[2015-8-28] Τελικά είχαν δίκιο οι μαρξιστές!! (Β. Θεοφανόπουλος)
Tελικά είχαν δίκιο οι μαρξιστές!!
Η εκτόξευση της εκλογικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ στο 17% το Μάη του 2012 και στο 27% στις εκλογές του Ιουνίου του ίδιου χρόνου και η ανάδειξη του σε αξιωματική αντιπολίτευση, δημιούργησε ένα νέο πολιτικό τοπίο. Αυτό το νέο τοπίο κλήθηκε ολόκληρη η Αριστερά καταρχήν να το αποτιμήσει και κατά δεύτερον να χαράξει τακτική με βάση τις εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα που εξήγαγε.
Η συζήτηση και η αντιπαράθεση μπορεί να περιγραφεί σε συντομία με δύο κεντρικά ερωτήματα:
1. Τι μπορεί να κάνει μια «αριστερή κυβέρνηση» το σχηματισμό της οποίας διακήρυττε ο ΣΥΡΙΖΑ;
2. Ποιο πολιτικό τοπίο θα δημιουργήσει η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση;
Στο πρώτο ερώτημα, οι μαρξιστές απάντησαν με οδηγό τη θέση του Μαρξ: «Η κρίση είναι μήτρα της επανάστασης». Και η σημερινή καπιταλιστική κρίση – όπως και οι προηγούμενες – επιταχύνει την προλεταριοποίηση των μεσαίων στρωμάτων και την εξαθλίωση της εργατικής τάξης, διαλύοντας τις κοινωνικές συμμαχίες της αστικής τάξης με τα μεσαία στρώματα και τμήματα των μισθωτών. Η αστική τάξη δεν μπορεί σε συνθήκες κρίσης να κάνει καμία παραχώρηση στις καταπιεζόμενες τάξεις. Επομένως, ο στόχος της κατάργησης της πολιτικής της λιτότητας, δηλαδή – για τα καθ’ ημάς - ο στόχος της κατάργησης του μνημονίου, δεν μπορεί να υπηρετηθεί παρά μόνο με την ανατροπή της αστικής κυριαρχίας, δηλαδή με επανάσταση. Το πρόγραμμα των κομμουνιστών (διαγραφή του χρέους – εκτός αυτού προς τα ασφαλιστικά ταμεία, εθνικοποίηση των τραπεζών και των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας κάτω από εργατικό έλεγχο, έξοδος από ευρωζώνη και Ε.Ε. κλπ.) δεν είναι απλά το πιο ριζοσπαστικό πρόγραμμα, αλλά το μοναδικό ρεαλιστικό πρόγραμμα που μπορεί να υπηρετήσει τα εργατικά συμφέροντα. Μια αριστερή κυβέρνηση λοιπόν, που στηρίζεται σε ένα κόμμα που έχει αντιφατικό πρόγραμμα και βασίζεται στην αυταπάτη ότι μπορεί να καταργηθεί η πολιτική λιτότητας χωρίς ρήξεις και συγκρούσεις, δεν μπορεί να κάνει απολύτως τίποτα. Μια και δεν μπορεί να ηγηθεί της αναγκαίας επαναστατικής ρήξης, είναι μοιραίο ότι θα υποταχθεί στο μνημονιακό πλαίσιο.
Οι μαρξιστές γνωρίζαμε ότι την εξέλιξη των πραγμάτων δεν θα την καθορίσουν οι ατομικές βουλήσεις και τα συλλογικά σχέδια, αλλά οι σιδερένιοι νόμοι της ιστορίας και τα όποια συλλογικά σχέδια για να έχουν πιθανότητες επιτυχίας πρέπει να εναρμονίζονται με αυτούς τους σιδερένιους νόμους.
«Το καθοριστικό στοιχείο των εξελίξεων είναι ότι το μνημόνιο είναι η μοναδική στρατηγική που έχει σήμερα η αστική τάξη, όπως αποδεικνύεται από τα σχεδόν 5 χρόνια εφαρμογής του μνημονίου. Συνέπεια αυτής της στρατηγικής είναι και η επιδίωξη της α.τ. για μια κυβέρνηση δεσμευμένη στη μνημονιακή πολιτική. Καμία ανοχή δεν πρόκειται να υπάρξει στην ανάδειξη μιας κυβέρνησης που διακηρύττει την ανατροπή αυτής της πολιτικής και καμία ανοχή δεν πρόκειται να επιδειχθεί απέναντι σε οποιαδήποτε κίνηση αμφισβήτησης του μνημονίου από μια τέτοια κυβέρνηση.» […] «Η βασική μας εκτίμηση σε σχέση με το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι ότι αυτή η κυβέρνηση τελικά θα υποταχθεί στο μνημονιακό πλαίσιο. Ωστόσο, ο δρόμος μέσα από τον οποίον θα καταλήξουμε σε αυτό το σημείο είναι άγνωστος και περιλαμβάνει μια πορεία συγκρούσεων ταξικών και πολιτικών.» (Απόφαση Πολιτικής Επιτροπής της κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ, 15-1-2015)
«Όπως θα αποδειχθεί πολύ σύντομα με την κατάρρευση των φαντασιώσεων για «σκληρή διαπραγμάτευση» και «αλλαγή της ΕΕ», ο καπιταλισμός της κρίσης μπορεί να έχει μόνο ένα πρόσωπο: αυτό της βάρβαρης ταξικής πολιτικής που στην Ελλάδα γνωρίσαμε σαν μνημόνιο.» (Ανακοίνωση της κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ για τις εκλογές, Γενάρης 2015)
Διαφορετική ήταν η εκτίμηση της μαρξίζουσας – αλλά όχι μαρξιστικής – Αριστεράς: των υπολειμμάτων του σταλινικού καουτσκισμού, των οπαδών της νέας Αριστεράς, της αναρχοαυτονομίας και των αλτουσεριανών δοξασιών. Για όλους αυτούς, μια κάποια βελτίωση της θέσης των εργαζόμενων τάξεων ήταν δυνατή με την ανάδειξη της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Διαβάσαμε την περίοδο 2012 με 2014 ένα φάσμα εκτιμήσεων, από αυτές που έχουν πλέον ανεκδοτολογικό χαρακτήρα [1] έως τις πιο συγκρατημένες που πάντως ακόμα και αυτές, παρόλο που κατακεραύνωναν την πίστη του ΣΥΡΙΖΑ στην Ε.Ε. και στο ευρώ και τόνιζαν το στενό πλαίσιο λιτότητας που η ίδια η Ε.Ε. επιβάλει, δεν αρνούνταν τη δυνατότητα μιας κάποιας βελτίωσης της θέσης των εργαζόμενων τάξεων [2]. Απόψεις που ήθελαν μερίδες της ελληνικής αστικής τάξης να «χαιρετίζουν» την άνοδο του Σύριζα διαψεύστηκαν με πάταγο –ειδικά με την αναγγελία του δημοψηφίσματος- [3] αλλά και εκτιμήσεις που μιλούσαν για δυνατότητα «ποσοτικής χαλάρωσης» και «άλλου μίγματος» πολιτικής διαψεύστηκαν εκκωφαντικά ήδη από τις 20 Φλεβάρη με τους εισηγητές τους να εμμένουν σε αυτές ακόμα και μήνες μετά [4].
Όλες αυτές οι προσεγγίσεις συνέβαλαν στη διάδοση της αυταπάτης ότι μια αριστερή κυβέρνηση «κάτι μπορεί να κάνει». Κάτι τέτοιο δεν το έκαναν οι μαρξιστές. Δεν αφήσαμε κανένα περιθώριο παρανόησης και δεν στηρίξαμε τις αυταπάτες.
Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα καθόρισε την απάντηση και στο δεύτερο. Οι μαρξιστές γνωρίζοντας ότι είναι αδύνατον να ασκηθεί η παραμικρή φιλολαϊκή πολιτική σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης, γνωρίζαμε επίσης ότι ένα κόμμα σαν τον ΣΥΡΙΖΑ που θα υποταχθεί στο μνημόνιο, θα οδηγηθεί σε αδιέξοδο και διάλυση. Έχοντας γίνει μάρτυρες της διάλυσης του κάποτε κραταιού ΠΑΣΟΚ, περιμέναμε την ανάλογη μοίρα του ΣΥΡΙΖΑ.
Εκτιμήσαμε, ένα χρόνο πριν κερδίσει ο Σύριζα τις εκλογές, ότι: «Έχουμε ήδη μπει σε μια μακρά προεκλογική περίοδο με ενδιάμεσο σταθμό τις εκλογές για τοπική διοίκηση και τις ευρωεκλογές. Η περίοδος αυτή εγκυμονεί πολιτική αστάθεια και κοινωνική αναταραχή, η οποία θα πυροδοτηθεί από την ενδεχόμενη ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε βασικό κορμό του επόμενου κυβερνητικού σχήματος. Αιτία γι’ αυτό είναι η προφανής αντίφαση ανάμεσα στη διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ για κατάργηση του μνημονίου και στις φιλοΕΕ θέσεις του.» (Απόφαση Πολιτικής Επιτροπής κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ, 16-2-2014)
Στην απόφαση της 4ης Συνδιάσκεψης της κ.ο. Ανασύνταξη τον Μάη του 2014 διατυπώσαμε τη θέση: «Το ενδεχόμενο της εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ και σχηματισμού κυβέρνησης με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν αποτελεί επομένως μια συνηθισμένη κυβερνητική εναλλαγή, όπως αυτές που μέχρι τώρα γνωρίσαμε, αλλά μια εξέλιξη ανεπιθύμητη για την αστική τάξη. Η εξέλιξη αυτή οδηγεί σε πολιτική αστάθεια […]» .
Από το Γενάρη μέχρι σήμερα αποδείχτηκε ότι: «Η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση θα είναι η αρχή του τέλους του και έναρξη μιας περιόδου πολιτικής αστάθειας με όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά.» (Άρθρο στην Εργατική Πολιτική, Ιούλιος 2014)
Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε μονάχα τούτο: οι εκτιμήσεις της μαρξίζουσας – αλλά αντιμαρξιστικής τελικά – Αριστεράς ήταν αντίθετες με την πραγματικότητα.
Οι εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015
Η εξέλιξη των πραγμάτων, δικαίωσε – όπως είναι πλέον φανερό – τους μαρξιστές και όχι τους αντιπάλους τους. Οι μαρξιστές έπεσαν μέσα σε όλες τις εκτιμήσεις τους για τα βασικά χαρακτηριστικά των εξελίξεων, ενώ οι καουτσκιστές, αντικαπιταλιστές, αυτόνομοι, νεοαριστεροί, αλτουσεριανοί κλπ, αστόχησαν σε όλα.
Αυτές οι εκτιμήσεις καθόρισαν και την τακτική του κάθε ρεύματος στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές. Οι μαρξιστές – με βάση τα παραπάνω – γνώριζαν ότι το σύνθημα της κατάργησης του μνημονίου δεν ήταν ένα ρεφορμιστικό σύνθημα, δεν ήταν κάτι που μπορούσε να υλοποιηθεί αναίμακτα και ομαλά – κοινοβουλευτικά από μια κυβέρνηση, αλλά ήταν ένας επαναστατικός στόχος. Ανάλογα, αιτήματα όπως «αύξηση των μισθών», «επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων» κλπ. είχαν μεταβατικό χαρακτήρα, ήταν δηλαδή αιτήματα που είναι αδύνατον να υλοποιηθούν στα πλαίσια του σημερινού καπιταλισμού, αλλά η υιοθέτησή τους από τις εργαζόμενες μάζες άνοιγε το δρόμο για τη ζύμωση του μεταβατικού προγράμματος και για το τράβηγμα δυνάμεων στην πάλη για την εξουσία.
Οι μαρξιστές αντιμετώπισαν το παράδοξο να υιοθετούνται επαναστατικοί στόχοι από ένα ρεφορμιστικό κόμμα που δεν είχε καμία επαναστατική πρόθεση και διακήρυξη, έτσι όπως έπρεπε: σαν μια μεγάλη ευκαιρία.
Αναγνώρισαν επομένως, ότι το αποτέλεσμα των εκλογών δεν οδηγούσε σε μια ακόμη συνήθη κυβερνητική εναλλαγή, όπως νόμιζαν οι αντιμαρξιστές κάθε απόχρωσης, αλλά αντίθετα μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και η ανάδειξή του στην κυβέρνηση θα οδηγούσε σε πολιτική αστάθεια, σε νέο κύκλο αποσταθεροποίησης του αστικού καθεστώτος και σε μια ακόμη ευκαιρία για να διεκδικήσει και να κατακτήσει την εξουσία η εργατική τάξη.
Το σημερινό έπαθλο αυτής της διαδικασίας αποσταθεροποίησης που ακόμα βρίσκεται σε εξέλιξη, είναι η οικοδόμηση ενός πολιτικού μετώπου που υιοθετεί τα βασικά σημεία του μεταβατικού προγράμματος και διεκδικεί την κυβερνητική εξουσία, ένα μέτωπο την αναγκαιότητα του οποίου διακηρύξαμε από το 2010 και πασχίσαμε σκληρά για την οικοδόμησή του.
Όσοι δεν κατανόησαν τον χαρακτήρα της εκλογικής αναμέτρησης του Γενάρη, ταύτισαν τη νίκη της ΝΔ με μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, με τον τρόπο που ίσχυε σε παλιότερες εκλογικές αναμετρήσεις. Και την έκαναν αυτήν την ταύτιση έμπρακτα, με την κάθοδο χωριστού ψηφοδελτίου, διεκδικώντας ψήφους σε βάρος του ΣΥΡΙΖΑ και βοηθώντας με αυτόν τον τρόπο τη Νέα Δημοκρατία και το αστικό καθεστώς, ακριβώς επειδή δεν κατανόησαν τις δυνατότητες για το εργατικό κίνημα και τους κινδύνους για το αστικό καθεστώς που δημιουργούσε η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ.
Κάποιοι μάλιστα από αυτούς που στήριξαν τέτοια ψηφοδέλτια, ταυτίζοντας την πολιτική ανεξαρτησία με την χωριστή εκλογική κάθοδο, διακρίθηκαν ιδιαιτέρως στην εκτόξευση λάσπης και κατηγοριών στα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εναντίον όσων είχαν σωστά αντιληφθεί την κατάσταση και ακολούθησαν ανάλογη τακτική.
Όλοι αυτοί βρίσκονται σήμερα αντιμέτωποι με τους ιστορικούς νόμους. Ότι έχτιζαν γκρεμίζεται σαν χάρτινος πύργος και είτε αναγκάζονται να αλλάξουν τακτική αποδεχόμενοι έμπρακτα το λάθος τους είτε θα κληθούν να πιουν το πικρό ποτήρι της πολιτικής περιθωριοποίησης μέχρι τέλους.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι οι μαρξιστές ξέρουν καλά ότι η εξέλιξη της οικοδόμησης του νέου πολιτικού μετώπου που περιγράφηκε πιο πάνω, είναι μια αναμφίβολα θετική εξέλιξη – έστω και κατά 5 χρόνια καθυστερημένη – δεν είναι όμως το τέλος του δρόμου, αλλά ένα πρώτο αναγκαίο βήμα σε ένα μακρύ - από άποψη γεγονότων και όχι χρόνου – δρόμο που καταλήγει στην επανάσταση και στη δικτατορία του προλεταριάτου.
Παραπομπές-Σημειώσεις
[1] Γ. Δελαστίκ (9/2014-ΕΘΝΟΣ) “Πρώτα πρώτα, αν γίνονταν εκλογές το φθινόπωρο, που είναι βέβαιο ότι θα τις κέρδιζε ο ΣΥΡΙΖΑ, θα κυβερνούσε επί τρεις μήνες με ακραία φιλολαϊκά μέτρα. Τόσο φιλολαϊκά, που θα φλέρταρε με την αυτοδυναμία στις εκλογές του Μαρτίου!”
[2] i) Δ. Γρηγορόπουλος (2/2015-ΠΡΙΝ) “Κάποια ψίχουλα θα μείνουν για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Χαρακτηριστικός και πρωτοπόρος εκφραστής του «νέου μείγματος» είναι ο ΣΥΡΙΖΑ.”
ii) (29/1/2015-Ριζοσπάστης) “Στην πραγματικότητα, αυτό που βρίσκεται σε εξέλιξη, είναι η προσπάθεια να συμβιβαστεί ο λαός με τα ψίχουλα. “
(13/2/2015-Ριζοσπάστης) “…στην καλύτερη περίπτωση αυτό που μπορεί να «προσφέρει» (σσ ο Σύριζα) στα λαϊκά στρώματα είναι η παραμονή σε μια «ισοδύναμη» με τη σημερινή κατάσταση, με λίγα μπαλώματα σε ορισμένα τμήματά τους, χωρίς να κλείνει ο δρόμος και για νέα αντιλαϊκή επίθεση στο μέλλον.”
[3] ΟΚΔΕ-Σπάρτακος (12/2014) “Εξάλλου, κάποια τμήματα της αστικής τάξης διαπραγματεύονται απευθείας με το ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίον δεν θεωρούν πλέον επικίνδυνο. ”
[4] i) ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΑΝ. ΣΩΜΑ ΝΑΡ (4/2015) “Η πολιτική των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ δεν ταυτίζεται με αυτή των ΝΔ – ΠΑΣΟΚ, καθώς επιδιώκει αλλαγή του μείγματος (ποσοτική χαλάρωση για καπιταλιστική ανάπτυξη), ανακοπή ορισμένων αντιλαϊκών μέτρων. ”
ii) (12/2/2015-Ριζοσπάστης) “Μέσα σε λιγότερο από 20 μέρες, η νέα συγκυβέρνηση έδειξε ποια είναι τα στενά, για το λαό, όρια μιας αστικής διαχείρισης. Μιας πολιτικής που έρχεται εντός του αντιλαϊκού πλαισίου της ΕΕ να υπηρετήσει με άλλον τρόπο την ανάκαμψη της κερδοφορίας των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.”
Βασίλης Θεοφανόπουλος



