Η τακτική του ενιαίου μετώπου στους κλασσικούς του Μαρξισμού και την Κομμουνιστική Διεθνή (1ο μέρος)
Η κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ στο πλαίσιο του διαλόγου γύρω από το ζήτημα του “ενιαίου μετώπου”, αναδημοσιεύει σειρά άρθρων που δημοσιεύθηκαν στον Εργατικό Αγώνα 17, 19, 22 και 24 Οκτώβρη 2012

Η τακτική του ενιαίου μετώπου στους κλασσικούς του Μαρξισμού και την Κομμουνιστική Διεθνή (1ο μέρος)
Αναδημοσίευση από “Εργατικός Αγώνας”, 17 Οκτώβρη 2012
Το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό μέτωπο στο πρόγραμμα και την πρακτική του ΚΚΕ
Σήμερα ξαναγίνεται λόγος για την αναγκαιότητα της κοινής πάλης της εργατικής με άλλες τάξεις στη λογική της σύμπηξης ενός ενιαίου μετώπου πάλης. Η συζήτηση περιστρέφεται συνήθως γύρω από τους στόχους πάλης αλλά και τους εταίρους που μπορούν να απαρτίζουν ένα τέτοιο μέτωπο. Ο Εργατικός Αγώνας συμβάλλοντας στον προβληματισμό δημοσιεύει μια ανάλυση του Ανδρέα Σαρακίνη που παίρνει υπόψη της τις απόψεις των κλασσικών του Μαρξισμού για τη μετωπική πολιτική. Το άρθρο θα ολοκληρωθεί σε τέσσερις αναρτήσεις.
Μέρος Α’
για να διαβάσετε το μέρος Β' πατήστε εδώ
για να διαβάσετε το μέρος Γ' πατήστε εδώ
για να διαβάσετε το μέρος Δ' πατήστε εδώ
Η ανάγκη κοινής δράσης και ενότητας της εργατικής τάξης και μαζί η κοινή δράση της εργατικής τάξης με άλλες τάξεις και στρώματα του πληθυσμού που είχαν και έχουν κοινά συμφέροντα και στόχους σε όλες τις ιστορικές περιόδους ήταν μια αναγκαιότητα. Το κίνημα ανέπτυξε μορφές μετωπικής δράσης και μετώπων από τα πρώτα βήματα του όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλες τις χώρες της Ευρώπης και παγκόσμια.
Στην Ελλάδα η δημιουργία μετώπων και η αντίστοιχη δράση ήταν ανέκαθεν σημαντική, είτε για λόγους που σχετίζονται με το επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού, είτε σχετίζονται με το πλαίσιο των ιδιαίτερων συνθηκών μέσα στις οποίες έδρασε το κομμουνιστικό κόμμα και το κίνημα της χώρας. Οι μετωπικές πρωτοβουλίες ήταν για δεκαετίες πάρα πολλές και σήμερα έχουμε μια έκρηξη προτάσεων και πρωτοβουλιών κάθε είδους για τη δημιουργία μετώπων.
Το Κ.Κ.Ε., όπως προτείνεται από το πρόγραμμά του, προτείνει τη δημιουργία αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού δημοκρατικού μετώπου με χαρακτήρα κοινωνικοπολιτικό, στο οποίο θα συσπειρωθούν όλες οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που έχουν συμφέρον να αντιπαρατεθούν στα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό με στόχο την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων και την οικοδόμηση της λαϊκής εξουσίας που θα εφαρμόσει τη λαϊκή οικονομία.
Οι δυνάμεις του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ τουλάχιστον στην επίσημη γραμμή τους, μια και υπάρχει ποικιλία τάσεων και αντιλήψεων στο εσωτερικού του, προκρίνουν τη δημιουργία αντινεοφιλελεύθερου μετώπου. Η συμπαράταξη δηλαδή όσων δυνάμεων αντιτίθενται στο νεοφιλελευθερισμό για να διεκδικήσουν μια πολιτική και μια εξουσία αστική μεν, χωρίς όμως τα νεοφιλελεύθερα στοιχεία και τις υπερβολές, να έχει τον άνθρωπο πάνω από τα κέρδη και φυσικά όχι για την κατάργηση του καπιταλιστικού κέρδους. Τα τελευταία χρόνια με την επιβολή του μνημονίου και την παρουσία της τρόικας στη χώρα μας η προηγούμενη μετωπική πολιτική εμφανίζεται πλέον ως αντιμνημονιακή, με την έννοια της κατάργησης ή της επαναδιαπραγμάτευσης του μνημονίου και της απομάκρυνσης της τρόικας. Σε διάφορες εκδοχές της την υποστηρίζουν ευρύτερες πολιτικές δυνάμεις, πέραν του ΣΥΡΙΖΑ. Στις τελευταίες εκλογές μάλιστα η αντιμνημονιακή λογική συγκέντρωσε πολύ υψηλό ποσοστό ψήφων.
Στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς οι προτάσεις για διάφορα μέτωπα είναι πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους, είτε σε αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση, είτε σε αντινεοφιλελεύθερη και ακόμη αντικαπιταλιστική, όπως αναφέρεται, με κυριότερη περίπτωση το αντικαπιταλιστικό μέτωπο που προτείνει το ΝΑΡ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Οι συγκεκριμένες απόψεις φαίνεται σε μεγάλο βαθμό να είναι επηρεασμένος από διάφορες αντιλήψεις της νέας αριστεράς που αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη περασμένες δεκαετίες και τροποποιούν σε μεγάλο βαθμό το ρόλο και τη σημασία που είχαν στη θεωρία και τη δράση της επαναστατικής αριστεράς στο 20ο αιώνα οι μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης, τα συνδικάτα, οι επιτροπές και τα συμβούλια, το κόμμα της εργατικής τάξης.
Η πείρα που έχει συσσωρευτεί, θετική και αρνητική είναι μεγάλη. Δίπλα στα θετικά παραδείγματα υπάρχουν και πάμπολλα αρνητικά, όπου τα διάφορα μέτωπα εκτράπηκαν από το σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκαν και είχαν αρνητικά αποτελέσματα ως επί το πλείστον. Σύνηθες είναι το φαινόμενο μιας φορμαλιστικής αντίληψης για το μέτωπο, καθώς επίσης η απώλεια της ανεξαρτησίας και του αυτοτελούς ρόλου του επαναστατικού κόμματος μέσα στο μέτωπο, η μετεξέλιξη των μετώπων σε ενιαίες ρεφορμιστικές οργανώσεις κ.λπ. Το κυριότερο χαρακτηριστικό όλων των μετωπικών προτάσεων σήμερα είναι ότι αυτά συγκροτούνται στη βάση της πολιτικής και στρατηγικής του κόμματος που κάνει την πρόταση και όχι στη βάση των πραγματικών αναγκών της εργατικής τάξης και των αναγκαιοτήτων που οι συνθήκες επιβάλουν και τελικά στην προώθηση των επαναστατικής προοπτικής.
Οι Μαρξ και Ένγκελς για το Ενιαίο Μέτωπο
Οι ιδρυτές της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας με τα θεωρητικά έργα και την πρακτική δράση τους επικεφαλής της Ένωσης Κομμουνιστών και παίρνοντας μέρος στους ταξικούς αγώνες της εποχής τους, ξεκαθάρισαν τη σχέση του κομμουνιστικού κόμματος με την εργατική τάξη, τη σχέση της εργατικής τάξης με τις άλλες τάξεις του πληθυσμού και ιδιαίτερα τις προοδευτικές για την εποχή τους, καθώς και τη σχέση του κομμουνιστικού κόμματος με άλλα εργατικά και μικροαστικά κόμματα. Πάνω σε αυτές τις τοποθετήσεις τους στηρίζεται η δράση της Ένωσης Κομμουνιστών και η τακτική του ενιαίου μετώπου των εργατών και των εργαζομένων που προωθούσαν.
Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο και στο κεφάλαιο «Προλετάριοι και κομμουνιστές» έγραφαν: «Οι κομμουνιστές δεν αποτελούν κανένα ιδιαίτερο κόμμα απέναντι στα άλλα εργατικά κόμματα. Δεν έχουν συμφέροντα που ξεχωρίζουν από τα συμφέροντα του προλεταριάτου στο σύνολο του. Δεν διακηρύσσουν κάποιες ιδιαίτερες αρχές, που σύμφωνα με αυτές θα ήθελαν να πλάσουν το προλεταριακό κίνημα. Οι κομμουνιστές διαφέρουν από τα άλλα προλεταριακά κόμματα μονάχα κατά τούτο: Ότι από τη μία μεριά, στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων τονίζουν και προβάλλουν τα συμφέροντα που είναι κοινά σε όλο το προλεταριάτο και ανεξάρτητα από την εθνότητα. Και από την άλλη, ότι στις διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης του αγώνα ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη εκπροσωπούν πάντα τα συμφέροντα του κινήματος στο σύνολο του. Στην πράξη, λοιπόν, κομμουνιστές είναι το πιο αποφασιστικό τμήμα των εργατικών κομμάτων όλων των χωρών, το τμήμα που τα κινεί πάντα προς τα μπρος. Θεωρητικά πλεονεκτούν από την υπόλοιπη μάζα του προλεταριάτου με τη σωστή αντίληψη για τις συνθήκες, την πορεία και τα γενικά αποτελέσματα του προλεταριάτου κινήματος. Οι θεωρητικές θέσεις των κομμουνιστών δεν στηρίζονται καθόλου σε ιδέες, σε αρχές που εφευρέθηκαν ή ανακαλύφθηκαν από τούτον ή εκείνον τον αναμορφωτή του κόσμου… Οι θέσεις τους αποτελούν μονάχα τη γενική έκφραση πραγματικών σχέσεων της υπάρχουσας πάλης των τάξεων, της ιστορικής κίνησης που συντελείται μπρος στα μάτια μας. Η κατάργηση των μέχρι τώρα σχέσεων ιδιοκτησίας δεν αποτελεί καθόλου ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του κομμουνισμού[1]». Και στο κεφάλαιο «Η στάση των κομμουνιστών απέναντι στα διάφορα κόμματα της αντιπολίτευσης» έγραφαν: «Σύμφωνα με όσα είπαμε βγαίνει από μόνη της η σχέση των κομμουνιστών προς τα συγκροτημένα πια εργατικά κόμματα. Αγωνίζονται για την επίτευξη των άμεσων σκοπών και συμφερόντων της εργατικής τάξης, αλλά στο σημερινό κίνημα εκπροσωπούν ταυτόχρονα και το μέλλον του κινήματος... Όμως ούτε στιγμή δεν παραμελεί το κομμουνιστικό κόμμα να καλλιεργεί στους εργάτες μια όσο το δυνατόν πιο καθαρή συνείδηση σχετικά με την εχθρική αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο, για να μπορούν οι εργάτες να στρέψουν αμέσως ενάντια στην αστική τάξη σαν ισάριθμα όπλα τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, πού η αστική τάξη είναι υποχρεωμένη να πραγματοποιήσει με την κυριαρχία της, έτσι που αμέσως μετά την ανατροπή των αντιδραστικών τάξεων στη Γερμανία, να αρχίσει ο αγώνας ενάντια στην ίδια την αστική τάξη…. Με μια λέξη οι κομμουνιστές υποστηρίζουν παντού κάθε επαναστατικό κίνημα ενάντια στην υπάρχουσα κοινωνική και πολιτική κατάσταση»[2].
Τα πράγματα είναι καθαρά και σαφή σε σχέση με τις αντιλήψεις των Μαρξ και Ένγκελς. Οι κομμουνιστές δεν είναι κάτι ξεχωριστό από τους υπόλοιπους εργάτες και εργαζόμενους. Οι κομμουνιστές και το κομμουνιστικό κόμμα είναι η πρωτοπορία της εργατικής τάξης, το πιο συνειδητό τμήμα της και αυτό γιατί γνωρίζουν τους νόμους κίνησης των κοινωνιών, άρα και το γεγονός ότι ο καπιταλισμός δεν είναι αιώνιος. Γνωρίζουν ότι η πρωτοπόρα τάξη της καπιταλιστικής κοινωνίας, η εργατική λόγω της ιστορικής θέσης της στην κοινωνική παραγωγή και στην κοινωνία γενικότερα είναι φορέας των νέων σχέσεων παραγωγής των σοσιαλιστικών και μέσα από μια διαδικασία αυτοσυνείδησης πρέπει να πάρει την πρωτοβουλία, να ανατρέψει τον καπιταλισμό και να οικοδομήσει τον κομμουνισμό. Αυτό είναι έργο της ίδιας της τάξης, ούτε ενός περιορισμένου τμήματος της, ούτε της πρωτοπορίας της. Το κρίσιμο ζήτημα είναι μέσα από ποιες διαδικασίες η εργατική τάξη, οι πλατιές μάζες της τάξης, θα συνειδητοποιήσει την ιστορική αποστολή της, θα αποκτήσει συνείδηση, θα οργανωθεί και θα διαπαιδαγωγηθεί ανάλογα. Γι' αυτό μόνο ένας δρόμος υπήρχε και υπάρχει. Οι αυθόρμητοι αγώνες των εργατών εναντίον των καπιταλιστών και του κράτους τους για την ικανοποίηση των άμεσων διεκδικήσεων τους, να πάρουν σταδιακά συνειδητό χαρακτήρα. Αυτό μπορεί να γίνει μέσα από την παρέμβαση της πρωτοπορίας, του Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο οργανώνει την πάλη των εργαζομένων με ενιαίο τρόπο, ανεξάρτητα από τις πολιτικές πεποιθήσεις και κομματικές εντάξεις, την εθνικότητα, τη θρησκεία από κοινού και σε ενιαίο μέτωπο για τη διεκδίκηση των αιτημάτων που οι πραγματικές ανάγκες τους θέτουν. Το κομμουνιστικό κόμμα όμως δεν σταματάει εκεί. Αναδεικνύει τις αιτίες των προβλημάτων, την ταξική θέση των εργαζομένων, τη θέση τους στην κοινωνία που είναι η κυριότερη αιτία των δεινών τους. Η αστική τάξη κατέχοντας τα μέσα παραγωγής έχει τη δυνατότητα να αγοράζει την εργατική δύναμη των εργαζομένων σε τέτοια τιμή που εκείνοι απλά να την αναπαράγουν και μαζί την επιβίωση των οικογενειών τους. Εξηγεί το ρόλο των άλλων κομμάτων και τις θέσεις που λαμβάνουν στα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα και ιδιαίτερα των κομμάτων εκείνων που προπαγανδίζουν μια φιλεργατική στάση, προτείνει ολοκληρωμένο πρόγραμμα για το οριστικό ξεπέρασμα αυτής της κατάστασης.
Αυτή είναι η τακτική του ενιαίου μετώπου που την εφάρμοζαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο στους καθημερινούς αγώνες και το πρακτικό διεκδικητικό κίνημα, αλλά συνολικά στην πολιτική δράση, στις πολιτικές συνεργασίες και συμμαχίες στις οποίες προχωρούσαν, στους πολιτικούς συνασπισμούς που διαμόρφωναν, σε όλες ανεξαιρέτως τις εκδηλώσεις της ταξικής πάλης. Στη δράση αυτή φρόντισαν για τη διατήρηση της πολιτικής και ιδεολογικής αυτοτέλειας της εργατικής τάξης και την οργανωτική και ιδεολογική αυτοτέλεια του κόμματος της, τη δυνατότητα και το δικαίωμα να ασκεί το κομμουνιστικό κόμμα κριτική και να δημοσιοποιεί ολοκληρωμένα την άποψη και το πρόγραμμα του. Παράλληλα ο Μαρξ και ο Ένγκελς ξεκαθαρίζουν τις απόψεις και τη στάση τους σχετικά με τη συνεργασία της εργατικής τάξης και την πολιτική του κομμουνιστικού κόμματος απέναντι στην αστική τάξη και τη μικροαστική, καθώς και απέναντι στους αγρότες και το κίνημα τους και τα κόμματα που τους εκπροσωπούσαν. Αναφερόμαστε στην εποχή που η αστική τάξη ή τμήματα της είναι ακόμη προοδευτική τάξη, στη φάση της ανόδου της, στην αστικοδημοκρατική επανάσταση. Αργότερα στην εποχή που η αστική τάξη εδραιώθηκε, νίκησε οριστικά την φεουδαρχία και την απομάκρυνε από την εξουσία τα πράγματα αλλάζουν. Τότε ο ρόλος της αστικής τάξης παύει να είναι προοδευτικός και κατά συνέπεια δεν υφίσταται δυνατότητα συμμαχίας του προλεταριάτου μαζί της.
Στο έργο του «Προσφώνηση στην κεντρική επιτροπή της Ένωσης Κομμουνιστών" συμπυκνώνει την πείρα της αστικής επανάστασης του 1848, αναλύει τους αγώνες της εποχής, την αστική τάξη και τη μικροαστική και τα συμφέροντα που εκπροσωπεί κάθε τμήμα της και χαράσσει την πολιτική του κομμουνιστικού κόμματος. Αναφέρει: «Από το 1848 κιόλας, σας είπαμε ότι οι γερμανοί Φιλελεύθεροι αστοί θα ερχόταν σε λίγο στην εξουσία και ότι τη νεοκατακτημένη εξουσία τους θα την έστρεφαν αμέσως ενάντια στους εργάτες. Είδατε πως εκπληρώθηκε αυτό. Πραγματικά ήταν οι αστοί που ύστερα από το κίνημα του Μάρτη 1848, κατέλαβαν αμέσως την κρατική εξουσία και χρησιμοποίησαν αυτή την εξουσία για να απωθήσουν αμέσως τους εργάτες, τους συμμάχους τους στον αγώνα, πίσω στην προηγούμενη κατάσταση καταπίεσης…. Το ρόλο που έπαιξαν απέναντι στο λαό οι γερμανοί Φιλελεύθεροι αστοί το 1848, αυτόν τον τόσο προδοτικό ρόλο, θα τον αναλάβουν στην επερχόμενη επανάσταση οι Δημοκράτες μικροαστοί, που σήμερα παίρνουν στην αντιπολίτευση την ίδια θέση που έπαιρναν οι Φιλελεύθεροι αστοί πριν από το 1848…. Η σχέση του επαναστατικού εργατικού κόμματος προς τη μικροαστική δημοκρατία είναι αυτή: Πάει μαζί της ενάντια στην ομάδα που το επαναστατικό εργατικό κόμμα επιδιώκει την ανατροπή της, αντιτάσσεται στην μικροαστική δημοκρατία σε όλα εκείνα με τα οποία η μικροαστική δημοκρατία θέλει να στεριώσει τη θέση της[3]». Και στη συνέχεια αναφέρει: «Αν οι Γερμανοί εργάτες δεν μπορούν να κυριαρχήσουν και να επιβάλουν τα ταξικά τους συμφέροντα, οι ίδιοι θα συντελέσουν περισσότερο απ' όλα στη τελική νίκη τους, όταν ξεκαθαρίσουν στον εαυτό τους τα ταξικά τους συμφέροντα, όταν πάρουν την αυτοτελή κομματική τους θέση όσο μπορεί πιο γρήγορα, όταν δεν παρασυρθούν ούτε στιγμή από τα υποκριτικά λόγια των Δημοκρατών μικροαστών και όταν δεν ξεφύγουν από τον δρόμο της ανεξάρτητης οργάνωσης του κόμματος του προλεταριάτου. Η πολεμική τους κραυγή πρέπει να είναι: Διαρκής επανάσταση[4]». Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο σημείωναν: «οι κομμουνιστές στρέφουν την κύρια προσοχή τους στη Γερμανία, γιατί η Γερμανία βρίσκεται στις παραμονές μιας αστικής επανάστασης και αυτή την ανατροπή την πραγματοποιεί μέσα σε πιο προχωρημένες συνθήκες του ευρωπαϊκού πολιτισμού γενικά και με ένα προλεταριάτο πολύ πιο ανεπτυγμένο από την Αγγλία του 17ου και τη Γαλλία του 18ου αιώνα. Η Γερμανική αστική επανάσταση, επομένως, μπορεί να είναι μονάχα το άμεσο προοίμιο μιας προλεταριακής επανάστασης[5]».
Στις συνθήκες όπου ωριμάζει η αστική επανάσταση στην Γερμανία, το προλεταριάτο είναι αρκετά ανεπτυγμένο σε σχέση με την Αγγλία και τη Γαλλία την εποχή των αστικών επαναστάσεων στις χώρες αυτές, οι Μαρξ και Ένγκελς προβληματίζονται έντονα πως μπορεί να συνδεθεί η αστική επανάσταση με την προλεταριακή, πως η αστική επανάσταση δεν θα είναι μια πράξη που θα λήξει με την κυριαρχία της αστικής τάξης και για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο, αλλά θα αποτελέσει το προοίμιο της προλεταριακής- σοσιαλιστικής επανάστασης. Αυτή την ιδέα του την δουλεύει πολύ και αργότερα. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του το 1856 σε γράμμα του στον Ένγκελς όπου αναφέρει: «Όλο το ζήτημα στη Γερμανία θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα να υποστηριχθεί η προλεταριακή επανάσταση με μια κάποια δεύτερη έκδοση του πολέμου των χωρικών. Τότε όλα θα πάνε θαυμάσια[6]».
Συνοψίζοντας αναφέρουμε ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς σε κάθε περίπτωση προκρίνουν την τακτική του ενιαίου μετώπου των εργατών και όλων των εργαζομένων πάνω σε συγκεκριμένες βασικές αρχές. Τέτοιες είναι η αυτοτέλεια της εργατικής τάξης απέναντι στην αστική τάξη και τους μικροαστούς και ο παντελής διαχωρισμός του κομμουνιστικού κόμματος απέναντι στα κόμματα με τα οποία συνεργαζόταν, διατήρηση του δικαιώματος του κομμουνιστικού κόμματος να λέει ανοιχτά τη γνώμη του και να προβάλει το σύνολο της πολιτικής του, το πρόγραμμα και τους σκοπούς του.
Φυσικά ο διαχωρισμός εννοείται ως πολιτικός και οργανωτικός, ξεχωριστή οργάνωση και εντελώς ξεχωριστή πολιτική και όχι ως απόλυτος διαχωρισμός της φυσικής παρουσίας που σημαίνει καμιά συνεργασία, όπως εννοείται και εφαρμόζεται σήμερα από το Κ.Κ.Ε. και ορισμένες εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις της αριστεράς. Τέλος τους Μαρξ και Ένγκελς, σε συνθήκες όπου το προλεταριάτο ήταν αρκετά ισχυρό, αριθμητικά και πολιτικά και είχε το ισχυρό και πεπειραμένο κόμμα του, απασχολούσε η σύζευξη της αστικής επανάστασης που ωρίμαζε με την προλεταριακή επανάσταση, ιδέα πάνω στην οποία στηρίχθηκε αργότερα ο Λένιν για να προβάλει τη στρατηγική της δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς που θα προέκυπτε από την αστική επανάσταση σε μια προοπτική γρήγορης μετεξέλιξης της σε σοσιαλιστική. Η στρατηγική αυτή ήταν η γραμμή των μπολσεβίκων μπροστά στην επανάσταση του Φλεβάρη και του Οκτώβρη 1917 στη Ρωσία.
Ο Λένιν και η τακτική του ενιαίου εργατικού μετώπου
Την επαναστατική τακτική των συμμαχιών και της κοινής δράσης των ιδρυτών του μαρξισμού την εφάρμοσε ο Λένιν σε όλη του τη ζωή, καθοδηγώντας τους μπολσεβίκους στη Ρωσία και την Κομμουνιστική Διεθνή αργότερα. Ποτέ δεν την αντιμετώπισε με φορμαλιστικό τρόπο, δεν την είδε ως συμμαχία κομμάτων, ή μόνο ως συνεργασία ηγεσιών, ως κάποιο συνασπισμό πολιτικών δυνάμεων και κυρίως δεν την αντιμετώπισε ποτέ μονοσήμαντα ως οργανωτικό σχήμα. Την αντιμετώπιζε ως την πολιτική της εργατικής τάξης που στοχεύει στην κοινή δράση ολόκληρης της τάξης, ή ευρύτατων τμημάτων της που ακολουθούσαν διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις, ή είναι ανένταχτοι, ή απολίτικοι. Βάση της συμμαχίας ήταν τα πραγματικά άμεσα συμφέροντα και διεκδικήσεις της εργατικής τάξης και των άλλων τάξεων που συμμαχούσαν μαζί της, αν επρόκειτο για τέτοιες περιπτώσεις. Δεν την αντιμετώπιζε ως κοινή δράση που έπρεπε απαραίτητα να πάρει οργανωτικό σχήμα, έναν τυπικό σχήμα με οργανωτική μορφή. Η πιο μακροπρόθεσμη επιδίωξη ήταν να αποκτήσουν ευρύτερα οι εργάτες συνείδηση των κοινών συμφερόντων τους, να συνειδητοποιήσουν ποιοί ήταν οι αντίπαλοι τους και ποια είναι η προοπτική και η ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης, να διαμορφωθεί η ταξική ενότητα της σε επαναστατική γραμμή, να σφυρηλατηθεί η συμμαχία με τις άλλες τάξεις και στρώματα του πληθυσμού που υπήρχε η κοινή βάση και οι κοινοί αντίπαλοι τους, είτε η φεουδαρχία παλιότερα, είτε η αστική τάξη πιο μετά. Η πολιτική της εργατικής τάξης υλοποιούνταν βασικά μέσω του κόμματος της, των μπολσεβίκων, άρα μπορεί να θεωρηθεί ως η επαναστατική τακτική του κομμουνιστικού κόμματος για την υλοποίηση των στρατηγικών επιδιώξεων του.
Ο Λένιν ξεκινούσε από την αντίληψη ότι για να γίνει και να κυριαρχήσει η επανάσταση πρέπει η πλειοψηφία της εργατικής τάξης να είναι στρατευμένη συνειδητά σ’ αυτόν τον αγώνα, τμήματα της που ήταν δύσκολο να συνταχθούν με την επαναστατική πολιτική έπρεπε να επιδιωχθεί να είναι ουδέτερα, ή ευμενώς διακείμενα απέναντι της. Επίσης η πλειοψηφία των μικροαστικών μαζών να συμπορεύεται σε συμμαχία με την εργατική τάξη. Μετά το 1920 όταν το επαναστατικό κύμα υποχώρησε και ο καπιταλισμός ως ένα βαθμό ανάκαμψε ο Λένιν συγκρούστηκε με τις αριστερίστικες τάσεις που ξεφύτρωναν στην Κομμουνιστική Διεθνή. Ένα ζήτημα ανάμεσα στα άλλα που υπήρξε οξεία σύγκρουση ήταν ακριβώς η αντίληψη που προωθούσαν δυνάμεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ότι για την επανάσταση απαιτείται απλά η πρωτοπορία της εργατικής τάξης να έχει κερδηθεί με τις αρχές του κομμουνισμού, «τα κοινωνικά αποφασιστικά τμήματα της εργατικής τάξης», όπως ανέφεραν. Στην αντίκρουση της άποψης αυτής ήταν απόλυτος. Έγραφε: «Τα κομμουνιστικά κόμματα πουθενά, δεν κατέκτησαν την πλειοψηφία της εργατικής τάξης, όχι μόνο για την οργανωτική καθοδήγηση, αλλά και για τις αρχές του κομμουνισμού. Αυτό είναι το πιο βασικό από όλα. Να ‘‘αδυνατίσει’’ αυτό το θεμέλιο της μοναδικά σωστής τακτικής, είναι εγκληματική επιπολαιότητα…. Την τακτική η Κομμουνιστική Διεθνής πρέπει να την επεξεργάζεται έτσι: Σταθερά και συστηματικά να κατακτά την πλειοψηφία της εργατικής τάξης και σε πρώτη σειρά μέσα στα παλιά συνδικάτα. Τότε θα νικήσουμε σίγουρα σε οποιαδήποτε στροφή των γεγονότων[7]».
Οι καπιταλιστικές κοινωνίες της εποχής του Λένιν διακρίνονταν από μεγάλη πολυμορφία. «Ο καπιταλισμός, δεν θα ήταν καπιταλισμός, αν το ‘‘καθαρό’’ προλεταριάτο δεν ήταν περιτριγυρισμένο από ένα σωρό εξαιρετικά πολύμορφους μεταβατικούς τύπους από τον προλετάριο ως το μισοπρολετάριο, από το μισοπρολετάριο ως το μικροαγρότη, από τον μικρό ως το μεσαίο αγρότη και… αν μέσα στο ίδιο το προλεταριάτο δεν υπήρχαν διαιρέσεις σε περισσότερο και λιγότερο ανεπτυγμένα στρώματα, διαιρέσεις τοπικές επαγγελματικές κάποτε θρησκευτικές κ.λπ. Και από αυτά απορρέει εντελώς νομοτελειακά η ανάγκη, η απόλυτη ανάγκη για την πρωτοπορία του προλεταριάτου, για το κομμουνιστικό κόμμα να καταφεύγει σε ελιγμούς, σε συμφωνίες, σε συμβιβασμούς με τις διάφορες ομάδες των προλετάριων, τα διάφορα κόμματα των εργατών και των μικρονοικοκυρέων[8]».
Πολύ περισσότερο σήμερα η πολυδιάσπαση και η διαίρεση της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων είναι πολύ μεγαλύτερη από τότε. Η εργατική τάξη διευρύνεται αριθμητικά, έγινε πλειοψηφία σε όλες τις καπιταλιστικές κοινωνίες, αλλά η πολυδιαίρεση στις γραμμές της έγινε και αυτή πολύ μεγαλύτερη, τόσο που είναι θέμα αν μπορεί να υποστηρίξει κανείς σοβαρά ότι το κόμμα της εργατικής τάξης μπορεί να εκφράσει και να συσπειρώσει το σύνολο της εργατικής τάξης και το σύνολο των εργαζομένων. Αυτό καθιστά πολύ περισσότερο αναγκαία σήμερα την κοινή δράση και τη συνεργασία μεταξύ του κομμουνιστικού κόμματος και των άλλων κομμάτων που εκφράζουν τους εργαζόμενους και τους μικροαστούς συμμάχους του προλεταριάτου. «Όλο το πρόβλημα, σημειώνει ο Λένιν, είναι να ξέρεις να εφαρμόζεις αυτή την τακτική έτσι που να ανεβάζεις και όχι να χαμηλώνεις το γενικό επίπεδο της προλεταριακής συνειδητότητας, της επαναστατικότητας και της ικανότητας για τον αγώνα και τη νίκη. Πρέπει, ανάμεσα στα άλλα, να σημειωθεί ότι η νίκη των μπολσεβίκων ενάντια στους μενσεβίκους απαιτούσε όχι μόνο πριν την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917, αλλά και ύστερα από αυτήν την εφαρμογή μιας τακτικής ελιγμών, συμφωνιών και συμβιβασμών, εννοείται, τέτοιας εφαρμογής και τέτοιων ελιγμών που θα διευκόλυναν, θα επιτάχυναν, θα σταθεροποιούσαν και θα ενίσχυαν τους μπολσεβίκους σε βάρος των μενσεβίκων. Το αποτέλεσμα της εφαρμογής αυτής της σωστής τακτικής ήταν ότι ο μενσεβικισμός πάθαινε αποσύνθεση και αποσυντίθεται όλο και περισσότερο στη χώρα μας με την απομόνωση των αρχηγών που επιμένουν στον οπορτουνισμό τους, και το πέρασμα στο στρατόπεδο μας των καλύτερων εργατών, των καλύτερων στοιχείων από τη μικροαστική δημοκρατία[9]».
Η επιτυχημένη αυτή τακτική των μπολσεβίκων ήταν ορθή και απέδωσε, ακριβώς διότι αντιμετώπιζαν από ταξική σκοπιά και με ταξικά κριτήρια εκτός των άλλων και τις διάφορες πολιτικές δυνάμεις της εποχής τους. Έβλεπαν τους μενσεβίκους ως μικροαστούς που είναι δυνατόν να επηρεασθούν, αφού από τη φύση τους ταλαντεύονται μεταξύ της εργατικής τάξης και της αστικής τάξης και φρόντιζαν όσο είναι δυνατόν να το εκμεταλλευτούν αυτό. «Οι μικροαστοί δημοκράτες, έγραφε ο Λένιν, μαζί με αυτούς και οι μενσεβίκοι ταλαντεύονται αναπόφευκτα ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο, ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και το σοβιετικό καθεστώς, ανάμεσα στο ρεφορμισμό και την επαναστατικότητα, ανάμεσα στο φιλεργατισμό και το φόβο της δικτατορίας του προλεταριάτου. Η σωστή τακτική των κομμουνιστών πρέπει να συνίσταται στο να εκμεταλλεύονται αυτές τις ταλαντεύσεις και όχι να τις αγνοούν. Η εκμετάλλευσή τους απαιτεί υποχωρήσεις απέναντι στα στοιχεία εκείνα που προσανατολίζονται, από τη στιγμή και στο μέτρο που προσανατολίζονται προς το προλεταριάτο, παράλληλα με τον αγώνα ενάντια σε εκείνους που προσανατολίζονται προς την αστική τάξη [10]».
Είναι πολύ χαρακτηριστική η τακτική που εφάρμοζε ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι προκειμένου να τραβηχτεί μαζικά και να δράσει από κοινού η εργατική τάξη που ακολουθούσε στην εποχή του διαφορετικά κόμματα και κυρίως το κόμμα των μενσεβίκων. Η ενιαιομετωπική τακτική που εφάρμοσε για να διαμορφωθούν οι όροι κοινής δράσης και συμμαχίας εργατικής τάξης και αγροτιάς, η οποία πήρε διαφορετικές εκδοχές και εύρος σε διαφορετικές ιστορικές φάσεις, με ολόκληρη την αγροτιά ενόψει της αστικοδημοκρατικής επανάστασης που στρέφονταν εναντίον του τσάρου και της φεουδαρχίας και με τη φτωχή και μεσαία αγροτιά εναντίον των μεγαλοαγροτών και της αστικής τάξης κατά τη φάση της σοσιαλιστικής επανάστασης του Οκτώβρη. Την τακτική του ενιαίου μετώπου εφάρμοζε σταθερά και στις σχέσεις με τα άλλα εργατικά και μικροαστικά κόμματα, οργανώσεις ή ομάδες. Είναι αξιοπρόσεκτη η στάση των μπολσεβίκων απέναντί στους μενσεβίκους, κόμμα το οποίο προήλθε από το ενιαίο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό κόμμα Ρωσίας και χώριζε την ηγεσία του από την ηγεσία και το κόμμα των μπολσεβίκων ιδεολογικό και πολιτικό χάος. Έκανε ενιαιομετωπική δράση μαζί τους ‘‘από τα κάτω’’, με τις οργανώσεις και τους οπαδούς του, αλλά σε πάρα πολλές περιπτώσεις και με τις κορυφές ώστε να υποβοηθείται η ευρύτερη κινητοποίηση δυνάμεων, χωρίς ποτέ να σταματήσει την ανελέητη κριτική, τη θεωρητική και πολιτική αντιπαράθεση μαζί τους. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που περιγράφει ο ίδιος ο Λένιν στο έργο του ‘‘Αριστερισμός’’ ολόκληρη αυτή την τακτική: « Οι Ρώσοι επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες πριν την πτώση της τσαρισμού χρησιμοποιούσαν επανειλημμένα τις υπηρεσίες αστών φιλελεύθερων, δηλαδή έκλεισαν μαζί τους ένα σωρό πρακτικούς συμβιβασμούς και το 1901- 1902 πριν ακόμη εμφανιστεί ο μπολσεβικισμός, η παλιά σύνταξη της Ίσκρα έκλεισε μια επίσημη πολιτική συμμαχία με τον Στρούβε, πολιτικό αρχηγό του αστικού φιλελευθερισμού, ταυτόχρονα όμως ήξερε να διεξάγει ακατάπαυστα τον πιο αμείλικτο ιδεολογικό και πολιτικό αγώνα ενάντια στον αστικό φιλελευθερισμό και ενάντια στις παραμικρότερες εκδηλώσεις της επιρροής του μέσα στο εργατικό κίνημα. Από το 1905 υποστήριζαν συστηματικά τη συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά ενάντια στη φιλελεύθερη αστική τάξη και τον τσαρισμό, χωρίς ταυτόχρονα να παραιτούνται ποτέ από την υποστήριξη της αστικής τάξης ενάντια στον τσαρισμό και χωρίς να σταματήσουν τον πιο ανειρήνευτο ιδεολογικό και πολιτικό αγώνα ενάντια στο αστικό επαναστατικό αγροτικό κόμμα των σοσιαλιστών επαναστατών. Το 1907 οι μπολσεβίκοι έκαναν για ένα μικρό χρονικό διάστημα έναν κρίσιμο πολιτικό συνασπισμό με τους ‘‘σοσιαλεπαναστάτες’’ στις εκλογές της Δούμας. Στην περίοδο 1903-1912 για κάμποσα χρόνια ανήκαμε τυπικά μαζί με τους μενσεβίκους στο ενιαίο Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, ποτέ όμως δεν σταματήσαμε τον πολιτικό και ιδεολογικό αγώνα ενάντια στους μενσεβίκους σαν φορείς της αστικής επιρροής μέσα στο προλεταριάτο και οπορτουνιστές. Στο διάστημα του πολέμου συνάψαμε ένα είδος συμβιβασμού με τους καουτσκιστές, με τους αριστερούς μενσεβίκους και ένα μέρος των σοσιαλιστών επαναστατών… Τη στιγμή ακριβώς της Οκτωβριανής επανάστασης πραγματοποιήσαμε έναν όχι επίσημο, μα πολύ σπουδαίο και πολύ πετυχημένο πολιτικό συνασπισμό με τη μικροαστική αγροτιά, δεχθήκαμε στο ακέραιο, χωρίς καμιά αλλαγή το αγροτικό πρόγραμμα των εσέρων, δηλαδή κλείσαμε ένα αναμφισβήτητο συμβιβασμό για να αποδείξουμε στους αγρότες πως δεν θέλουμε καθόλου να τους επιβληθούμε, αλλά να συνεννοηθούμε μαζί τους….[11]».
Κοντολογίς ο Λένιν αντιλαμβάνεται και εφαρμόζει το ενιαίο μέτωπο ως ενότητα των πιο πλατιών στρωμάτων της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού πάνω στα άμεσα προβλήματα και στις διεκδικήσεις τους. Ως τακτική που η σωστή εφαρμογή της διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για την απόσπαση των εργαζομένων από την αστική επιρροή, την ριζοσπαστικοποίηση και τη στράτευση τους στον αγώνα για την επανάσταση και την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας. Σε ολόκληρη αυτή τη διαδρομή, στους συμβιβασμούς που πραγματοποίησε, στις συμφωνίες και τις συμμαχίες ποτέ δεν υπέστειλε τον ιδεολογικό και πολιτικό αγώνα για χάρη της συνεργασίας, αντίθετα τον διεξήγαγε πάντα με τη μεγαλύτερη ένταση και καθαρότητα. Διαφύλαξε πάντα την ανεξαρτησία των μπολσεβίκων και το δικαίωμα να εκθέτουν ολοκληρωμένα το σύνολο της πολιτικής και της επιχειρηματολογίας τους. Διαφύλαξε ως κόρη οφθαλμού την ανεξαρτησία της ταξικής εργατικής πολιτικής και την ανεξαρτησία του κόμματος της εργατικής τάξης.
Ανδρέας Σαρακίνης
για να διαβάσετε το μέρος Β' πατήστε εδώ
[1] Μανιφέστο του κομμουνιστικού κόμματος έκδοση σύγχρονη εποχή σ. 41- 42
[2] Στο ίδιο του σ. 67 - 68
[3] Μαρξ- Ένγκελς , Διαλεχτά έργα τόμος πρώτος σ. 110 - 112
[4] στο ίδιο σ. 121 -122
[5] κομμουνιστικό μανιφέστο από το σ. 68
[6] Διαλεχτά έργα σ. 532
[7] Λένιν Άπαντα τόμος 52 σ. 266
[8] Λένιν Άπαντα τ. 41, σ. 58 . 59
[9] στο ίδιο σ. 59
[10] στο ίδιο σ. 59
[11] Λένιν Άπαντα τόμος 41 σ. 56-57



