Συμφωνία στον ΟΤΕ: Χτύπημα στα εργατικά συμφέροντα, χρεοκοπία του ρεφορμισμού

Συμφωνία στον ΟΤΕ:

Χτύπημα στα εργατικά συμφέροντα.

Χρεοκοπία του ρεφορμισμού

 


Η δημοσιοποίηση της συμφωνίας της διοίκησης του ΟΤΕ με την Ομοσπονδία Εργαζομένων του ΟΤΕ, συνέπεσε με την εμφάνιση Καραμανλή στο συνέδριο του ΣΕΒ. Έτσι, η πρωθυπουργική επίσκεψη δεν εξαντλήθηκε στις δηλώσεις και τις υποσχέσεις προς τους βιομήχανους, αλλά συνοδεύτηκε και από ένα σημαντικό δώρο προς το σύνολο της αστικής τάξης. Στην ίδια «μάζωξη», αλλά και σε συνεδριάσεις οργάνων του ΠΑΣΟΚ, ο Παπανδρέου δήλωσε «δεν είμαι κρατικιστής» και τόνισε την ανάγκη για «ξεπέρασμα των αγκυλώσεων του κρατισμού». Δηλώσεις που – για τη χρονική στιγμή που έγιναν – θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν τουλάχιστον άκαιρες, αν δεν αποτελούσαν μια ακόμα επιβεβαίωση της ολοκληρωτικής υποταγής του ΠΑΣΟΚ στην αστική τάξη και της χρεοκοπίας της σοσιαλδημοκρατίας.


Η κατάπτυστη για το συνδικαλιστικό κίνημα συμφωνία, προβλέπει την εθελούσια έξοδο 5500 υπαλλήλων με την αναγνώριση 7 πλαστών συντάξιμων χρόνων, 100000 ευρώ εφ’ άπαξ και 2300 ευρώ μηνιαία σύνταξη, ενώ αλλάζουν προς το χειρότερο οι εργασιακές σχέσεις για τους παραμένοντες εργαζόμενους στον ΟΤΕ αλλά και για όσους προσληφθούν από εδώ και πέρα. Μεταξύ των αλλαγών, είναι και η κατάργηση της μονιμότητας και η κατοχύρωση της δυνατότητας απολύσεων, με βάση τα ισχύοντα στις ιδιωτικές εταιρείες.


Η συμφωνία ανοίγει το δρόμο για την πλήρη ιδιωτικοποίηση του οργανισμού, απαλλάσσοντας τους επίδοξους ιδιοκτήτες από το «υπεράριθμο» προσωπικό και προσφέροντάς τους ελευθερία εκμετάλλευσης των υπόλοιπων εργαζομένων του ΟΤΕ χωρίς τις «αγκυλώσεις» και τα εμπόδια των κατακτήσεων του εργατικού κινήματος. Η αστική τάξη μέσω των ΜΜΕ, φρόντισε να εξοβελίσει τη συζήτηση γύρω από το «μπανάλ» ζήτημα των εργατικών δικαιωμάτων και να καναλιζάρει την κουβέντα επικεντρώνοντας την στα εξής τρία σημεία: το κόστος της εθελουσίας εξόδου, την ανάγκη άρσης της μονιμότητας και τις υποχρεώσεις της χώρας από τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ιδιωτικοποιήσεις κλπ.).


Το κόστος για την πρόωρη συνταξιοδότηση ήταν το Number One ζήτημα για όλα σχεδόν τα ΜΜΕ. Τα πιο «κοινωνικά ευαίσθητα» ρεπορτάζ τονίζανε, ότι το κράτος πληρώνει για να γίνει κερδοφόρος για τους ιδιώτες ο ΟΤΕ. Η «ευαισθησία» αυτή φυσικά, δεν είναι αθώα. Στις αναδιαρθρώσεις που προετοιμάζονται για τις υπόλοιπες ΔΕΚΟ, η κυβέρνηση δεν θα είναι το ίδιο γαλαντόμα, επικαλούμενη και τις «κοινωνικές αντιδράσεις» από το κόστος της εθελουσίας στον ΟΤΕ. Η κυβερνητική γενναιοδωρία στην περίπτωση του ΟΤΕ ήταν αναγκαία για να ανοίξει ο δρόμος και για τις υπόλοιπες δημόσιες επιχειρήσεις και δεν υπάρχει κανένας ιδιαίτερος λόγος να επαναληφθεί. Το κράτος φυσικά και πληρώνει για να ενισχύσει την κερδοφορία του κεφαλαίου, αλλά αυτό δεν είναι κάτι καινούριο. Η κρατικοποίηση των χρεών και η ιδιωτικοποίηση των κερδών είναι πάγιος ρόλος του αστικού κράτους και έχει επαναληφθεί ουκ ολίγες φορές στο παρελθόν. Θυμίζουμε μόνο την περίπτωση των λεγόμενων προβληματικών επιχειρήσεων που εξυγιάνθηκαν με τα χρήματα των ασφαλιστικών ταμείων και όσες γίνανε κερδοφόρες πουλήθηκαν πάλι στο ιδιωτικό κεφάλαιο, χωρίς μάλιστα οι παλιοί ιδιοκτήτες τους να χάσουν δραχμή.


Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων ήταν το δεύτερο ζήτημα στο οποίο επικέντρωσε τη συζήτηση το πολιτικό και δημοσιογραφικό προσωπικό της αστικής τάξης. Γκάλοπ με κατάλληλα διατυπωμένες ερωτήσεις εμφανίστηκε την κατάλληλη στιγμή για να αποδείξει ότι η πλειοψηφία της κοινωνίας είναι υπέρ της άρσης της μονιμότητας, ενώ έτερο γκάλοπ κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η ΝΔ και ο Καραμανλής προσωπικά ενισχύουν την δημοτικότητά τους με τα τολμηρά βήματα και τις «ρήξεις» με τα «ρετιρέ». Παράλληλα, πλήθος «έγκριτων» και «έγκυρων» κονδυλοφόρων (κάποιοι εκ των οποίων δηλώνουν και «αριστεροί»), δικαιολογούσε το μισθό του, ανοίγοντας πυρ κατά βούληση εναντίον της μονιμότητας στο δημόσιο και «υπερασπιζόμενο» τους μεροκαματιάρηδες και τους χαμηλόμισθους του ιδιωτικού τομέα. Είναι οι ίδιοι που στην επόμενη στροφή, όταν και όποτε τους χρειαστεί η αστική τάξη, θα ξιφουλκήσουν υπέρ της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της «εθνικής οικονομίας», υπέρ του νέου ασφαλιστικού, των αλλαγών στις εργασιακές σχέσεις κ.ο.κ. βάζοντας ένα ακόμα καρφί στο φέρετρο αυτών που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται σήμερα. Ωστόσο, η ενδεχόμενη κατάργηση της μονιμότητας, θα είναι πλήγμα για το σύνολο της εργατικής τάξης, καθώς υποβιβάζει συνολικά το επίπεδο των δικαιωμάτων της. Κανείς εργαζόμενος δεν θα βελτιώσει τη θέση του με μια τέτοια ρύθμιση. Αντίθετα, ακόμα και οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, θα έχουν να αντιμετωπίσουν μια νέα, πολύ χειρότερη γι’ αυτούς, «οροφή» των διεκδικήσεών τους.


Το οπλοστάσιο των απολογητών του κεφαλαίου, συμπληρώνεται με τις -πάντα απαραίτητες – αναλύσεις για το «μονόδρομο» της πολιτικής διαχείρισης που επιβάλλει η συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ και το ανταγωνιστικό περιβάλλον της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Ουσιαστικά, η αστική πολιτική βασίζεται στην απουσία διαφορετικής πολιτικής πρότασης από το προσκήνιο, καθώς οι αναλύσεις των «έγκυρων» που πλημμύρισαν τον αστικό τύπο ήταν αποκαλυπτικές για την ιδεολογική ένδεια και την ανοησία τους. Σαν μικρό δείγμα αναφέρουμε αρθρίδιο του κ.κ. Νικολάου στην Καθημερινή της 4ης Ιουνίου, ο οποίος για να υποστηρίξει τις αντεργατικές μεταρρυθμίσεις, βασίζεται … στον Μαρξ. Ο εν λόγω «έγκυρος» γράφει: «Ο Κάρολος Μαρξ,[........] χλεύαζε πάντα τους οικονομολόγους, που με διάφορα ιδεολογήματα προσπαθούσαν να εξωραΐσουν τον καπιταλισμό και να δώσουν στον ανταγωνισμό πολιτικές, εθνικές ή φιλοσοφικές καλύπτρες. Όπως τόνιζε ο Μαρξ, στη διεθνή ανταγωνιστική αγορά, συγκρούονται όχι πρόσωπα, ιδέες ή έθνη, αλλά απλούστατα εμπορεύματα, και νικητές αναδεικνύονται αυτοί οι καπιταλιστές που τα παράγουν με χαμηλότερο κόστος και υψηλό κέρδος». Και συνεχίζει: «Ο Μαρξ δηλαδή, ο κατ’ εξοχήν πολέμιος του καπιταλισμού, ήταν ταυτόχρονα αυτός που πρώτος κατάλαβε πόσο ισχυρό όπλο στην κατάκτηση των αγορών, και συνεπώς για την επιβίωση των εθνών, είναι η ανταγωνιστικότητα.» και έχοντας πλέον πάρει και την «έγκριση» του Μαρξ κατακεραυνώνει τους καθυστερημένους που αντιδρούν στα διαρθρωτικά μέτρα της κυβέρνησης.


Το μόνο που μπορούμε να πούμε εμείς, είναι ότι αν ζούσε ο Κάρολος Μαρξ «που τόνιζε ότι, στη διεθνή ανταγωνιστική αγορά, συγκρούονται όχι πρόσωπα, ιδέες ή έθνη, αλλά απλούστατα εμπορεύματα», θα χλεύαζε τον Νικολάου που προσπαθεί να εξωραΐσει τον καπιταλισμό και να δώσει στον ανταγωνισμό εθνική καλύπτρα.



Χρεοκοπία του ρεφορμισμού στο συνδικαλιστικό κίνημα


Στις πρώτες αντιδράσεις μετά τη δημοσιοποίηση της συμφωνίας, καταγράφηκαν σχεδόν ευθείες κατηγορίες για εξαγορά των συνδικαλιστών της ΟΜΕ – ΟΤΕ, προερχόμενες μάλιστα από τον κομματικό τους χώρο, το ΠΑΣΟΚ. Η εξαγορά είναι βέβαια, μια δοκιμασμένη μέθοδος από τη μεριά του κεφαλαίου, η οποία μάλιστα σπάνια αποκαλύπτεται, ειδικά στις περιπτώσεις των «κεφαλών» του συνδικαλιστικού κινήματος. Ωστόσο, το βασικό πρόβλημα είναι η κυρίαρχη πολιτική κατεύθυνση στο συνδικαλιστικό κίνημα. Η μακρόχρονη κυριαρχία του ρεφορμισμού στα συνδικάτα, τα έχει οδηγήσει στη σημερινή τους κατάντια.


Η επιλογή του ΟΤΕ από την κυβέρνηση, για να ανοίξει ο δρόμος και για τις υπόλοιπες ΔΕΚΟ, έχει άμεση σχέση και με την κατάσταση που κυριαρχεί εδώ και πολλά χρόνια στην ΟΜΕ – ΟΤΕ. Πρόκειται για ομοσπονδία που έχει σημαία της εδώ και πολλά χρόνια την «ανταγωνιστικότητα του οργανισμού» κι έχει αποφύγει συστηματικά να αναδείξει τον κοινωνικό χαρακτήρα του οργανισμού, όπως π.χ. να βάλει ζήτημα για φθηνές τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες για τα νοικοκυριά.


Αυτή η γραμμή, το μόνο που καταφέρνει είναι να απομονώνει τους εργαζόμενους του ΟΤΕ, από το υπόλοιπο εργατικό κίνημα και να διολισθαίνει σε ολοένα και πιο ξεπουληματικές λογικές όπως φάνηκε και από την κατάπτυστη συμφωνία. Καθόλου τυχαία, η συγκεκριμένη ομοσπονδία έχει γίνει δεξαμενή στελεχών για μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες, κατ’ αναλογία με άλλες συνδικαλιστικές ενώσεις που τροφοδοτούν τα κόμματα εξουσίας με βουλευτές.


Η απουσία ισχυρής επαναστατικής πτέρυγας στο συνδικαλιστικό και στο ευρύτερο εργατικό κίνημα παρασύρει και το ρεύμα που είχε καταγραφεί ιστορικά σαν σοσιαλδημοκρατία σε ολοένα και μεγαλύτερη σύγκλιση με το φιλελευθερισμό. Ο ρόλος τους σαν «πράκτορες της αστικής τάξης στις γραμμές του εργατικού κινήματος» γίνεται όλο και πιο φανερός.