Η τακτική του ενιαίου μετώπου στους κλασσικούς του Μαρξισμού και την Κομμουνιστική Διεθνή (2ο μέρος)

Η κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ στο πλαίσιο του διαλόγου γύρω από το ζήτημα του “ενιαίου μετώπου”, αναδημοσιεύει σειρά άρθρων που δημοσιεύθηκαν στον Εργατικό Αγώνα 17, 19, 22 και 24 Οκτώβρη 2012

 

Η τακτική του ενιαίου μετώπου στους κλασσικούς του Μαρξισμού και την Κομμουνιστική Διεθνή (2ο μέρος)

Αναδημοσίευση από “ Εργατικός Αγώνας”, 19 Οκτώβρη 2012

Το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό μέτωπο στο πρόγραμμα και την πρακτική του ΚΚΕ

Σήμερα ξαναγίνεται λόγος για την αναγκαιότητα της κοινής πάλης της εργατικής με άλλες τάξεις στη λογική της σύμπηξης ενός ενιαίου μετώπου πάλης. Η συζήτηση περιστρέφεται συνήθως γύρω από τους στόχους πάλης αλλά και τους εταίρους που μπορούν να απαρτίζουν ένα τέτοιο μέτωπο. Ο Εργατικός Αγώνας συμβάλλοντας στον προβληματισμό δημοσιεύει μια ανάλυση του Ανδρέα Σαρακίνη που παίρνει υπόψη της τις απόψεις των κλασσικών του Μαρξισμού για τη μετωπική πολιτική. Το άρθρο θα ολοκληρωθεί σε τέσσερις αναρτήσεις.

Μέρος Β’

για να διαβάσετε το μέρος Α' πατήστε εδώ

για να διαβάσετε το μέρος Γ' πατήστε εδώ

για να διαβάσετε το μέρος Δ' πατήστε εδώ

Η τακτική του ενιαίου εργατικού μετώπου στην Κομμουνιστική Διεθνή

Η Κ.Δ. στις νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά την υποχώρηση του επαναστατικού κινήματος που αναπτύχθηκε μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και την Οχτωβριανή Επανάσταση ήταν αναγκασμένη να επεξεργαστεί αντίστοιχη τακτική για τις συνθήκες αυτές. Στην κατεύθυνση αυτή και με την παρότρυνση του Λένιν άρχισε η επεξεργασία της τακτικής του ενιαίου εργατικού μετώπου το 1920.

Η Κομμουνιστική Διεθνής για τη συγκεκριμενοποίηση της τακτικής της ξεκινούσε από την ακριβή εξέταση των αντικειμενικών συνθηκών, την εξέλιξη της κρίσης του καπιταλισμού διεθνώς, τον ακριβή υπολογισμό του ταξικού συσχετισμού και την κατάσταση των διαφόρων τάξεων στις διάφορες χώρες, καθώς και τις δυνατότητες του επαναστατικού κινήματος σε κάθε χώρα. Έπαιρνε επίσης υπόψη τις αιτίες της ήττας της εργατικής τάξης στη Δύση στα 1919- 1920. Στη φάση αυτή η επανάσταση είχε ηττηθεί στην δυτική Ευρώπη, η σταθεροποίηση του καπιταλισμού άρχισε και το επαναστατικό κίνημα υποχώρησε σημαντικά. Παρότι η κατάσταση για το κεφάλαιο παρέμενε δύσκολη, αντικειμενικά επαναστατική την εκτιμούσε η Διεθνής, παρότι δημιουργήθηκαν κομμουνιστικά κόμματα σε όλες σχεδόν τις χώρες, ορισμένα εκ των οποίων ήταν μαζικά και ασκούσαν επιρροή στην εργατική τάξη της χώρας τους, η σοσιαλδημοκρατία παρέμενε πλειοψηφικό ρεύμα και στις περισσότερες χώρες κυρίαρχο. Δεν υπήρχαν ως εκ τούτου προϋποθέσεις για άμεση συνέχιση της επανάστασης και η ανάγκη αναπροσαρμογής της τακτικής των κομμουνιστικών κομμάτων ήταν περισσότερο από εμφανής.

Πέραν των ευνοϊκών αντικειμενικών συνθηκών για το προχώρημα της επανάστασης ήταν εντελώς απαραίτητο να κερδηθεί με την υπόθεση του σοσιαλισμού η πλειοψηφία της εργατικής τάξης, το μεγάλο τμήμα των οργανωμένων εργατών και των συνδικάτων τους και σε συμμαχία με την εργατική τάξη σημαντικά τμήματα των μικροαστικών στρωμάτων. Η τακτική που θα επιλεγόταν ακριβώς αυτόν τον στόχο έπρεπε να υπηρετεί. Να βοηθήσει τα κομμουνιστικά κόμματα να ξανοιχτούν ευρύτερα στην εργατική τάξη και τους εργαζόμενους, να οργανώσουν και να καθοδηγήσουν τους αγώνες τους, να επηρεάσουν τη συμπεριφορά και τη συνείδηση τους. Στις «Θέσεις για την παγκόσμια κατάσταση και τα καθήκοντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς» που συζητήθηκε στο 3ο συνέδριο γίνεται αναλυτική αναφορά στην ανάγκη ανάπτυξης των αγώνων για τα άμεσα ζητήματα και τις μερικές διεκδικήσεις των εργαζομένων. «Τα κομμουνιστικά κόμματα δεν μπορούν να αναπτυχθούν παρά μόνο στον αγώνα. Ακόμη και τα μικρότερα κομμουνιστικά κόμματα δεν πρέπει να περιοριστούν στην προπαγάνδα και την αγκιτάτσια. Οι κομμουνιστές πρέπει να δρουν σαν πρωτοπορία σε κάθε μαζική οργάνωση… Η προπαγάνδα και η πολιτική δουλειά του κομμουνιστικού κόμματος πρέπει να ξεκινά από την κατανόηση ότι καμιά μακροπρόθεσμη βελτίωση της θέσης του προλεταριάτου δεν είναι δυνατή στο καπιταλισμό και ότι μόνο η ανατροπή της αστικής τάξης και η καταστροφή των καπιταλιστικών κρατών θα κάνουν εφικτή την βελτίωση των συνθηκών ζωής της εργατικής τάξης... Αυτό δεν σημαίνει ωστόσο, ότι το προλεταριάτο πρέπει να απαρνηθεί την πάλη για τα άμεσα πρακτικά αιτήματα του μέχρι την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του. Η επαναστατική δράση πρέπει να οργανωθεί γύρω από το σύνολο των αιτημάτων που βγαίνουν από τις μάζες και αυτές οι ξεχωριστές δράσεις θα συγχωνευτούν σταδιακά και θα σχηματίσουν το ισχυρό ρεύμα της κοινωνικής επανάστασης… Τα κομμουνιστικά κόμματα δεν προτείνουν κανένα μίνιμουμ πρόγραμμα που θα χρησιμεύσει στην ενίσχυση και τη βελτίωση των κλονιζόμενων θεμελίων του καπιταλισμού. Η καταστροφή αυτού του συστήματος παραμένει ο κύριος σκοπός τους. Αλλά για να το πραγματοποιήσουν τα κομμουνιστικά κόμματα πρέπει να προτείνουν διεκδικήσεις που να εκφράζουν τις άμεσες ανάγκες της εργατικής τάξης. Αν οι διεκδικήσεις που προτείνουν οι κομμουνιστές ανταποκρίνονται στις άμεσες ανάγκες των πλατιών εργατικών μαζών και αν οι μάζες είναι πεπεισμένες ότι χωρίς την ικανοποίηση αυτών των διεκδικήσεων, η ύπαρξή τους είναι αδύνατη, τότε ο αγώνας γύρω από αυτά τα ζητήματα θα γίνει η αφετηρία της πάλης για την εξουσία. Στη θέση του μίνιμουμ προγράμματος των κεντριστών και των ρεφορμιστών, η Κομμουνιστική Διεθνής τοποθετεί τον αγώνα για τις συγκεκριμένες διεκδικήσεις του προλεταριάτου, διεκδικήσεις που στο σύνολό τους αμφισβητούν την αστική εξουσία, οργανώνουν το προλεταριάτο και χαράσσουν τα διάφορα στάδια της πάλης. Ακόμα και πριν οι πλατιές μάζες κατανοήσουν συνειδητά την ανάγκη της δικτατορίας του προλεταριάτου, μπορούν να ανταποκριθούν σε κάθε μια από τις ξεχωριστές διεκδικήσεις. Και καθώς ο αγώνας για αυτές τις διεκδικήσεις αγκαλιάζει και κινητοποιεί ολοένα και περισσότερες μάζες και καθώς οι ζωτικές ανάγκες των μαζών συγκρούονται με τις ζωτικές ανάγκες της καπιταλιστικής κοινωνίας, η εργατική τάξη θα φτάσει να συνειδητοποιήσει ότι αν αυτή θέλει να ζήσει ο καπιταλισμός πρέπει να πεθάνει… Οι αντιρρήσεις που εγείρονται ενάντια στις μερικές διεκδικήσεις, καθώς και οι κατηγορίες ότι καμπάνιες πάνω σε τέτοιες διεκδικήσεις είναι ρεφορμιστικές, αντανακλούν την ανικανότητα κατανόησης των ουσιαστικών όρων της επαναστατικής δράσης. Το πρόβλημα δεν είναι να απευθυνθούμε στο προλεταριάτο για να αγωνιστεί για τον τελικό σκοπό, αλλά το πώς θα αναπτύξουμε τον αγώνα για τα άμεσα θέματα, έναν αγώνα που μόνον αυτός μπορεί να οδηγήσει το προλεταριάτο στην πάλη για τον τελικό σκοπό»[1].

Τα αποσπάσματα αυτά δίνουν ένα σαφές στίγμα για τη σημασία που έδινε η Κ.Δ. στον αγώνα για τις άμεσες διεκδικήσεις, στον αγώνα να κερδηθούν οι ευρύτερες μάζες της εργατικής τάξης με την υπόθεση του Σοσιαλισμού. Θεωρούσε επίσης ότι στις συνθήκες της εποχής και στην κατάσταση του καπιταλισμού τότε, ο καλά οργανωμένος μαζικός αγώνας έστω και αν άρχιζε με απλές και μερικές διεκδικήσεις για συγκεκριμένα ζητήματα, αναπόφευκτα θα οδηγούσε στο να φανούν οι βαθύτερες αντινομίες του συστήματος, ότι η ικανοποίηση των διεκδικήσεων έρχεται σε ανοιχτή αντίθεση με τα κέρδη και τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου, απειλεί τις ισορροπίες και την κυριαρχία του και από τα πράγματα θα τεθεί στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της ίδιας της ανατροπής του καπιταλισμού. «Στη σημερινή κατάσταση του εργατικού κινήματος, κάθε σοβαρή δράση, ακόμα και αν ξεκινάει από μερικές διεκδικήσεις, θα οδηγήσει μοιραία τις μάζες να θέσουν τα βασικά ζητήματα της επανάστασης[2]». Σε αυτή τη βάση το 3ο συνέδριο της Κ.Δ. έριξε το σύνθημα «προς τις μάζες» για την ανάπτυξη της δράσης της εργατικής τάξης από κοινού πάνω στα καθημερινά προβλήματα και τις διεκδικήσεις της εναντίον του καπιταλισμού. Αυτή ήταν η τακτική του ενιαίου μετώπου.

Τον επόμενο χρόνο συγκλήθηκε το 4ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Το ζήτημα του ενιαίου εργατικού μετώπου είχε κεντρική θέση στα ντοκουμέντα και τις συζητήσεις. Εκεί διαπιστώθηκε η πολύ μεγάλη δυσκολία να κατανοηθεί και να εφαρμοστεί σωστά από τη μεγάλη πλειοψηφία των κομμουνιστικών κομμάτων. Σε λίγες περιπτώσεις εφαρμόσθηκε η τακτική του ενιαίου μετώπου και σε ακόμα πιο λίγες με έναν σχετικά σωστό μαρξιστικό τρόπο. Ορισμένοι θεωρούσαν ότι αφορούσε το κομμουνιστικό κόμμα και το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, την κοινή δράση ως τη συγχώνευση τους, σε άλλες περιπτώσεις εγκαταλείπονταν η ανεξαρτησία του κομμουνιστικού κόμματος και το δικαίωμα του να διατυπώνει ολοκληρωμένα το σύνολο της πολιτικής του και να ασκεί κριτική σε λαθεμένες πρακτικές των άλλων κομμάτων, ορισμένοι το έβλεπαν ως κοινή δράση μόνο «από τα κάτω», μόνο μέσα στους συνδικαλιστικούς αγώνες και όχι στο πολιτικό επίπεδο κ.λπ.

Στη συζήτηση και ακόμη περισσότερο στις αποφάσεις έγινε σημαντική προσπάθεια να απαντηθούν πειστικά οι λαθεμένες απόψεις, και να τεθεί σε πραγματική μαρξιστική και λενινιστική βάση η τακτική του ενιαίου μετώπου. Το συνέδριο απάντησε καθαρά ότι ενιαίο μέτωπο είναι ο κοινός αγώνας όλων των εργατών ενάντια στο κεφάλαιο για τα καθημερινά ζωτικά αιτήματά τους, ανεξάρτητα αν αυτοί ακολουθούν τους κομμουνιστές, ή τη σοσιαλδημοκρατία, τους αρχικούς, ή είναι ανέντακτοι. Ότι το πρακτικό αποτέλεσμα της τακτικής του ενιαίου μετώπου πηγάζει από τα «κάτω» μέσα από τα σπλάχνα των εργατικών μαζών. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι κομμουνιστές θα χρειαστεί να συνεργαστούν και με τους κορυφαίους εκπροσώπους των αντιπάλων εργατικών κομμάτων όμως, για την εξέλιξη της πορείας αυτών των διαπραγματεύσεων, οι μάζες πρέπει να έχουν διαρκώς πλήρεις και ακριβείς πληροφορίες. Στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με τους εκπροσώπους αυτούς, με κανένα τρόπο δεν πρέπει να περιορίζεται η αυτόνομη δράση των κομμουνιστικών κομμάτων. Το συνέδριο τόνισε ότι «Τα γενικά συμφέροντα του κομμουνιστικού κινήματος, απαιτούν η Κ.Δ. και τα τμήματα της να υποστηρίξουν το σύνθημα της ενότητας του προλεταριακού μετώπου και να αναλάβουν την πρωτοβουλία της πραγματοποίησης του. Η τακτική των κομμουνιστικών κομμάτων θα λαβαίνει υπόψη της τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χώρας»[3]. Σε άλλο σημείο τόνιζε: «Δεν χωρά αμφιβολία ότι οι πόθοι των εργατικών μαζών δεν είναι πάντοτε ξεκαθαρισμένοι… Το βέβαιο πάντως είναι ότι τείνουν επιτακτικά στη δημιουργία ενός ενιαίου προλεταριακού μετώπου, στο σχηματισμό ενός ισχυρού μπλοκ, από τα κόμματα της 2ης διεθνούς και τα συνδικάτα του Άμστερνταμ έως και τους κομμουνιστές που πάνω του να συντρίβεται η εργοδοτική επίθεση. Με αυτή την έννοια οι πόθοι αυτοί αποτελούν καθαρή πρόοδο… Στη σημερινή κατάσταση του εργατικού κινήματος, κάθε σοβαρή δράση, ακόμη και αν ξεκινάει από μερικές διεκδικήσεις θα οδηγήσει σήμερα τις μάζες να θέσουν τα βασικά ζητήματα της επανάστασης»[4].

Το συνέδριο προβληματίστηκε έντονα ώστε να διαμορφώσει συγκεκριμένες ιδέες και αντίστοιχη τακτική, ώστε το επαναστατικό κίνημα να προσεγγίσει την επαναστατική διαδικασία και να διεκδικήσουν τα Κ.Κ. την εξουσία. Αναλύοντας τις συνθήκες και μελετώντας διάφορες εκδοχές των εξελίξεων η Κ.Δ. θεωρούσε ότι η παραπέρα ανάπτυξη της ταξικής πάλης μπορεί να οδηγήσει τόσο στην άμεση προλεταριακή επανάσταση όσο και να έχει μεταβατικά στάδια που θα οδηγήσουν προς την επανάσταση. «Ανάμεσα στη σημερινή περίοδο κυριαρχίας της ανοιχτή αστικής αντίδρασης και της πλήρους νίκης του επαναστατικού προλεταριάτου πάνω στην αστική τάξη βρίσκονται διάφορα στάδια και είναι δυνατά διάφορα βραχυχρόνια επεισόδια. Η Διεθνής και τα τμήματα της πρέπει να έχουν υπόψη τους και αυτή τη δυνατότητα. Τα κομμουνιστικά κόμματα πρέπει να ξέρουν να υπερασπίζουν τις επαναστατικές θέσεις σε οιοσδήποτε συνθήκες».

Λογική προέκταση της ανάπτυξης της τακτικής του ενιαίου εργατικού μετώπου ήταν η πρόβλεψη του 4ου συνεδρίου για τη δυνατότητα δημιουργίας εργατικής κυβέρνησης. Οι «θέσεις για την τακτική» που συζήτησε το συνέδριο ανέφεραν: «Η εργατική κυβέρνηση (ενδεχόμενα και εργατοαγροτική κυβέρνηση) πρέπει παντού να μας χρησιμεύει σαν γενικό προπαγανδιστικό σύνθημα. Αλλά σαν άμεσο πολιτικό σύνθημα, η εργατική κυβέρνηση αποκτά σημασία στις χώρες όπου η κατάσταση της αστικής κοινωνίας είναι ιδιαίτερα πολύ λίγο ασφαλής, και όπου ο συσχετισμός των δυνάμεων μεταξύ των εργατικών κομμάτων και της μπουρζουαζίας θέτει στην ημερήσια διάταξη τη λύση της εργατικής κυβέρνησης σαν πολιτική ανάγκη. Σε αυτές τις χώρες το σύνθημα της ‘‘εργατικής κυβέρνησης’’ αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια όλης της τακτικής του ενιαίου μετώπου...Στη φανερή ή μασκαρεμένη συμμαχία της αστικής τάξης με τη σοσιαλδημοκρατία, οι κομμουνιστές αντιτάσσουν το ενιαίο μέτωπο όλων των εργατών και τον πολιτικό και οικονομικό συνασπισμό όλων των εργατικών κομμάτων εναντίον της μπουρζουαζίας για την ανατροπή της…. Μια τέτοια κυβέρνηση είναι δυνατή μόνο αν βγει μέσα από την πάλη των ίδιων των μαζών, αν στηριχτεί πάνω σε εργατικά όργανα κατάλληλα για αγώνα και δημιουργημένα από τα πιο πλατιά στρώματα των καταπιεσμένων εργατικών μαζών. Μια εργατική κυβέρνηση που προκύπτει από ένα κοινοβουλευτικό συνδυασμό, μπορεί επίσης να δώσει την ευκαιρία να αναζωογονηθεί το επαναστατικό εργατικό κίνημα. Είναι όμως αυτονόητο ότι η δημιουργία μιας πραγματικά εργατικής κυβέρνησης και η διατήρηση μιας κυβέρνησης που κάνει Επαναστατική πολιτική θα οδηγήσουν αναγκαστικά στον πιο λυσσασμένο αγώνα και ίσως, και σε εμφύλιο πόλεμο εναντίον της μπουρζουαζίας. Επομένως το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης μπορεί να εξαπολύσει επαναστατικούς αγώνες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι κομμουνιστές πρέπει να δηλώσουν ότι είναι διατεθειμένοι να σχηματίσουν κυβέρνηση με μη κομμουνιστικά εργατικά κόμματα και οργανώσεις. Αυτό όμως μπορούν να το κάνουν μόνο αν υπάρχουν εγγυήσεις ότι αυτές οι εργατικές κυβερνήσεις θα κάνουν πραγματικά αγώνα εναντίον της μπουρζουαζίας[5]».

Είναι σαφές ότι η αναφορά αυτή για εργατική κυβέρνηση γίνεται και για κυβέρνηση πριν την επανάσταση, για κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού ακόμη. Η κυβέρνηση αυτή θα είναι προϊόν αφενός μεν μιας πολύ βαθιάς κρίσης του συστήματος και αδυναμίας της κυρίαρχης τάξης να κυβερνά, ή εμφανών δυσκολιών γι' αυτό, όταν οι πλατιές εργατικές μάζες σε σημαντικό βαθμό θα έχουν αφυπνιστεί και θα έχουν ως ένα ορισμένο βαθμό διαρρήξει τους δεσμούς τους με τα αστικά πολιτικά κόμματα και θα είναι εμφανείς οι διαθέσεις τους για αγώνα εναντίον της αστικής τάξης. Θα στηρίζεται δηλαδή στις διαθέσεις και τον αγώνα της εργατικής τάξης και των εργαζομένων και θα δημιουργηθεί με μοναδικό σκοπό, από πλευράς τουλάχιστον των κομμουνιστών, την όξυνση της ταξικής πάλης και την άσκηση της μεγαλύτερης δυνατής πίεσης στην αστική τάξη στην προοπτική της οριστικής νίκης εναντίον της.

Η δημιουργία εργατικής κυβέρνησης πρέπει να τονίσουμε ότι δεν είναι νομοτέλεια. Δεν είναι δηλαδή αναγκαστικό, νομοτελειακό ένα πέρασμα από αυτή στο δρόμο προς την επανάσταση. Η κυβέρνηση αυτή, αν δημιουργηθεί θα έχει μοναδικό σκοπό να επιδιώξει την προσέγγιση στην επαναστατική διαδικασία και τη νίκη των επαναστατικών δυνάμεων.

Το 5ο συνέδριο της Κ. Δ. συγκλήθηκε τον Ιούνιο του 1924. Στο συνέδριο συζητήθηκε για μια ακόμη φορά το ζήτημα του ενιαίου εργατικού μετώπου. Κατά τη συζήτηση, αλλά και στην ίδια την εισήγηση του προέδρου της Κ.Δ. Ζηνόβιεφ εκφράστηκαν σεχταριστικές θέσεις, οι οποίες παρέκκλιναν σοβαρά από τις θέσεις του 3ου και 4ου συνεδρίου. Βάση αυτών των αντιλήψεων ήταν, πέρα από σεχταριστικές απόψεις που είχαν εκφρασθεί και στο προηγούμενο συνέδριο, η λαθεμένη εκτίμηση της κατάστασης του καπιταλισμού. Εκτιμούσαν ότι οι μεγάλες ταξικές μάχες του 1923 ( Γερμανία-, Βουλγαρία κ.λπ.) ήταν η απαρχή καινούργιας επαναστατικής ανόδου, γεγονός που τους οδήγησε στην αντίληψη για τερματισμό της τακτικής του ενιαίου μετώπου και προετοιμασία για επίθεση. Θεωρούσαν επίσης ότι η τακτική του ενιαίου μετώπου δεν δικαιώθηκε στη ζωή και γι' αυτό ήταν αναγκαία η αναπροσαρμογή της. Επανήλθε ξανά η άποψη ότι ήταν μέθοδος ζύμωσης μόνο και κινητοποίησης των μαζών και πρότειναν την απάλειψη της θέσης για την ‘‘εργατική κυβέρνηση’’. Ιδιαίτερα ορισμένα στελέχη αποκάλεσαν την εργατική κυβέρνηση συνώνυμο της δικτατορίας του προλεταριάτου, η ψευδώνυμο του σοβιετικής κυβέρνησης.

Στο συνέδριο αναπτύχθηκε σοβαρή αντιπαράθεση. Ένας μεγάλος αριθμός αντιπροσώπων άσκησε έντονη κριτική στις παραπάνω απόψεις με αποτέλεσμα οι αποφάσεις του συνεδρίου σε μικρό βαθμό να επηρεαστούν από αυτές και τελικά οι αποφάσεις να είναι σε θετική κατεύθυνση.

Γενικότερα προβλήθηκε μια ολόκληρη γκάμα λανθασμένων αντιλήψεων από την ακραία σεχταριστική ότι ‘‘ενιαίο μέτωπο είναι η ενότητα όσων εργατών αποδέχονται την πολιτική και την καθοδήγηση του κομμουνιστικού κόμματος’’ και την επίσης ακραία, δεξιά όμως αυτή τη φορά αντίληψη, ότι ενιαίο μέτωπο είναι ο Συνασπισμός του κομμουνιστικού κόμματος με τη σοσιαλδημοκρατία πάνω σε αυτά που συμφωνούν με παραίτηση από την προβολή όλων των ζητημάτων στα οποία υπάρχει διαφωνία, καθώς επίσης και την προβολή ολοκληρωμένων των θέσεων και των αντιλήψεων του κομμουνιστικού κόμματος. Μέχρι τις μέρες μας τις βρίσκουμε διαδεδομένες και τις δύο αυτές αντιλήψεις στο κομμουνιστικό κόμμα και γενικότερα στο αριστερό κίνημα της χώρας. Είναι σαφές ότι και οι δύο αυτές εκδοχές, καθώς και το σύνολο των λαθεμένων αντιλήψεων εκείνων που κινούνται ανάμεσα στις δύο αυτές, είναι χοντρές διαστρεβλώσεις της λενινιστικής αντίληψης και τακτικής.

Ενδεικτικά είναι ορισμένα δημοσιεύματα τον τελευταίο καιρό, στα οποία εκφράζονται οι δύο εντελώς διαφορετικές και λαθεμένες απόψεις σχετικά με το ζήτημα αυτό. Από τη μια έχουμε αμφισβήτηση της θέσης ότι είναι ενδεχόμενη και όχι αναγκαία η δημιουργία μιας τέτοιας κυβέρνησης και μάλιστα θεωρεί, η άποψη αυτή, ότι σε ένα μέτωπο αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό αντιστοιχεί οπωσδήποτε μια αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή κυβέρνηση. Η άποψη αυτή δεν αντιλαμβάνεται ότι είναι δυνατόν να διαμορφωθεί αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό μέτωπο χωρίς ποτέ να γίνει αντιιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή κυβέρνηση και ακόμη στην πορεία προς την επανάσταση μπορεί να διαμορφωθεί τέτοια κυβέρνηση ενώ δεν θα υπάρχει μέτωπο. Η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή κυβέρνηση μπορεί να είναι βαθμίδα, φάση προς την επανάσταση ανεξαρτήτως της μορφής οργάνωσης που θα πάρει και αν θα πάρει η κοινωνικοπολιτική συμμαχία.

Από την άλλη σε άλλα δημοσιεύματα μπαίνει η εξής θέση. Η κυβέρνηση αυτή, η κυβέρνηση των εργατικών κομμάτων, είναι αναγκαστικά η έναρξη της επαναστατικής διαδικασίας, είναι η δικτατορία του προλεταριάτου ή μια κυβέρνηση που σχεδόν ταυτίζεται μαζί της. Δεν μπορεί να βγει έξω από την επαναστατική διαδικασία, διότι σε αυτή την περίπτωση οι επαναστατικές δυνάμεις περνούν σε μια σταδιοποίηση της επανάστασης. Ότι παρεμβάλλουν ένα ολόκληρο στάδιο πριν από το σοσιαλισμό, μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού και κατά αυτόν τον τρόπο η επανάσταση αποπροσανατολίζεται και εκτρέπεται. Είναι φανερό ότι μια τέτοια τοποθέτηση δεν είναι σε αρμονία με το 4ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Εκεί σαφώς τονίζεται ότι υπάρχουν τύποι κυβερνήσεων που είναι δυνατόν να τις στηρίξουν οι κομμουνιστές και δημιουργούνται εκτός επαναστατικής διαδικασίας με στόχο την επιδίωξη της επανάστασης. Κατά αυτόν τον τρόπο ολόκληρη η αντίληψη για τη συγκεκριμένη κυβέρνηση ακυρώνεται.

Είναι φανερό ότι και οι δύο αυτές αντιλήψεις είναι λάθος. Ακυρώνουν την όποια αναζήτηση δρόμου προς την επανάσταση σε συνθήκες που δεν έχει διαμορφωθεί επαναστατική κατάσταση και συνολικά δεν έχουν διαμορφωθεί οι προϋποθέσεις της επανάστασης ακόμη, η πρώτη απολυτοποιώντας, έστω και αθέλητα, την εκδοχή δημιουργίας μιας κυβέρνησης αντιιμπεριαλιστικής αντιμονοπωλιακής και η δεύτερη ακυρώνοντας και ταυτίζοντας την με την ίδια τη δικτατορία του προλεταριάτου. Οι δύο αυτές αντιλήψεις είναι παρόμοιες με αυτές που εκφράσθηκαν στο πέμπτο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Οι διαστρεβλώσεις αυτές που εμφανίσθηκαν στο 5ο συνέδριο δεν προέρχονταν από κάποια κομμουνιστικά κόμματα μόνο. Ήταν ευρύτερα διαδεδομένες και μάλιστα φαίνεται ότι είχαν σημαντικά ερείσματα και μέσα στην Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Εκδηλωνόταν σε κάποια φάση, αποσύρονταν και ξανάρχονταν στην πορεία σε κάποια ευνοϊκή στροφή των γεγονότων με αποτέλεσμα η Εκτελεστική Επιτροπή να μην μπορεί να αντιμετωπίσει τη δράση από σωστές λενινιστικές θέσεις, να παρασύρεται και η ίδια σε σοβαρά λάθη. (Εξέγερση του γερμανικού προλεταριάτου το 1923 κ.λπ.)

Στο βαθμό που οι δυσκολίες της ταξικής πάλης μεγάλωναν, η Σοσιαλδημοκρατία κρατούσε μια απαράδεκτη, προδοτική στάση απέναντι στο ενιαίο μέτωπο και στους αγώνες της εργατικής τάξης και τα κομμουνιστικά κόμματα δεν ήταν τόσο ώριμα να επιμείνουν και να εφαρμόσουν αποτελεσματικά την τακτική του ενιαίου μετώπου φέρνοντας σε δύσκολη θέση τη σοσιαλδημοκρατία, εξωθούνταν σταδιακά τα ίδια στην αλλοίωση της ενιαιομετωπικής πολιτικής, την ανάπτυξη της γραμμής για ενιαίο μέτωπο μόνο ‘‘από τα κάτω’’. Σταδιακά η Εκτελεστική Επιτροπή έδινε οδηγίες στα κομμουνιστικά κόμματα να δράσουν έχοντας βασικό γνώμονα ότι η διαχωριστική γραμμή στο πολιτικό επίπεδο περνά ανάμεσα στο ΚΚ από τη μια και στο σύνολο των άλλων κομμάτων από την άλλη, τα οποία τα θεωρούσε όλα ανεξαιρέτως κόμματα της αστικής τάξης, σαν να εξέλειπαν από τις αστικές κοινωνίες τα μικροαστικά στρώματα και η αγροτιά και κόμματα που εξέφραζαν σ’ ένα βαθμό τέτοια συμφέροντα. Είναι ο πρόδρομος της αντίληψης πέντε κόμματα δύο πολιτικές, η οποία διατυπώθηκε στο Κ.Κ.Ε. στη δεκαετία του 1990 και έστω και αν δεν διακηρύχτηκε επίσημα και ρητά είναι η επίσημη γραμμή του μέχρι σήμερα.

Η τακτική αυτή δεν μπορούσε να διαχωρίσει την ηγεσία από την επιρροή και αντιμετώπιζε το σύνολο των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων εχθρικά και αυτό το κλίμα μεταφέρονταν μέσα στην εργατική τάξη, δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ των εργατών, έβαζε εμπόδιο στην ενότητα και πρακτικά εξυπηρετούσε τη σοσιαλδημοκρατική ηγεσία που όντως ήταν υπηρέτης της αστικής τάξης. Έτσι στην Κ.Δ. διαμορφώνονταν μια καινούργια τακτική που στην πορεία πήρε την ονομασία ‘‘τάξη ενάντια στην τάξη’’. Η τακτική αυτή, υπολόγιζαν οι κομμουνιστές, να δυναμώσει την αυτεπίγνωση του προλεταριάτου, να δυναμώσει την τάση για αυτοτέλειά του απέναντι στην αστική τάξη και να ανεβάσει τη συσπείρωση και τη μαχητικότητα του. Αυτός ήταν ο υγιής πυρήνας της αντίληψης αυτής. Η αντίληψη όμως ότι οι ρεφορμιστικές οργανώσεις στο σύνολο τους είχαν περάσει στην υπηρεσία της αστικής τάξης οδήγησε στη μεγιστοποίηση του σεχταρισμού.

Έτσι γενικεύθηκε σταδιακά, ιδιαίτερα μετά το 1927- 1928 ο χαρακτηρισμός των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων όχι μόνο ως αστικών κομμάτων αλλά ως σοσιαλφασιστικών και δόθηκε προτεραιότητα στην πάλη εναντίον της σοσιαλδημοκρατίας και ιδιαίτερα του πιο αριστερού τμήματος της. Οι εξελίξεις αυτές ζημίωσαν όχι μόνο την Κ.Δ. και τα κομμουνιστικά κόμματα, αλλά και την ίδια την εργατική τάξη και τους λαούς.

Όταν το 1933 οι ναζιστικές κατέλαβαν την εξουσία στη Γερμανία και η γερμανική εργατική τάξη, ο γερμανικός λαός και όλοι οι λαοί της Ευρώπης αντιμετώπισαν πρακτικά το κτηνώδες πρόσωπο του φασισμού, τότε τίθεται με πολύ μεγάλη ένταση το ερώτημα, πώς μπορεί να εμποδιστεί η άνοδος του φασισμού στην εξουσία, πώς μπορεί να ανατραπεί ο φασισμός εκεί που ήδη νίκησε. Η απάντηση του 7ου συνεδρίου της Κ.Δ. ήταν « Το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει, το πρώτο με το οποίο πρέπει να αρχίσει κανείς, είναι η δημιουργία του ενιαίου μετώπου, η αποκατάσταση της ενότητας δράσης των εργατών σε κάθε εργοστάσιο, σε κάθε συνοικία, σε κάθε περιοχή, σε κάθε χώρα, σε ολόκληρο το κόσμο. Η ενότητα δράσης του προλεταριάτου σε εθνική και διεθνή κλίμακα, αυτό είναι το πιο ισχυρό όπλο, που κάνει την εργατική τάξη ικανή όχι μόνο να αμυνθεί με επιτυχία, αλλά και να προχωρήσει σε επιτυχή αντεπίθεση εναντίον του φασισμού, ενάντια στον ταξικό εχθρό».[6]

Αντιμετώπιζε το ενιαίο μέτωπο της εργατικής τάξης καταρχήν ως κοινή δράση των εργατών που ανήκουν στα κόμματα των δύο διεθνών ( κομμουνιστική διεθνής και δεύτερη διεθνής) που όμως αυτή η κοινή δράση θα είχε τεράστια επίδραση στους καθολικούς, στους αναρχικούς και ανοργάνωτους εργάτες και ακόμη θα ασκούσε μεγάλη επιρροή πάνω στα υπόλοιπα στρώματα του εργαζόμενου λαού, θα βοηθούσε τους ταλαντευόμενους εργαζόμενους να αποκτήσουν εμπιστοσύνη στη δύναμη της εργατικής τάξης. Το 7ο συνέδριο τόνιζε ότι « είναι απαραίτητο να αποκατασταθεί η ενότητα δράσης όλων των τμημάτων της εργατικής τάξης, ανεξάρτητα από το αν ανήκουν στο ένα ή άλλο κόμμα, σε αυτήν ή την άλλη οργάνωση, πριν ακόμα ενωθεί η πλειοψηφία της εργατικής τάξης στον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και τη νίκη της προλεταριακής επανάστασης[7]».

Όσον αφορά το περιεχόμενο του ενιαίου μετώπου, τη βάση της συμφωνίας του κομμουνιστικού κόμματος με άλλες πολιτικές δυνάμεις, αυτή ήταν η υπεράσπιση των άμεσων οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων της εργατικής τάξης, η υπεράσπιση της εργατικής τάξης και του λαού ενάντια στο φασισμό και η πάλη για την αποτροπή του πολέμου. «Δεν πρέπει να περιοριζόμαστε σε απλές εκκλήσεις για αγώνα για την προλεταριακή δικτατορία, πρέπει να ρίχνουμε τέτοια συνθήματα και να βρίσκουμε τέτοιες μορφές πάλης, που να ανταποκρίνονται στις ζωτικές ανάγκες των μαζών και στο βαθμό της αγωνιστικής τους ικανότητας στο δοσμένο στάδιο ανάπτυξης. Πρέπει να δείξουμε στις μάζες, τι πρέπει να κάνουν σήμερα, για να αμυνθούν μπροστά στην καπιταλιστική καταλήστευση και τη φασιστική βαρβαρότητα».[8] Πιο συγκεκριμένα ως βάση της συμφωνίας για το ενιαίο προλεταριακό μέτωπο προτεινόταν α) ο αγώνας για την πραγματική μεταφορά των συνεπειών της κρίσης πάνω στις πλάτες της κυρίαρχης τάξης, πάνω στις πλάτες των καπιταλιστικών, τον μεγαλογαιοκτημόνων, με άλλα λόγια πάνω στις πλάτες των πλουσίων. β) Ο κοινός αγώνας ενάντια σε όλες τις μορφές της φασιστικής επίθεσης, για την υπεράσπιση των κατακτήσεων και των δικαιωμάτων των εργαζομένων, ενάντια στην κατάργηση των αστικών δημοκρατικών ελευθεριών. γ) Ο κοινός αγώνας ενάντια στον επερχόμενο κίνδυνο ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου, αγώνας που θα δυσκόλευε τις προετοιμασίες ενός τέτοιου πολέμου»[9].

Το συνέδριο τόνιζε την ανάγκη για ταυτόχρονη προώθηση του ενιαίου εργατικού μετώπου, την οργάνωση κοινής δράσης από τα πάνω, ιδιαίτερη όμως προσοχή πρέπει να δοθεί στην ανάπτυξη των μαζικών ενεργειών και δράσης από τα κάτω, τοπικά με την κοινή δράση οργανώσεων και συνδικάτων πάνω στη βάση τοπικών συμφωνιών. Όλη αυτή τη δράση του 7ο συνέδριο τη θεωρεί ως το πρώτο βήμα. «Η συμμαχία είναι μόνο ένα βοηθητικό μέσο για την πραγματοποίηση κοινών ενεργειών, στην πραγματικότητα δεν είναι αυτή το ενιαίο μέτωπο… Οι κομμουνιστές και όλοι οι επαναστάτες εργάτες πρέπει να αγωνιστούν, ώστε να σχηματιστούν αιρετά υπερκομματικά ταξικά όργανα του ενιαίου μετώπου μέσα στα εργοστάσια, ανάμεσα στους ανέργους, στις εργατικές συνοικίες, ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους της πόλης και του χωριού. Μόνο με τέτοια όργανα μπορεί να αγκαλιάζει την τεράστια ανοργάνωτη μάζα των εργαζομένων το κίνημα του ενιαίου μετώπου»[10].

Το μεγάλο πρόβλημα της συσπείρωσης των εργαζομένων στρωμάτων του λαού πέραν της εργατικής τάξης - των αγροτών, των μικροαστικών στρωμάτων της πόλης- εναντίον του κεφαλαίου και του φασισμού το 7ο συνέδριο το αντιμετώπισε με την πρόταση δημιουργίας πλατιού λαϊκού αντιφασιστικού μετώπου πάνω στη βάση του εργατικού ενιαίου μετώπου που θα είχε προηγηθεί. Και αυτό κατανοώντας ότι για την επιτυχία του αγώνα εναντίον του φασισμού είναι αναγκαία η δημιουργία αγωνιστικής, ζωντανής συμμαχίας της εργατικής τάξης με την εργαζόμενη αγροτιά και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης που αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού και στις βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες.

Το συνέδριο κρατούσε ανοιχτή τη δυνατότητα και την προοπτική να περάσει η εργατική τάξη από την άμυνα στην επίθεση με στόχο την εξουσία. « Πρέπει ακούραστα να προετοιμάζουμε την εργατική τάξη, να αλλάξει γοργά τις μορφές και μεθόδους αγώνα, όταν μεταβληθούν οι συνθήκες. Στο βαθμό που θα αναπτύσσεται το κίνημα και θα δυναμώνει η ενότητα της εργατικής τάξης, πρέπει να προχωρήσουμε παραπέρα και να προετοιμάσουμε το πέρασμα από την άμυνα στην επίθεση ενάντια στο κεφάλαιο, και να κατευθυνθούμε προς την οργάνωση της μαζικής πολιτικής απεργίας. Απαράβατος όρος για μια τέτοια απεργία πρέπει να είναι η συμμετοχή των βασικών συνδικάτων της κάθε χώρας. Φυσικά οι κομμουνιστές δεν πρέπει να παραιτηθούν ούτε στιγμή από την ανεξάρτητη δράση, να διαφωτίζουν τις μάζες σύμφωνα με τις κομμουνιστικές αρχές, να τις οργανώνουν και να τις κινητοποιούν».[11]

Το συνέδριο αντιμετώπισε τη δημιουργία κυβέρνησης του ενιαίου μετώπου και τις πολιτικές προϋποθέσεις της κατά αντίστοιχο τρόπο με τις τοποθετήσεις του 4ου συνεδρίου της Κ.Δ. και τις παρουσίαζε ως την πείρα και τις αδυναμίες των κομμουνιστικών κομμάτων από την εφαρμογή τους τότε. Κυρίως έθετε τρεις προϋποθέσεις: Τη σύνδεση του ζητήματος της κυβέρνησης του ενιαίου μετώπου με ξεκάθαρο τρόπο με την ύπαρξη πολιτικής κρίσης, ώστε η κυβέρνηση να καθίσταται δυνατή και πολιτικά απαραίτητη. Τη σύνδεση της κυβέρνησης με την ανάπτυξη ισχυρού αγωνιστικού κινήματος της εργατικής τάξης και όχι με τεχνητές συγκολλήσεις κομμάτων. Όσον αφορά το περιεχόμενο και τις επιδιώξεις της κυβέρνησης αυτής διευκρινίζονταν ότι πρέπει να υλοποιήσει ορισμένα επαναστατικά αιτήματα που έθετε η κατάσταση - έλεγχος της παραγωγής, έλεγχος των τραπεζών, διάλυση της αστυνομίας και δημιουργία ένοπλης εργατικής πολιτοφυλακής κ.λπ.- και να αξιοποιηθεί η κυβέρνηση αυτή ως μια πιθανή μορφή περάσματος στην επαναστατική διαδικασία, «Για να βοηθήσουμε τα εκατομμύρια μάζες να μάθουν όσο το δυνατόν πιο σύντομα με βάση την ίδια τους την πείρα, τι πρέπει να κάνουν, που βρίσκεται η αποφασιστική διέξοδος, πιο κόμμα είναι άξιο της εμπιστοσύνης τους, είναι απαραίτητα εκτός από τα άλλα και μεταβατικά συνθήματα και ιδιαίτερες μορφές περάσματος ή πλησιάσματος στην προλεταριακή επανάσταση. Διαφορετικά οι πλατιές λαϊκές μάζες, όντας παγιδευμένες σε μικροαστικές δημοκρατικές αυταπάτες και παραδόσεις, θα ταλαντεύονται, θα διστάζουν, θα αποπροσανατολίζονται, ακόμη και σε μια επαναστατική κατάσταση, χωρίς να βρίσκουν το δρόμο προς την επανάσταση, για να βρεθούν τελικά κάτω από τα χτυπήματα των φασιστών[12]», ανάφερε το συνέδριο. Τέλος επεσήμαινε ότι η κυβέρνηση αυτή δεν είναι η οριστική λύση των προβλημάτων των εργαζομένων, ούτε το τέλος του δρόμου. « Η κυβέρνηση αυτή δεν μπορεί να φέρει την τελική σωτηρία. Δεν είναι σε θέση να ανατρέψει την ταξική κυριαρχία των εκμεταλλευτών, γι' αυτό και δεν μπορεί να ματαιώσει οριστικά τον κίνδυνο της φασιστικής αντεπανάστασης. Επομένως πρέπει να προετοιμαζόμαστε για τη σοσιαλιστική επανάσταση! Η σωτηρία θα έρθει αποκλειστικά και μόνο από την εξουσία των σοβιέτ».[13]

Εκ των υστέρων το 7ο συνέδριο αμφισβητήθηκε και αμφισβητείται έντονα. Στην αρχή από τους συνήθεις υπόπτους, ιδίως τον τροτσκισμό και στη συνέχεια, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, από όλους αυτούς που διεκδικούν τον τίτλο του σύγχρονου αντικαπιταλιστή. Χρεώνουν στις απόψεις του 7ου συνεδρίου μέχρι και την ανατροπή του ίδιου του χαρακτήρα της Κ.Δ. Θεωρούν ότι ουσιαστικά από τότε η Διεθνής έπαψε να υπάρχει. Άλλοι θεωρούν το 7ο συνέδριο υπεύθυνο για την εξέλιξη της πάλης εναντίον του φασισμού, καθώς επίσης και για το γεγονός ότι ηττήθηκαν τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που αναπτύχθηκαν στην περίοδο 1941- 1945 και δεν επικράτησε η επανάσταση στη δυτική Ευρώπη.

Μελετώντας προσεκτικά τα κείμενα του 7ου συνεδρίου οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η εισήγηση και η απόφαση πατούν σταθερά στο έδαφος των επεξεργασιών της Κ.Δ. και του ενιαίου μετώπου. Παρότι σε ορισμένα σημεία τους λείπει μια πιο επιστημονική και πιο ακριβολογημένη διατύπωση καθώς και μια πιο ολοκληρωμένη οπτική, ίσως ακόμη ένας ολοκληρωμένος τονισμός του χαρακτήρα της δράσης και των κινδύνων που υπάρχουν για διολίσθηση, δεν είναι δυνατόν να τους αποδοθούν λάθη από τη σκοπιά του μαρξισμού και του λενινισμού. Είναι τουλάχιστον λαθεμένη η απόρριψη του 7ου συνεδρίου πέρα από τυχόν παρατηρήσεις που μπορεί να γίνουν.

Είναι όμως αναντίρρητο γεγονός ότι η εξέλιξη των μετώπων και γενικότερα των ταξικών αγώνων που αναπτύχθηκαν στη βάση του 7ου συνέδριου δεν έφτασαν ως την κατάληψη της εξουσίας στις χώρες της Ευρώπης που δεν απελευθερώθηκαν από το κόκκινο στρατό. Στην πορεία της δράσης πολλά από τα κινήματα αυτά δεν συνδύασαν σωστά την πάλη για τα άμεσα προβλήματα των εργαζομένων ( φασισμός- εθνική απελευθέρωση) με το καθήκον της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού. Δημιουργήθηκαν πολύ μαζικά μέτωπα, απελευθέρωσαν τις χώρες τους, συσπείρωσαν το σύνολο ή το μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης και ευρύτατα αγροτικά και μικροαστικά τμήματα, αλλά ηττήθηκαν από την αστική τάξη και το ιμπεριαλισμό. Σε ορισμένες μάλιστα χώρες οι συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά την απελευθέρωση ήταν σχετικά ευνοϊκές για τη διεκδίκηση της εξουσίας. Αυτό ακριβώς το γιατί πρέπει να απαντηθεί σωστά και πειστικά. Εκείνο που σε αρκετές περιπτώσεις ισχύει είναι ότι τα κομμουνιστικά κόμματα σταδιακά μέσα στη συμμαχία και κάτω από τις δυσκολίες παραιτήθηκαν από την προβολή του συνολικού προγράμματος τους, από τα πράγματα αποσυνέδεσαν την άμεση δράση από το στρατηγικό στόχο, πέρασαν σε μια σταδιοποίηση της πάλης ξένης προς το μαρξισμό και το λενινισμό και έμειναν στη διεκδίκηση των άμεσων προβλημάτων. Θεωρούμε ότι αυτή την εξέλιξη δεν μπορεί να την χρεωθεί το 7ο συνέδριο, τουλάχιστον με ένα άμεσο τρόπο.

Ανδρέας Σαρακίνης

[1] Τρίτη Διεθνής, τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, σ. 268. 269 . 270

[2] Τρίτη Διεθνής τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, σ. 401

[3] στο ίδιο σ. 402

[4] Στο ίδιο σ. 401

[5] Τρίτη Διεθνής τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, σ. 396

[6] Γκεόργκι Ντιμιτρώφ Ο φασισμός σ. 43 -44

[7] Στο ίδιο σ. 45

[8] Στο ίδιο σ.49- 50

[9] Στο ίδιο σ. 50

[10] Στο ίδιο σ. 52

[11] Στο ίδιο σ. 50

[12] Το ίδιο σ. 95 - 96

[13] Στο ίδιο σ. 96