιταλιστική κρίση.
Κάβουρας Δημήτρης



