Μπορούμε σήμερα, σε συνθήκες ιμπεριαλισμού, να έχουμε καταχτήσεις;

Μπορούμε σήμερα, σε συνθήκες ιμπεριαλισμού, να έχουμε καταχτήσεις;

(αναδημοσίευση από Εργατικός Αγώνας)


Παρακολουθώντας την ιστοσελίδα ergatikosagwnas, έφτασα στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια σελίδα στην οποία αρθρογραφούν κομμουνιστές οι οποίοι έχουν στην οπτική τους και το ζήτημα του ενιαίου εργατικού μετώπου εξουσίας. Θεωρώ ότι, ιδιαίτερα σήμερα, στις συνθήκες που διανύουμε, ο διάλογος μεταξύ των κομμουνιστών αποτελεί μέγιστη ανάγκη για να διευκρινιστούν ζητήματα και διαφορές πάνω στη γραμμή του κομμουνιστικού κινήματος.

Ο διάλογος αυτός πρέπει να κατατείνει στην ενότητα των κομμουνιστών όπου κι αν βρίσκονται, σε διάσπαση με το ρεφορμισμό και τον οπορτουνισμό. Στο διάλογο αυτό θέλω να καταθέσω την ταπεινή μου γνώμη, για να συμβάλω, όσο μπορώ, στη διαλεύκανση κάποιων αμφισβητούμενων ζητημάτων που έχουν να κάνουν με τη γραμμή του εργατικού κινήματος.

Αφορμή για το παρακάτω άρθρο στάθηκε το άρθρο του Παύλου Μωραΐτη (ΠΜ) το οποίο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα ergatikosagwnas, με ημερομηνία δημοσίευσης την Τετάρτη, 21 Μάρτη 2012.

Ο ΠΜ καταλήγει στο ορθό συμπέρασμα ότι και σήμερα μπορούμε να έχουμε καταχτήσεις, εμμένοντας όμως σε μια πολιτική η οποία αποδεικνύεται στην πράξη αναποτελεσματική και ατελέσφορη. Ο ΠΜ μας λέει εν κατακλείδι ότι: «Καμιά αξία δεν έχουν οι ιδεοληψίες για αναποτελεσματικότητα των αγώνων σήμερα. Όταν διαμορφώνονται ισχυρά συνδικάτα σε ταξική κατεύθυνση, όταν μελετάται το σύνολο των συνθηκών και διαμορφώνονται κατάλληλα υπέρ των  εργατοϋπαλλήλων οι όροι της σύγκρουσης, όταν εξασφαλίζεται η συμπόρευση όλων των εργαζομένων που απασχολεί ο συγκεκριμένος όμιλος σε όλες τις επιχειρήσεις του στη χώρα και όσο είναι δυνατόν διεθνώς, όταν εξασφαλίζεται η αλληλεγγύη της εργατικής τάξης στην πιο πλατιά βάση, τότε διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις να έρθουν οι νίκες στους καθημερινούς αγώνες. Σε αντίθετη περίπτωση δεν υπάρχει καμία προοπτική.».

Δεν είναι η πρώτη φορά που τίθεται αυτό το ερώτημα, του αν μπορούμε ή όχι, να έχουμε σήμερα καταχτήσεις. Ούτε είναι φυσικά η πρώτη φορά που επιχειρείται να απαντηθεί.

Η ίδια η ζωή, η ίδια η ταξική πάλη το φέρνει διαρκώς στην επικαιρότητα και απαιτεί απάντηση, την οποία, συνήθως, δίνει η ίδια.

Υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις πάνω στο ζήτημα αυτό. Εμείς θα επιλέξουμε αυτές που θεωρούμε ως πιο βασικές και οι οποίες έχουν άμεση σχέση και επίδραση στο μαζικό κίνημα. Πρόκειται για τις απόψεις που εκφράζονται από το ΚΚΕ και καθορίζουν τη γραμμή του ΠΑΜΕ, τις απόψεις του ΝΑΡ, οι οποίες παίζουν ρόλο στη γραμμή του συντονισμού σωματείων, και τις απόψεις του ΠΜ.

Ο ΠΜ επικαλείται τις απόψεις που εξέφρασαν, με τη σειρά που αναφέρονται, η Αλέκα Παπαρήγα στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ο Γιώργος Δελαστίκ, στέλεχος του ΝΑΡ, στην εφημερίδα Πριν της Κυριακής 11 Μάρτη, απόψεις οι οποίες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι είναι αδύνατες σήμερα οι καταχτήσεις. Όσον αφορά στην εκτίμηση της Αλέκας Παπαρήγα ο ΠΜ έχει δίκιο.

Η Παπαρήγα συχνά-πυκνά αναφέρεται στην αδυναμία να υπάρξουν καταχτήσεις, πράγμα που και εμείς από την πλευρά μας επισημάναμε αρκετές φορές και είναι δημοσιοποιημένη η άποψή μας στην ιστοσελίδα www.anasyntaxi.gr, στο άρθρο με τίτλο «Η πολιτική πρόταση του ΚΚΕ και η σχέση της με την εργατική εξουσία».

Η Παπαρήγα είναι συνεπής και ακλόνητη σ’ αυτή της την άποψη, η οποία είναι φυσικά λανθασμένη. Η άποψη της Παπαρήγα συνδυασμένη με το συμπέρασμα του ΚΚΕ ότι δηλαδή «Το ότι δεν είναι στην ημερήσια διάταξη η σοσιαλιστική κοινωνική επανάσταση, δεν σημαίνει ότι αντικειμενικά δεν τίθεται ζήτημα αναγκαιότητας του σοσιαλισμού από την πλευρά του εργατικού κινήματος, ως απάντηση του ξεπερασμένου καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης», και ακόμα με το συμπέρασμα, σχετικά με την επικαιρότητα ή μη της εργατικής-λαϊκής εξουσίας, ότι δηλαδή «…Αντικειμενικά μπαίνει το ζήτημα αυτό, σαφώς δεν είναι στην ημερήσια διάταξη σήμερα η ριζική ανατροπή στη συνείδηση του λαού…», αποτελούν ένα μείγμα πολιτικής που οδηγεί το κίνημα, στο βαθμό που το επηρεάζει, σε συνολικό στραπάτσο και σε τεράστιας έκτασης ήττα!

Ακριβώς επειδή, αυτή η άποψη, δεν δίνει καμιά προοπτική στους αγώνες, δεν μπορούμε να έχουμε κατακτήσεις ούτε στα μικρά, ούτε στα μεγάλα. Η απλή επίκληση της «ανατροπής των μονοπωλίων» σε κάποιο απροσδιόριστο μέλλον και χωρίς καμιά ταχτική για την προσέγγιση του στόχου, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο της εργατικής-λαϊκής εξουσίας το οποίο δεν συνιστά την εργατική εξουσία-τη δικτατορία του προλεταριάτου, δεν μπορεί να λειτουργήσουν ως ανασχετικός παράγοντας στην επιθετικότητα των κεφαλαιοκρατών, δεν συμβάλουν στη δημιουργία συνθηκών απόσπασης καταχτήσεων. Ο δε σεχταρισμός και η διασπαστική πολιτική του ΠΑΜΕ επιδεινώνουν την κατάσταση.

Όσον αφορά τις απόψεις του Δελαστίκ και του ΝΑΡ, δεν είναι το ίδιο συνεπείς. Εδώ εμφανίζονται τουλάχιστον δύο απόψεις οι οποίες δεν υπηρετούνται από τους φορείς τους με μεγάλη συνέπεια.

Κατά τη γνώμη μας, και οι δύο απόψεις είναι λανθασμένες. Ο Δελαστίκ φτάνει στο συμπέρασμα ότι, «Η κατάργηση των εργασιακών δικαιωμάτων, η πρωτοφανής μείωση των μισθών και των συντάξεων, η πορεία διάλυσης των ασφαλιστικών ταμείων…. είναι πλέον τετελεσμένα εγκλήματα. Η αναστροφή αυτής της κατάστασης είναι πλέον αρκούντως αμφισβητήσιμο, αν μπορεί να γίνει μέσα στο πλαίσιο αυτού του συστήματος ή αν απαιτεί ως προϋπόθεση μια νικηφόρα κοινωνική επανάσταση».

Ας δούμε όμως πώς περιγράφει το ΝΑΡ στα ντοκουμέντα του το ζήτημα των εργατικών διεκδικήσεων, στο ντοκουμέντο με τίτλο «Για ένα Συνολικό Πρόγραμμα Στρατηγικής και Τακτικής».

Λέει λοιπόν το ΝΑΡ: «…Τα παραπάνω ισχύουν ακόμη περισσότερο στη σημερινή εποχή, όπου η απόσπαση σημαντικών, έστω και προσωρινών, κατακτήσεων είναι δυνατή μόνο με μορφές «μαζικού πολιτικού εκβιασμού» του κεφαλαίου από ένα ισχυρό, αποφασισμένο εργατικό κίνημα. Από όλα αυτά προκύπτει ότι οι δυνάμεις κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης, όχι μόνο δεν υποτιμούν τον αναντικατάστατο ρόλο των άμεσων εργατικών διεκδικήσεων, αλλά αντίθετα ενισχύουν μέσα στους αγώνες την ανάγκη να υπάρξουν συγκεκριμένες νίκες, ρωγμές στην ισοπεδωτική κυριαρχία της αστικής πολιτικής, προς όφελος συμφερόντων, του ηθικού, της ενότητας και της πρωτοβάθμιας πολιτικής «εκπαίδευσης» των εργαζομένων…».

Βλέπουμε ότι οι απόψεις του Δελαστίκ και του ΝΑΡ διαφέρουν. Και οι δύο απόψεις όμως, σε συνδυασμό με το συμπέρασμα στο οποίο οδηγήθηκαν και το οποίο είναι ίδιο με το συμπέρασμα του ΚΚΕ, σχετικά με την επικαιρότητα και την αμεσότητα της επανάστασης, ότι δηλαδή: «…Οι σημερινοί συσχετισμοί, το ότι η εργατική τάξη, παρά την θύελλα της κρίσης, δεν έχει ανεβάσει τη δράση της ως το επίπεδο του ιστορικά αναγκαίου, αυτοτελούς μαζικού επαναστατικού αγώνα, δεν κάνουν άμεσα εφικτή την επανάσταση, την ανατροπή της αστικής κυριαρχίας και την πορεία προς την κομμουνιστική χειραφέτηση» (ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΝΑΡ, Γενάρης του ’11.), πράγμα που επίσης δεν μπορεί να λειτουργήσει ανασχετικά προς τους καπιταλιστές, οδηγούν το κίνημα σε στραπάτσο και ήττα.

Η δε σεχταριστική πολιτική του ΝΑΡ στο μαζικό κίνημα η οποία ακολουθεί κατά πόδας την πολιτική του ΠΑΜΕ, ανεξάρτητα το ποιος εφάρμοσε πρώτος ή δεύτερος αυτή την πολιτική, επίσης επιδεινώνει την κατάσταση.

Θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε γιατί οι απόψεις του ΚΚΕ, του ΝΑΡ, αλλά και του ΠΜ, είναι εν τέλει λανθασμένες.

Κατ’ αρχήν πρέπει να πούμε ότι το αν μπορούμε ή όχι να έχουμε καταχτήσεις δεν έχει να κάνει μόνο με τη φάση ανάπτυξης του σημερινού συστήματος.

Έχει να κάνει πρωτίστως με την επίδραση της προλεταριακής αντίληψης και γραμμής, έχει να κάνει με το συσχετισμό δύναμης και με άλλους παράγοντες. Οι μεγαλύτερες καταχτήσεις στη Δυτική Ευρώπη έγιναν σε συνθήκες ιμπεριαλισμού και σε βασικές ιμπεριαλιστικές χώρες. Το ίδιο το εργατικό κίνημα των χωρών αυτών μέσα από την πάλη του απέσπασε σοβαρές καταχτήσεις, όπως το 7ωρο-8ωρο, το πενθήμερο, την κοινωνική ασφάλιση, κ.ά.

Βεβαιότατα επέδρασε σ’ αυτή την πάλη και στην απόσπαση καταχτήσεων η ύπαρξη «αντίπαλου δέους». Επέδρασαν οι καταχτήσεις της εργατικής τάξης στις χώρες με σοσιαλιστικό προσανατολισμό, πράγμα που δεν υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια.

Ακόμα κι αυτό όμως μας δείχνει ότι καταχτήσεις μπορούν να υπάρξουν και στον ιμπεριαλισμό.

Το καινούργιο που έχουμε σήμερα είναι ο νεοφιλελευθερισμός, ο οποίος αποτελεί τη μοναδική σήμερα στρατηγική του καπιταλισμού, και την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση η οποία κλονίζει τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Στην καπιταλιστική κρίση εμφανίζεται «γυμνή στο προσκήνιο η αντίθεση κεφάλαιο-εργασία», πράγμα που αποτελεί κίνδυνο για τις αστικές εξουσίες και κυρίως για τις εξουσίες των αδύναμων κρίκων του συστήματος, όπως είναι η Ελλάδα.

Από την άλλη πλευρά, από την πλευρά του κινήματος, εξέλειπε το αντίπαλο δέος αλλά όχι μόνο αυτό. Εξέλειπε η προλεταριακή, η επαναστατική αντίληψη και γραμμή. Ο ρεφορμισμός ήταν αυτός που απέσπασε καταχτήσεις όλο το προηγούμενο διάστημα κατά το οποίο υπήρχε το «αντίπαλο δέος».

Με την κατάρρευση, ή ανατροπή αν θέλετε, του «αντίπαλου δέους», ο ρεφορμισμός, ο μεταρρυθμισμός, έχασε το ρόλο του που ήταν συμπληρωματικός του συστήματος, υπέδειχνε σ’ αυτό τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να κάνει για να συνεχίσει και να διαιωνίσει την ύπαρξη και την εξουσία του, παραχωρώντας κάποια πράγματα στους εργάτες και τους εργαζόμενους.

Αυτό λοιπόν που άλλαξε, μετά την κατάρρευση του αντίπαλου δέους, είναι ότι το σύστημα δεν έχει πλέον ανάγκη τις συμβουλές των μεταρρυθμιστών. Γι’ αυτό σήμερα ο ρεφορμισμός, υποταγμένος ή αγωνιστικός, δεν μπορεί να αποσπάσει καταχτήσεις, πράγμα που λειτουργεί από-συσπειρωτικά για τα σωματεία. Επιπλέον, ο μεταρρυθμισμός σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης, μπορεί να υπάρξει μόνο ως υποταγμένος και ικέτης.

Με την κατάρρευση του «αντίπαλου δέους» απελευθερώθηκαν όλες οι αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος οι οποίες, ως ένα βαθμό, περιορίζονταν και γινόταν μεγάλη προσπάθεια να χαλιναγωγηθούν, μπροστά στον κίνδυνο η εργατική τάξη των χωρών του καπιταλισμού, να στραφεί και να ακολουθήσει το παράδειγμα των εργατών των χωρών με σοσιαλιστικό προσανατολισμό.

Η απελευθέρωση των καπιταλιστικών αντιθέσεων άλλαξε και το τοπίο στο οποίο διεξαγόταν και διεξάγεται πλέον η ταξική πάλη.

Ο καπιταλισμός, ο ιμπεριαλισμός, ιδιαίτερα σε συνθήκες παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, την οποία παραβλέπουν πολλές πλευρές, ούτε θέλει, ούτε μπορεί να δώσει.

Αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορούν και σήμερα να υπάρξουν καταχτήσεις.

Καταχτήσεις μπορούν να υπάρξουν και σήμερα!

Η παραμικρή όμως κατάκτηση αποτελεί ζήτημα επαναστατικής πάλης, θα επιτευχθεί δηλαδή με την πάλη που αμφισβητεί συνολικά την ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την ξεπεσμένη και πλήρως εκφυλισμένη αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Η πάλη για κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής, στο όνομα της εργατικής τάξης και η δημοκρατία των εργατικών συμβουλίων αποτελούν την απάντηση στην ανικανότητα του καπιταλισμού να καλύψει όλες τις σύγχρονες ανάγκες της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων, απάντηση στο εκφυλισμένο και υποβαθμισμένο αστικό κοινοβούλιο.

Μέσα στην πάλη για υπεράσπιση και διεύρυνση των δικαιωμάτων μας, στην πάλη για την ανάπτυξη αγώνων στη βάση των προβλημάτων ενάντια στον καπιταλισμό, συνδέουμε τη μεταρρύθμιση με την επανάσταση, την εργατική εξουσία, και την μετατρέπουμε σε πρακτικά αιτήματα του κινήματος. Αιτήματα άλλα υλοποιήσιμα και άλλα όχι από το σημερινό κοινωνικοπολιτικό σύστημα, που δείχνουν το δρόμο στην εργατική τάξη για την υλοποίηση-πραγμάτωση του ιστορικού της ρόλου.

Αυτό το νόημα έχει και η προβολή του μεταβατικού προγράμματος, η υιοθέτησή του από το μαζικό εργατικό και λαϊκό κίνημα, η διεκδίκηση της υλοποίησής του από αυτό, αλλά και η πάλη της εργατικής τάξης, σε συνθήκες υποτυπώδους λειτουργίας του κοινοβουλευτισμού, για την ανάδειξη, την εγκαθίδρυση εργατικής κυβέρνησης και η δήλωση, η έκφραση της διάθεσης από το ίδιο το μαζικό κίνημα για την υποστήριξή του σε μια εργατική κυβέρνηση, η οποία θα κινηθεί αποφασιστικά, στηριγμένη στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, για την υλοποίηση του μεταβατικού προγράμματος.

Η συνολική αυτή πάλη θα δημιουργήσει συνθήκες απόσπασης καταχτήσεων και υποπροϊόν αυτής της πάλης θα είναι οι υποχωρήσεις και παραχωρήσεις της αστικής τάξης και οι όποιες καταχτήσεις του μαζικού κινήματος.

Και αυτό θα γίνει όταν οι καπιταλιστές νιώσουν στο σβέρκο τους την ανάσα ενός επαναστατικού κινήματος που θα απειλεί την ιδιοκτησία και την εξουσία τους.

Το ζήτημα λοιπόν, πρέπει να τεθεί σε όλες του τις διαστάσεις και δεν αφορά μόνο στην οργάνωση του κινήματος, τον πλατύ συντονισμό του και τις όποιες συμμαχίες που πρέπει να συνάψει. Η οργάνωση, ο συντονισμός, οι συμμαχίες, παίζουν πολύ σοβαρό ρόλο στην αποτελεσματικότητα του κινήματος. Δεν αποτελούν όμως αυτοσκοπό, ούτε αποτελούν από μόνα τους επαρκή εξοπλισμό για την απόκρουση της επίθεσης των καπιταλιστών και των κυβερνήσεών τους. Όλα αυτά μπορούν να έχουν αποτελέσματα όταν λειτουργήσουν συνδυασμένα με το να θέτει η εργατική τάξη, και οι πολιτικές δυνάμεις που έχουν αναφορά σε αυτή, το ζήτημα της εξουσίας.

Οι κομμουνιστές, εφοδιασμένοι και εξοπλισμένοι με την πολιτική του ενιαίου μετώπου, πρέπει να εφαρμόζουν αυτή την πολιτική σε όλο της το εύρος. Στο μαζικό κίνημα, στις συμμαχίες, στο ζήτημα της κυβέρνησης και της συνολικής εξουσίας.

Μέρος αυτής της ενιαιομετωπικής πολιτικής είναι το ζήτημα της εργατικής κυβέρνησης, το οποίο τίθεται πλέον εκ των πραγμάτων ως άμεση απάντηση στο κυβερνητικό πρόβλημα αλλά και η εργατική εξουσία ως απάντηση στο συνολικό ζήτημα της εξουσίας, το οποίο επίσης έχει τεθεί εκ των πραγμάτων.

Είναι χαρακτηριστικό της περιόδου που διανύουμε, το γεγονός ότι κάθε αγώνας που πρόβαλε ισχυρή αντίσταση ερχόταν άμεσα σε σύγκρουση με την ίδια την ταξική κυριαρχία των καπιταλιστών. Κάθε εργατική κινητοποίηση που είχε στόχο την ανατροπή έστω και μέρους της κυβερνητικής πολιτικής, έβαζε, εκ των πραγμάτων, θέμα πτώσης της κυβέρνησης που την προωθεί.

Αυτή η ιδιομορφία της περιόδου, προκάλεσε δέος και παράλυση στο εργατικό κίνημα όλο το προηγούμενο διάστημα, σύμπτωμα της χρόνιας επίδρασης της αστικής επιρροής και της κυριαρχίας του οικονομισμού.

Η παράθεση από τον ΠΜ του παραδείγματος του «…νικηφόρου αγώνα των εργαζομένων στην επιχείρηση Coca-Cola 3E στη Θεσσαλονίκη μετά από 43 ολόκληρες μέρες ηρωικού αγώνα…», δεν νομίζουμε ότι αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα και επιβεβαίωση των απόψεών του. Θα μπορούσε κάποιος να παραθέσει δεκάδες αγώνες που δεν κατάφεραν να νικήσουν.

Κι αυτό διότι σήμερα με την αποφασιστική παρέμβαση του κράτους, η πλάστιγγα έγειρε υπέρ των καπιταλιστών. Η κυβέρνηση με υπουργικές αποφάσεις και πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, ακόμα και με προεδρικά διατάγματα, κατάργησε την ΕΓΣΣΕ και τις Κλαδικές ΣΣΕ, μείωσε τους μισθούς και τις συντάξεις, σμπαράλιασε τις εργασιακές σχέσεις και το ωράριο εργασίας και προωθεί την εξατομίκευση των συμβάσεων.

Ο αγώνας της εργατικής τάξης αποκτά, εξ αντικειμένου, πολιτικό χαρακτήρα διότι η διεκδίκηση ξεφεύγει από τα όρια του οικονομικού αγώνα στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή κάποιου κλάδου και στρέφεται ενάντια στην κυβέρνηση από την οποία διεκδικεί τη μη κατάργηση των ΣΣΕ, την ανατροπή των αντεργατικών νόμων ή την αύξηση στους μισθούς και στα μεροκάματα την οποία η κυβέρνηση έχει απαγορεύσει για την πλατιά εργατική μάζα.

Το ζήτημα λοιπόν που τίθεται είναι, για ποια πολιτικοποίηση, για τι είδους πολιτικοποίηση του αγώνα μιλάμε; Της πολιτικοποίησης που εξαντλείται στα όρια της αστικής πολιτικής ή της πολιτικοποίησης στο πλαίσιο της προλεταριακής πολιτικής που θέτει το ζήτημα της εξουσίας;

Το παράδειγμα των χαλυβουργών στον Ασπρόπυργο νομίζουμε ότι είναι το πιο αντιπροσωπευτικό της περιόδου, όπως επίσης και ο αγώνας των εργαζομένων στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά οι οποίοι καλούνται να εξαθλιωθούν δουλεύοντας μία μέρα τη βδομάδα!

Στους αγώνες αυτούς θα μπορούσε να υπάρξει, και πρέπει να υπάρξει, μεγαλύτερος συντονισμός των εργαζομένων στον κλάδο, αλλά και των κλάδων που εμπλέκονται στη διαδικασία της μεταφοράς, της επεξεργασίας, της τοποθέτησης του σιδήρου που παράγεται στην εν λόγω βιομηχανία.

Θα μπορούσαν και θα έπρεπε να εμπλακούν σ' αυτό τον αγώνα οι οδηγοί των φορτηγών, οι ιδιοκτήτες, η Ομοσπονδία Οικοδόμων, να υπάρξει συντονισμός δράσης των άλλων εργοστασιακών σωματείων στο θριάσιο, κ.ά.

Αυτό θα δημιουργούσε ένα ισχυρό μέτωπο το οποίο όμως θα είχε και έχει απέναντί του, όλους τους καπιταλιστές το κράτος και την κυβέρνησή τους.

Αυτοί οι αγώνες για να έχουν αποτελέσματα πρέπει να συνδεθούν με μια άλλη, απ τη σημερινή, πολιτική προοπτική και διέξοδο απ την παρούσα καπιταλιστική κρίση, απ τη σκοπιά της εργατικής τάξης.

Θα πρέπει επίσης να θέτουν το ζήτημα της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και της εξουσίας, το οποίο τίθεται εκ των πραγμάτων, να αμφισβητούν δηλαδή την ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής διεκδικώντας την «Κρατικοποίηση των τραπεζών, των μεγάλων επιχειρήσεων και των οργανισμών κοινής ωφέλειας χωρίς αποζημίωση και με εργατικό έλεγχο», να αμφισβητούν και την εξουσία των καπιταλιστών, το κράτος και την κυβέρνησή τους οι οποίοι στέκονται εμπόδιο στους εργάτες και στηρίζουν αμέριστα τους καπιταλιστές, και να απαντάνε ταυτόχρονα στο ερώτημα «ποιος θα εφαρμόσει το μεταβατικό πρόγραμμα;».

Να δηλώνεται δηλαδή «η έκφραση της διάθεσης από το ίδιο το μαζικό κίνημα για την υποστήριξή του σε μια εργατική κυβέρνηση η οποία θα κινηθεί αποφασιστικά για την υλοποίηση του μεταβατικού προγράμματος».Φυσικά όλα τα παραπάνω δεν τίθενται ως προαπαιτούμενα για την οργάνωση των αγώνων. Οι κομμουνιστές όμως, γνωρίζοντας την αποτελεσματικότητα της παραπάνω γραμμής, θα έπρεπε να καταβάλουν προσπάθειες να κινηθεί το κίνημα σ αυτή την κατεύθυνση σε συνδυασμό με την προσπάθεια στους χώρους εργασίας, πρωτίστως στα εργοστάσια, να οικοδομηθούν εργοστασιακά συμβούλια και εργοστασιακές επιτροπές οι οποίες θα ασκούν τον εργατικό έλεγχο, διεκδικώντας άμεση κατάργηση του επιχειρηματικού και τραπεζικού απόρρητου, εργατική πρόσβαση σε όλα τα βιβλία και δικαίωμα βέτο των εργατικών επιτροπών, στην κατεύθυνση όλες οι αποφάσεις τους να είναι δεσμευτικές για τις διοικήσεις.

Αυτή η συνδυασμένη γραμμή και έκφραση της ενιαιομετωπικής πολιτικής μπορεί να φέρει αποτελέσματα.

Για να υπάρξει όμως πρέπει να τεθεί!

Επιπλέον, πρέπει να σημειώσουμε ότι ο χρόνος στον οποίο διεξάγουμε τη συζήτηση, είναι συγκεκριμένος. Είμαστε εν τω μέσω μιας μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης η οποία, κατά τον Μαρξ, αποτελεί «τη μήτρα της επανάστασης».

Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη μας ότι η Ελλάδα αναδεικνύεται σε αδύνατο κρίκο.

Τα καθήκοντα των κομμουνιστών καθορίζονται από αυτή την πραγματικότητα. Τα αιτήματα και οι στόχοι του μαζικού κινήματος επίσης καθορίζονται από αυτό.

Ως εκ τούτου, τα αιτήματα και οι στόχοι πάλης πρέπει να αρθούν στο ύψος όπου τα έθεσαν οι ίδιοι οι καπιταλιστές.

Σκοπός μας πρέπει να είναι η όξυνση της κρίσης, στο επίπεδο της εξουσίας και όχι η άμβλυνσή της με σκοπό να ξεπεραστεί με τις μικρότερες απώλειες όπως κάνουν κατά τη γνώμη μου το ΚΚΕ, το ΝΑΡ και άλλες δυνάμεις. Με αυτό το μέτρο κρίνονται σήμερα οι κομμουνιστές, γνωρίζοντας ότι «… κάτω από τις γενικές συνθήκες στις οποίες αγωνίζεται το εργατικό κίνημα σήμερα, κάθε σοβαρή μαζική δράση, έστω και αν αρχίζει με την πιο απλή μερική διεκδίκηση, θα οδηγήσει αναπόφευκτα στο να τεθούν στην ημερήσια διάταξη γενικότερα και βασικά ζητήματα της επανάστασης».

Κανένας δεν ρωτάει αν είμαστε έτοιμοι. Θα έπρεπε να είμαστε έτοιμοι για τη στιγμή αυτή. Είμαστε δεν είμαστε έτοιμοι, πρέπει να κάνουμε το καθήκον μας ως κομμουνιστές. Κι αυτό είναι να φέρουμε στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της επανάστασης, της εργατικής εξουσίας.

Η ωριμότητα ή μη του υποκειμενικού παράγοντα, ο οποίος συνίσταται από όλες τις οργανώσεις της τάξης, δηλαδή το επαναστατικό της κόμμα ή τις πολιτικές της οργανώσεις, τα συνδικάτα, τις εργοστασιακές επιτροπές, κ.λπ., όπως και η αναγκαιότητα της ενότητας των κομμουνιστών και της ύπαρξης επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος νέου τύπου, θα κριθεί στο πεδίο της μάχης.


Απρίλης 2012

Κάβουρας Δημήτρης