[2014-09-05] Γειωμένη(;) πολιτική πρόταση

Μια συντροφική κριτική στο συλλογικό κείμενο από τους Γιώργο Βασσάλο, Γρηγόρη Γεροτζιάφα, Πάνο Δαμέλο και Σπύρο Μαρκέτο

που μπορείτε να διαβάσετε εδώ

 

Το κείμενο που κυκλοφόρησε από τους 4 συντρόφους που αναφέρονται στην επικεφαλίδα με τίτλο: «Χρειαζόμαστε σαφή, σφαιρική και γειωμένη πολιτική πρόταση» είναι μια φιλότιμη προσπάθεια να προχωρήσει η συζήτηση στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ γύρω από φλέγοντα ζητήματα που μέχρι τώρα η πλειοψηφία των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ επέλεγε να τα αγνοεί, όπως το ζήτημα της κυβέρνησης και η αναγκαία τακτική απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ. Το κείμενο αυτό αποτελεί επίσης σύμπτωμα του προβληματισμού που φουντώνει –και θα συνεχίσει να φουντώνει ανεξάρτητα από προθέσεις– στις γραμμές της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς σε σχέση με τη στάση απέναντι στις επερχόμενες εξελίξεις. Όπως πολύ εύστοχα αναφέρει το κείμενο: «Είναι λογικοί και θεμιτοί οι φόβοι για δορυφοροποίηση γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ. Όμως με τη σημερινή μας γραμμή γινόμαστε, όχι δορυφόρος, αλλά κυριολεκτικά δωρητής σώματος στον ΣΥΡΙΖΑ.»

 

Η βασική αδυναμία της άποψης που αποτυπώνουν οι 4 σύντροφοι, αφορά την εκτίμηση της κατάστασης και τις δυνατές εκδοχές των εξελίξεων. Το κείμενο διαπερνιέται από την –δυστυχώς– κυρίαρχη σήμερα, εκτίμηση στην κομμουνιστική και κομμουνιστογενή Αριστερά, ότι είναι δυνατή μια άλλη διαχείριση στα πλαίσια του σημερινού καπιταλισμού. Κάτι τέτοιο όμως δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο, από καμία πτυχή της σημερινής πραγματικότητας. Όπως έχουμε εξηγήσει σαν κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ από το 2010, η καπιταλιστική κρίση και η ιδιαίτερη θέση της Ελλάδας σαν αδύναμου κρίκου της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, καθιστούν αδύνατη οποιαδήποτε αστική διαχείριση πέρα από το μνημόνιο. Ο ελληνικός καπιταλισμός δεν μπορεί να έχει καμία άλλη πολιτική, πέρα από αυτήν που ζούμε τα τελευταία 4 χρόνια, δεν έχει κανέναν άλλο δρόμο και δεν υπάρχει καμία ενδιάμεση λύση ανάμεσα στο μνημόνιο και την επανάσταση, τόσο σήμερα όσο και για τα επόμενα χρόνια.

Οι 4 σύντροφοι δεν υιοθετούν αυτήν την εκτίμηση κι έτσι αντιλαμβάνονται το μεταβατικό πρόγραμμα που προτείνουν και το οποίο αποτελεί κοινό τόπο για την κομμουνιστική Αριστερά (διαγραφή του χρέους, κατάργηση των μνημονίων, εθνικοποίηση τραπεζικού συστήματος) σαν κάτι που «αν εφαρμοστεί στην ολότητά του θα επιφέρει επαναστατικές ρήξεις σε σοσιαλιστική κατεύθυνση.». Δηλαδή, σαν κάτι που είναι δυνατόν να εφαρμοστεί μερικά χωρίς «επαναστατικές ρήξεις». Η πραγματικότητά, όμως, είναι ότι κανένας επιμέρους στόχος αυτού του προγράμματος δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς επανάσταση. Κάθε ένας από τους βασικούς του στόχους, έρχεται σε σύγκρουση με την καπιταλιστική ιδιοκτησία και οδηγεί σε σύγκρουση με την αστική εξουσία.

Αυτή η αντίληψη για το πρόγραμμα συνδέεται και με το πώς αντιλαμβάνονται το ζήτημα της κατάκτησης της κυβερνητικής εξουσίας. Το κείμενο θέτει το ερώτημα: «Μπορεί να συμβάλει στην υπόθεσή μας μία κυβέρνηση που θα προωθούσε ένα πρόγραμμα ταξικής σύγκρουσης όμορο στο δικό μας, μακριά από λογικές «ρεαλισμού» και ομαλής κοινοβουλευτικής εναλλαγής; Μπορεί μια τέτοια κυβέρνηση να οξύνει τις αντιθέσεις του συστήματος και να πυροδοτήσει περαιτέρω διεργασίες;»

Και στη συνέχεια αφού περιγράφουν τους βασικούς στόχους του μεταβατικού προγράμματος, καταλήγουν στο ότι: «μια αριστερή κυβέρνηση που θα προωθεί τους παραπάνω στόχους μπορεί να αποτελέσει κόμβο μιας επαναστατικής στρατηγικής.» Αυτή η διατύπωση είναι αμφίσημη. Αφού είναι ανοιχτή η δυνατότητα να εφαρμοστεί εν μέρει ένα τέτοιο πρόγραμμα χωρίς επαναστατικές ρήξεις, είναι λογική συνέπεια ότι μπορεί και να προκύψει μια κοινοβουλευτικά εκλεγμένη κυβέρνηση που θα «προωθεί» αυτό το πρόγραμμα, δηλαδή θα το εφαρμόζει σταδιακά με περισσότερες ή λιγότερες αντιστάσεις. Κάτι τέτοιο όμως είναι ανεδαφικό, όσο ανεδαφικό είναι να πιστεύει κανείς ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα μπορεί να εφαρμοστεί «εν μέρει» χωρίς σύγκρουση με την αστική τάξη και την εξουσία της.

Στόχοι όπως η διαγραφή του χρέους και η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος είναι αδύνατον σήμερα να ολοκληρωθούν από μια κοινοβουλευτικά εκλεγμένη κυβέρνηση. Οι στόχοι αυτοί –όπως και οι άλλοι στόχοι του μεταβατικού προγράμματος– μπορούν να υλοποιηθούν μόνο από την εργατική εξουσία, δηλαδή από μια επαναστατική εργατική κυβέρνηση και προϋποθέτουν τη νίκη της επαναστατικής διαδικασίας με τη στενή έννοια, δηλαδή την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη. Δεν είναι ένα πρόγραμμα που μπορεί να το «προωθεί» μια κοινοβουλευτικά εκλεγμένη κυβέρνηση σε συνθήκες αστικής εξουσίας, όπως αφήνουν να εννοηθεί οι 4 σύντροφοι, αλλά ένα πρόγραμμα που συνδέεται άρρηκτα με τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Πού όμως μπορεί να συμβάλει σε αυτήν τη διαδικασία μια κοινοβουλευτικά εκλεγμένη κυβέρνηση που προσπαθεί να εφαρμόσει αυτό το πρόγραμμα σε συνθήκες αστικής εξουσίας; Μπορεί να συμβάλει μόνο σαν πυροδότης της επαναστατικής διαδικασίας. Θα είναι μια κυβέρνηση βραχύβια που είτε θα ανατραπεί από την αστική τάξη είτε θα αντικατασταθεί από μια επαναστατική εργατική κυβέρνηση που θα στηρίζεται στην εργατική τάξη και τις οργανώσεις της. Μια τέτοια κοινοβουλευτικά εκλεγμένη κυβέρνηση, ονομάζεται εργατική κυβέρνηση και είναι μια πιθανή –αλλά όχι οπωσδήποτε αναγκαία– εξέλιξη. Οι κομμουνιστές επιδιώκουν την εκλογή μιας τέτοιας κυβέρνησης σε συνθήκες σχετικής κοινοβουλευτικής ομαλότητας, δεν την θεωρούν όμως μια εντελώς απαραίτητη εξέλιξη. Η απάντηση λοιπόν στο ερώτημα που θέτουν οι σύντροφοι είναι: Ναι! Μια κυβέρνηση με ένα τέτοιο ή παρόμοιο πρόγραμμα, οπωσδήποτε θα προωθούσε την επανάσταση, αρκεί οι κομμουνιστές να γνωρίζουν ότι μια τέτοια κυβέρνηση δεν μπορεί παρά να είναι βραχύβια και να είναι έτοιμοι για το επόμενο βήμα.

Η τακτική απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ

Το δύσκολο ωστόσο στη σημερινή κατάσταση δεν είναι η συζήτηση για τη συγκρότηση μετώπου που θα διεκδικήσει την κυβέρνηση και κοινοβουλευτικά. Αυτή η συζήτηση είχε νόημα πριν από τρία χρόνια, όταν τέτοιες δυνατότητες υπήρχαν. Σωστά οι 4 σύντροφοι χαρακτηρίζουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο «απόμακρο». Κι αυτό γιατί όπως εύστοχα εκτιμάνε: «η μόνη κυβέρνηση με «αριστερόστροφη» και «αντιμνημονιακή» κατεύθυνση (με όσα εισαγωγικά θέλετε) που μπορεί να υπάρξει άμεσα έχει επίκεντρο τον ΣΥΡΙΖΑ.»

Αφού λοιπόν αναγνωρίζουν αυτό το στοιχείο της πολιτικής πραγματικότητας, κάτι που πρέπει να προσμετρηθεί στα θετικά του κειμένου τους, προσπαθούν να αναμετρηθούν με το ερώτημα της αναγκαίας τακτικής απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα. Σε αυτήν την αναμέτρηση όμως, δεν τους βοηθάει η λάθος εκτίμηση που έχουν για τη γενική κατάσταση.

Προτείνουν κατ’ αρχήν μια μετωπική συμμαχία στη βάση του προγράμματος, η οποία «δεν θα φοβάται να στηρίξει μια κυβέρνηση που θα δεσμευτεί να προωθήσει το παραπάνω πλαίσιο» (εννοώντας το προγραμματικό πλαίσιο της συμμαχίας). Εδώ γράφοντας κάτι αυτονόητο, αναφέρονται σε ένα ενδεχόμενο που πριν το χαρακτήριζαν «απόμακρο». Κι αυτό γιατί η ανάδειξη μιας τέτοιας κυβέρνησης δεν θα πέσει από τον ουρανό, αλλά θα προκύψει από δυνάμεις οι οποίες θα δεσμευτούν και προεκλογικά σε αυτό το προγραμματικό πλαίσιο. Τα ερωτήματα που προκύπτουν από αυτήν τη θέση τους είναι λοιπόν τα εξής: Γιατί η συμμαχία που προτείνουν δεν θα μπορούσε να συμπράξει εκλογικά με τις δυνάμεις ή το ψηφοδέλτιο που θα αναδείξει μια τέτοια κυβέρνηση, αφού δεσμεύεται στο ίδιο προγραμματικό πλαίσιο; Και αν υπάρχουν τέτοιες δυνάμεις δεν θα μπορούσαν και αυτές να είναι τμήμα της συμμαχίας που προτείνουν; Η πρόταση που κάνουν λοιπόν σε αυτό το σημείο είναι κενή νοήματος για το σήμερα. Κυβέρνηση που θα δεσμευτεί να προωθήσει το παραπάνω πλαίσιο δεν υπάρχει περίπτωση να προκύψει, όπως και οι ίδιοι παραδέχονται, γιατί δεν υπάρχουν δυνάμεις για να στηρίξουν κάτι τέτοιο.

Έτσι ξαναγυρνάμε στο πραγματικό ζήτημα: την τακτική απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ, αυτόν το σημερινό ΣΥΡΙΖΑ με αυτές τις ανεδαφικές θέσεις και με αυτήν τη δεξιά ηγεσία.

Προσπαθώντας να το προσεγγίσουν οι 4 σύντροφοι, κάνουν μια υπόθεση εργασίας που –αν και δεν είναι πιθανή– μεθοδολογικά είναι χρήσιμη. Εξετάζουν την υπόθεση της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το ποια στάση θα έπρεπε να κρατήσει απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ στην περίπτωση που ο τελευταίος θα χρειαζόταν την κοινοβουλευτική στήριξη ενός ακόμη κόμματος για να σχηματίσει κυβέρνηση. Η απάντηση που δίνουν είναι ότι «θέτουμε συγκεκριμένους όρους, πατώντας και σε παλαιότερες δεσμεύσεις του» και προτείνουν ότι αυτή πρέπει να είναι η δημόσια τοποθέτηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ από τώρα γιατί «δεν γίνεται να ζητάμε από τον λαό να μας βάλει στη βουλή για να αποφασίσουμε μετά τι στάση θα κρατήσουμε.».

Ποιοι είναι αυτοί οι όροι: «Τα τρία εντελώς απαραίτητα προαπαιτούμενα για κριτική στήριξη ή ψήφο ανοχής σε μία κυβέρνηση θα ήταν τα εξής: Στάση πληρωμών, «καμία θυσία για το ευρώ» (εξηγώντας ότι, όπως έδειξε και η Κύπρος, άμεσα θα φανεί ότι αυτό συνεπάγεται έξοδο από το ευρώ) και εθνικοποίηση των τραπεζών.»

Κι εκεί –σε αυτήν την υπόθεση εργασίας– εξαντλείται η προτεινόμενη τακτική. Αυτή η πρόταση δεν ειναι βέβαια καινούργια. Κάτι παρόμοιο είχαμε θέσει ως κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ σαν όρο –και είχαμε συμφωνήσει– για να κατέβουμε στις εκλογές του Ιουνίου του 2012 με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ανεξάρτητα από το ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν το στήριξε ούτε στο ελάχιστο: ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα στηρίξει κοινοβουλευτικά μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στη βάση των εξής όρων: κατάργηση του μνημονίου και των εφαρμοστικών νόμων και καταγγελία της δανειακής σύμβασης.

Η σκέψη των «4» δεν πάει ρούπι πέρα από αυτήν την τακτική και δεν ακουμπάει καν την πιθανότητα εκλογικής σύμπραξης. Αν δηλαδή, (άλλη υπόθεση εργασίας εξίσου ανεδαφική) ο ΣΥΡΙΖΑ κάτω από πολιτική πίεση δεσμευόταν προεκλογικά σε αυτούς τους τρεις όρους, οι «4» θα προτείνανε αυτόνομη κάθοδο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις εκλογές, ώστε να στηρίξουν την κυβέρνηση μετεκλογικά; Απέναντι δηλαδή στο δίλημμα: μνημονιακή κυβέρνηση ή κυβέρνηση που κάνει στάση πληρωμών κι εθνικοποιεί τις τράπεζες ποια θα ήταν η πρότασή τους; Και πόσο θα κατάφερνε να διασώσει εκλογικά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ η τακτική τους σε αυτήν την περίπτωση;

Συζητώντας στο έδαφος της πραγματικότητας, ο καθένας καταλαβαίνει ότι όταν σε εκλογές στις οποίες δεν πολώθηκε το κλίμα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καταγράφει ένα ποσοστό που για να την βάλει στη Βουλή πρέπει να τετραπλασιαστεί, στις συνθήκες πόλωσης που θα επικρατήσουν στις εθνικές εκλογές, δεν έχει καμία ελπίδα κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Η τακτική που προτείνουν οι «4» θα μπορούσε να αφορά το ΚΚΕ, αλλά για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπορεί να έχει καμία εφαρμογή. Το λογικό επόμενο λοιπόν, μιας τέτοιας πρότασης είναι η πρόταση για προεκλογική σύμπραξη στη βάση των τριών όρων που οι «4» προτείνουν για μετεκλογική συνεργασία. Σε αυτήν την εκδοχή της πρότασης των «4», εκδοχή που προκύπτει εκ των πραγμάτων, το θέμα συζήτησης είναι το ποιοι όροι πρέπει να τεθούν.

Κι εδώ φαίνεται ότι το βασικό πρόβλημα που αναδύεται από την πρόταση των «4» είναι και πάλι στο ότι οι δυνατότητες που βλέπουν στον σημερινό καπιταλισμό είναι εκτός πραγματικότητας. Και αυτό προκύπτει από το πώς αιτιολογούν την πρότασή τους. Προτείνουν αυτοτέλεια της «αντικαπιταλιστικής Αριστεράς» «Με επιδίωξη να αποσπαστούν δεσμεύσεις για την άμεση υλοποίηση βασικών πλευρών του προγράμματος από μια κυβέρνηση που αυτοπαρουσιάζεται σαν ‘κυβέρνηση της αριστεράς’, μέσω της στήριξής της υπό σαφείς όρους» και εκτιμάνε ότι «όσο πιο δυνατή –σε κάθε επίπεδο– είναι αυτή η συμμαχία [που προτείνουν], τόσο περισσότερες πλευρές του μεταβατικού προγράμματος θα μπορεί να αποσπάσει από όποιους θέλουν να κυβερνήσουν στο όνομα της αριστεράς, μέχρι το σχηματισμό μιας μετωπικής κυβέρνησης επαναστατικού προσανατολισμού.» Και αν αυτές οι φράσεις είναι διφορούμενες, το τι εννοούνε οι «4» προκύπτει καθαρά από τη θέση ότι «από σήμερα κιόλας μπορούμε να επιβάλουμε πλευρές του μεταβατικού προγράμματος μέχρι ν’ ανοίξει ο δρόμος για τη συνολική υλοποίησή του.»

Το κείμενο εντέλει διαπερνιέται από τη λογική ότι το μεταβατικό πρόγραμμα είναι κάτι που μπορεί να επιβληθεί σταδιακά, πλευρές του (ποιες άραγε;) μπορούν να επιβληθούν από σήμερα σε συνθήκες αστικής κυριαρχίας και στην πορεία θα ανοίξει ο δρόμος για την πλήρη υλοποίησή του. Με αυτήν τη λογική είναι βάσιμος ο φόβος ότι μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να εφαρμόσει μια φιλολαϊκή πολιτική καταργώντας και μέρος του μνημονίου ή και ολόκληρο το μνημόνιο (γιατί όχι; Αφού μπορούν να εφαρμοστούν πολιτικές απαλλοτρίωσης της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας χωρίς να ανοίξει μύτη) και να ενσωματώσει την εργατική τάξη παίζοντας το ρόλο του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80.

Δυστυχώς, όμως, επειδή η εκτίμησή τους για τις δυνατότητες του καπιταλισμού είναι εκτός πραγματικότητας, αδυνατούν να προσεγγίσουν τα πραγματικά δεδομένα της πολιτικής κατάστασης. Και αυτά τα δεδομένα είναι ότι οποιαδήποτε αμφισβήτηση της μνημονιακής πολιτικής θα περάσει από φωτιά και σίδερο και ο μοναδικός δρόμος εξόδου από τη μνημονιακή κόλαση είναι η πλήρης εφαρμογή του μεταβατικού προγράμματος, δηλαδή η επανάσταση. Μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, όσο καλές προθέσεις και να έχει δεν μπορεί να εφαρμόσει ούτε παρωνυχίδα των –λιγοστών πια– υποσχέσεων του ΣΥΡΙΖΑ. Η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση θα είναι η αρχή του τέλους του και έναρξη μιας περιόδου πολιτικής αστάθειας με όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Η ύπαρξη μιας μετωπικής συμμαχίας που θα κατανοεί την πραγματικότητα και θα αντιλαμβάνεται τι σημαίνει μεταβατικό πρόγραμμα, μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο για το πώς θα κινηθούν οι εξελίξεις της «επόμενης μέρας».

Η αξία χρήσης του μεταβατικού προγράμματος που έχει βασικούς στόχους την κατάργηση του μνημονίου και την καταγγελία των δανειακών συμβάσεων, τη διαγραφή του χρέους, την εθνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων και την έξοδο από την ΕΕ, βρίσκεται στο ότι δίνει μια ρεαλιστική απάντηση στο πως μπορεί να καταργηθεί το μνημόνιο, στο ότι μετατρέπει τα συνθήματα «Όχι στο μνημόνιο» και «Την κρίση να πληρώσουν οι κεφαλαιοκράτες» σε συγκεκριμένο σχέδιο. Το μεταβατικό πρόγραμμα δεν είναι κάτι που πλευρές του επιβάλλονται σταδιακά ή αποτελούν αντικείμενο διεκδίκησης του κινήματος απέναντι στην κυβέρνηση της αστικής τάξης. Κι αυτό γιατί οι βασικοί του στόχοι, όλοι μαζί και ο καθένας από μόνος του, συνιστούν απαλλοτρίωση της κεφαλαιοκρατικής ιδιοκτησίας κι επομένως οποιαδήποτε απόπειρα εφαρμογής του ακόμα και στο φαινομενικά πιο απλό που είναι η κατάργηση του μνημονίου, θα συναντήσει τη λυσσαλέα αντίδραση της αστικής τάξης και των υπερεθνικών υποστηρικτών της.

Το μεταβατικό πρόγραμμα τελικά, δεν περιγράφει έναν δρόμο που οι κομμουνιστές επιθυμούν να ακολουθήσουν, αλλά το μοναδικό εναλλακτικό δρόμο στο μνημόνιο.

Το μεταβατικό πρόγραμμα τελικά, δεν περιγράφει έναν δρόμο που οι κομμουνιστές επιθυμούν να ακολουθήσουν, αλλά το μοναδικό εναλλακτικό δρόμο στο μνημόνιο.

Ο στόχος της κατάργησης του μνημονίου, μπορεί να εκπληρωθεί μόνο με αυτό το προγραμματικό σχέδιο, δηλαδή με ένα σχέδιο σύγκρουσης με την αστική τάξη σε όλη τη γραμμή. Ο στόχος αυτός είναι λοιπόν και ο μοναδικός όρος που ένα κόμμα ή μέτωπο θα έπρεπε να βάλει είτε για να στηρίξει κοινοβουλευτικά μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αν είχε δυνάμεις τέτοιες που θα του εξασφάλιζαν την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση είτε για να συμπράξει προεκλογικά μαζί του με στόχο την ανάδειξη μιας κυβέρνησης που δεσμεύεται ότι θα καταργήσει το μνημόνιο. Μια τέτοια σύμπραξη σημαίνει ότι οι κομμουνιστές διατηρούν την αυτοτέλειά τους και το δικαίωμα να εξηγούν στις μάζες, αλλά και στους συμμάχους τους, πως ο κοινός στόχος (η κατάργηση του μνημονίου) μπορεί να υλοποιηθεί μόνο με το δικό τους πρόγραμμα. Μόνο με αυτήν την τακτική, μπορεί να ετοιμαστεί ένα τμήμα της εργατικής τάξης για τις αναγκαίες μάχες της «επόμενης μέρας», αλλά και μόνο με αυτήν την τακτική μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα υπάρξει «επόμενη μέρα», δηλαδή η ανάδειξη μιας κυβέρνησης στην οποία δεν θα συμμετέχει καμία από τις αστικές πολιτικές δυνάμεις.

Βασίλης Θεοφανόπουλος

*το άρθρο δημοσεύτηκε στην εφημερίδα Εργατική Πολιτική, φύλλο 59

 

Το κείμενο των συντρόφων Γιώργου Βασσάλου, Γρηγόρη Γεροτζιάφα, Πάνου Δαμέλου και Σπύρου Μαρκέτου μπορείτε με τίτλο "Προχωρώντας από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Οι σημερινές προκλήσεις για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ" να το βρείτε πατώντας εδώ