Ενίοτε το να σωπαίνεις, είναι σαν να ψεύδεσαι!
Ενίοτε το να σωπαίνεις, είναι σαν να ψεύδεσαι!
Στις 12-10-1936, ενώ εμαίνετο ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, οι Φαλαγγίτες του πραξικοπηματία στρατηγού Φράνκο διοργάνωσαν μια γιορτή, στο Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα, στην αίθουσα τελετών, την γιορτή της Φυλής. Το αμφιθέατρο ήταν γεμάτο από Φαλαγγίτες. Παρευρίσκονταν ο Αρχιεπίσκοπος της Σαλαμάνκα, ο ανάπηρος πολέμου στρατηγός Μίλιαν Αστράϊ, η σύζυγος του Φράνκο, οι καθηγητές του πανεπιστημίου και ο πρύτανής του, ο γνωστός φιλόσοφος Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, ο συγγραφέας του έργου «Η τραγική αντίληψη της ζωής» που ήταν και ο οικοδεσπότης της εκδήλωσης. Μετά τα τυπικά της έναρξης, ο στρατηγός Μίλιαν Αστράϊ εκφώνησε ένα λόγο-αν μπορούμε να τον ονομάσουμε έτσι- με τον οποίο επετέθη βίαια κατά των Βάσκων και των Καταλανών, ονομάζοντάς τους «καρκινώματα στο σώμα του έθνους» που πρέπει να εξολοθρευτούν με νυστέρι χωρίς ψευδοσυναισθηματισμούς, «λησμονώντας» πως ο παριστάμενος αρχιεπίσκοπος ήταν Καταλανός και ο οικοδεσπότης πρύτανης ήταν Βάσκος. Επιπλέον κραύγασε τα συνθήματα, που το ακροατήριο έσπευσε να τα επαναλάβει ζητωκραυγάζοντας, «Viva la muerte» (Ζήτω ο θάνατος) και «Abajo la inteligencia» (Κάτω η διανόηση).
Μετά ταύτα έλαβε τον λόγο ο Πρύτανης Ουναμούνο και μέσα σε νεκρική σιγή είπε, συνοπτικά, τ’ ακόλουθα: «Μερικές φορές το να σωπαίνεις είναι σαν να ψεύδεσαι. Γιατί την σιωπή μπορεί να την ερμηνεύσει κανείς σαν συγκατάθεση. Ας αντιπαρέλθουμε το βίαιο ξέσπασμα του στρατηγού εναντίον των Βάσκων και των Καταλανών και την απήχησή του σε εμένα που είμαι Βάσκος και στον αρχιεπίσκοπο που είναι Καταλανός. Άκουσα μια παράλογη και νεκρόφιλη κραυγή: «Ζήτω ο θάνατος». Εγώ που κατανάλωσα ολόκληρη ζωή σχηματίζοντας θεωρίες για το παράδοξο, πρέπει να σας πω ότι αυτήν την παραδοξολογία την θεωρώ αποκρουστική. Ο στρατηγός Αστράϊ είναι ανάπηρος. Και ο Θερβάντες ήταν ανάπηρος. Ένας ανάπηρος που δεν έχει το πνευματικό μεγαλείο του Θερβάντες συνήθως προσπαθεί να βρει ανακούφιση ακρωτηριάζοντας ό,τι μπορεί γύρω του. Ήδη έχουμε πολλούς ανάπηρους και θα αποκτήσουμε πολύ περισσότερους. Βρισκόμαστε στον Ναό του πνεύματος και της διανόησης κι’ εγώ είμαι ο αρχιερεύς του. Εσείς βεβηλώνετε τον άγιο χώρο του. Θα νικήσετε γιατί έχετε περισσότερη κτηνώδη δύναμη. Αλλά δεν θα κερδίσετε ουσιαστικά κανένα. Για να κερδίσετε χρειάζεται να πείσετε, και για να πείσετε σας χρειάζεται αυτό που σας λείπει: Λογική και Δικαιοσύνη στον αγώνα».
Τον έθεσαν σε κατ’ οίκον περιορισμό. Φοβούμενοι τις διεθνείς αντιδράσεις δεν τον φυλάκισαν. Πέθανε αποκαρδιωμένος μετά από λίγο στις 31-12-1936. (βλ. ΧΙΟΥ ΤΟΜΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΣΠΑΝΙΚΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, εκδόσεις ΤΟΛΙΔΗ, 1971 τόμος Β΄ σελ. 66-68)
«Μόνο η αλήθεια είναι επαναστατική. Όποιος κατασκευάζει για τον λαό απατηλούς επαναστατικούς μύθους, όποιος τον τέρπει με διασκεδαστικές ιστορίες, ΔΙΑΠΡΑΤΤΕΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΕΓΚΛΗΜΑ με τον γεωγράφο που σχεδιάζει πλαστούς χάρτες για τους θαλασσοπόρους» (Προσπέρ- Ολιβιέ Λισανγκαρέ, πρόλογος στην πρώτη έκδοση του έργου του «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ ΤΟΥ 1871» τον Νοέμβρη του 1876, «Ελεύθερος Τύπος», 2005, Τόμος Α΄ σελ. 83)
Ι) Τον τελευταίο καιρό γινόμαστε άπαντες χωρίς εξαίρεση, μάρτυρες και θεατές, εν πολλοίς ακούσιοι, αφενός μεν, λαϊκών διεκδικήσεων ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων και επαγγελματικών κατηγοριών, αφετέρου δε, της πολιτικής και ιδεολογικής αντιμετώπισής τους εκ μέρους των κρατούντων και των όποιων, εντεταλμένων ή μη αδιάφορον, συνηγόρων τους. Οι τελευταίοι, όντες σίγουροι για την σπουδαιότητα τους αλλά και για το βαλάντιό τους, κακίζουν, έντονα κι αποφασιστικά τους διαμαρτυρόμενους δημοσίως εργαζόμενους, επιδεικνύοντας μιαν άκαμπτη αυστηρότητα απέναντι στους πρώτους τους οποίους εγκαλούν ομαδόν για παραβατική συμπεριφορά, περιφρονητική αντιμετώπιση της νομιμότητας και επιχειρούμενη «κατάλυση του κράτους» και της «ευνομίας του». Οι ίδιοι, επιδεικνύουν μια βαθειά, υποτίθεται, αφοσίωση στον νόμο, διορίστηκαν ipso jure τηλεοπτικοί εισαγγελείς και δικαστές, και, μετά ταύτα, ξιφουλκούν κατά των διαδηλωτών και των απεργών κατηγορώντας τους ως άνομους ταραχοποιούς που εμποδίζουν την επιχειρούμενη «εθνική ανασυγκρότηση». Άξονας της βασικής συλλογιστικής τους είναι ο νόμος που δεν πρέπει να παραβιάζεται επ’ ουδενί, η βία που παρανόμως ασκείται κατ’ αυτού και η βία που επιβάλλεται ν’ ασκείται κατ’ αυτών απ’ την έννομη κρατική τάξη.
ΙΙ) Αντιμετωπίζουν τον νόμο (ακριβέστερα, φαίνονται να τον αντιμετωπίζουν) ως ένα εξωιστορικό και υπερκοινωνικό φαινόμενο το οποίο, κατά τις υπόρρητες αντιλήψεις τους, επειδή άπαξ δημιουργήθηκε, δέον να παραμείνει εσαεί αναλλοίωτο και να υπόκεινται άπαντες αγογγύστως εις αυτό. Μόλις χρειάζεται να επισημειώσουμε ότι το πρακτικό-εμπειρικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας συλλογιστικής, συμποσούται σε τούτο το απλό: όχι διαδηλώσεις, όχι συναθροίσεις στο κέντρο των πόλεων. Μάλιστα με αφορμή την είσοδο απεργούντων εργατών στον προαύλιο χώρο του καθ’ ύλην αρμοδίου Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, ξεδιπλώθηκε μια πάνδημη τηλεοπτική εκστρατεία κατ’ αυτών που προσέλαβε διαστάσεις υστερίας εμφανίζοντας τους επί έξι (6) μήνες απλήρωτους διαδηλωτές ως αποπειρώμενους να καταλύσουν το κράτος και την εθνική του άμυνα. Μια λοιπόν και πρόκειται για τέτοιους εθνικώς άφρονες, πρέπει να υποστούν την ανελέητη αυστηρότητα του νόμου. Και μάλλον την υπέστησαν ήδη.
Ας αφήσουμε κατά μέρος την γλοιώδη παληκαριά των ως άνω οψιγενών, άμα τε και οψιφανών, Ηρακλειδέων του νόμου κι’ ας δούμε το φαινόμενο που ανέκυψε στην ελληνική κοινωνία πιο ψύχραιμα κάνοντας μιαν αναδρομή στο δίκαιο γενικότερα, από νομική, κοινωνική και ιστορική άποψη.
Ο διάσημος Γερμανός νομοδιδάσκαλος και καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βιέννης RUDOLF VON JHERING, δημοσίευσε το 1872 (δηλαδή πριν από 140 χρόνια!) μιαν εργασία του με τίτλο «Ο αγών δια το δίκαιον» [Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 1931 σε μετάφραση του Σπύρ. Π. ΜΑΝΟΥΣΟΥ-στην επικρατούσα καθαρεύουσα της εποχής εκείνης- σώζεται ένα και μοναδικό αντίτυπο της έκδοσης στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη του Α.Π.Θ. Εμείς, συμβουλευτήκαμε ένα φωτοτυπικό αντίγραφό του]. Ο RUDOLF VON JHERING, αντιμετωπίζει το δίκαιο όχι ως απλή στατική έννοια, αλλά ως ζώσα δύναμη, ως δυναμικό παράγοντα και όχι μόνον ως σύστημα αφηρημένων κανόνων δικαίου. Για να καταστήσει σαφέστερη την αντίληψή του, ισχυρίζεται πως η ζωή του δικαίου, είναι ένας διαρκής αγώνας, αγώνας των λαών, της πολιτικής εξουσίας, των κοινωνικών τάξεων και των ατόμων. Δεν υπάρχει, λέει, δίκαιο στον κόσμο που να μην θεσμοθετήθηκε ύστερα από διαπάλη αφού έπρεπε να αποσπασθεί δια της βίας από εκείνους που εναντιώνονταν στην επιβολή του. Κηρύσσει τον πόλεμο εναντίον των αρχηγών και ιδρυτών της ιστορικής σχολής του δικαίου των νομοδιδασκάλων συμπατριωτών του Savigny και Puchta οι οποίοι δίδασκαν (την πολύ εξυπηρετική για αρκετούς σύγχρονους τηλεοπτικούς εισαγγελείς και πολιτικούς πάτρωνές τους) θεωρία η οποία πρεσβεύει, δι’ ολίγων, τ’ ακόλουθα: η διάπλαση του δικαίου τελείται εξίσου ανεπαίσθητα και ανώδυνα όπως και η διάπλαση της γλώσσας· ουδεμία ανάγκη πάλης και αγώνα υφίσταται· το δίκαιο διαπλάθεται-δημιουργείται απ’ την σιωπηλώς ενεργούσα δύναμη της αλήθειας, η οποία βραδέως και χωρίς βίαιη προσπάθεια κατορθώνει να επιβληθεί· είναι η δύναμη της πεποίθησης προς την οποία προσχωρούν βαθμιαίως τα πνεύματα και την οποία εκφράζουν με την ενέργεια και την συμπεριφορά τους· έτσι, ο νέος κανόνας δικαίου, διαπλάθεται εξίσου ακόπως όπως και οποιοσδήποτε κανόνας της γλώσσας.
Εναντίον αυτής της φαταλιστικής άποψης ο RUDOLF VON JHERING εξεγείρεται· της καταμαρτυρεί ότι εμπεριέχει ως πολιτικόν αξίωμα πεπλανημένον δόγμα από τα πλέον ολέθρια που μπορεί να φανταστεί κάποιος διότι βαυκαλίζει τον άνθρωπο σ’ ένα κοινωνικό χώρο όπου αυτός οφείλει να ενεργήσει με πλήρη και σαφή συναίσθηση του σκοπού του και με καταβολή όλων των δυνάμεών του ,ότι δήθεν, τα πράγματα θα βαδίσουν μόνα τους κι ότι το καλύτερο πούχει να κάνει είναι να σταυρώσει τα χέρια του και…να αναμένει πλήρης εμπιστοσύνης «τι θέλει έλθη εις φως ολίγον κατ’ ολίγον από την λεγομένην αρχικήν πηγήν του δικαίου ήτοι από την εθνικήν περί δικαίου πεποίθησιν». Η δημιουργία του δικαίου, αντιτείνει ο VON JHERING, ομοιάζει με την γέννηση του ανθρώπου: πάντα συνοδεύεται από ισχυρές ωδίνες του τοκετού. Στην συνέχεια, γίνεται πιο συγκεκριμένος αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι: όχι σπάνια ποταμοί αίματος επότισαν τον δρόμο πάνω στον οποίο βάδισε το δίκαιο· στον δρόμο δε αυτόν ο καθένας μπορεί να δει τα σκορπισμένα και εγκαταλελειμμένα (προϊσχύοντα δίκαια). Το δίκαιο δεν μπορεί να ανανεωθεί πάρα μόνον δια της εκκαθαρίσεως του ιδίου αυτού παρελθόντος. Τέλος, ειρωνευόμενος τους θιασώτες της ιστορικής σχολής του δικαίου αναφέρει με αξιομνημόνευτη δηκτικότητα πως σύμφωνα με τις απόψεις τους, ο κανόνας του αρχαίου ρωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο ο δανειστής εδικαιούτο να πουλήσει τον μη δυνάμενο να πληρώσει οφειλέτη του ως δούλον εις την αλλοδαπήν, θεσμοθετήθηκε στην αρχαία Ρώμη καθ’ όμοιον τρόπο που διαπλάσθηκε και ο γραμματικός κανόνας της λατινικής γλώσσας σύμφωνα με τον οποίο «η πρόθεσις cum συντάσσεται μετ’ αφαιρετικής»! Δεν τους χαρίζεται διόλου, παρ’ όλο που ήσαν δάσκαλοί του. Αναφερόμενος στους άδικους νόμους υπογραμμίζει την αποσυνθετική επίδραση που ασκούν πάνω στην ηθική δύναμη του Λαού, αναφέρεται στην καταστροφή του ελευθέρου φρονήματος του λαού που επιδεινώνεται απ’ την επιβολή φόρων, κατά την όρεξη του οιουδήποτε κρατούντος, για να καταλήξει πως μια τέτοια κρατική-νομοθετική συμπεριφορά αποτελεί την καλύτερη συνταγή προκειμένου να καταστραφεί κάθε ηθική δύναμη του Λαού και να εξασφαλιστεί η άνευ αντιστάσεως είσοδος του δεσποτισμού (τυραννίας) στο πολιτικό και κοινωνικό προσκήνιο. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, τονίζει πως ο αγώνας για την αντικατάσταση ενός τέτοιου δικαίου, δεν είναι ΚΑΤΑΡΑ αλλά ΕΥΛΟΓΙΑ. Σ’ αυτό το πλαίσιο της σκέψης του, εγκρίνει, επιδοκιμάζει την αντίσταση του λαού υπό την μορφή της εξέγερσης, της ανταρσίας, της ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ κατά της αυθαιρεσίας της πολιτικής εξουσίας και καταλήγει: κανένα έγκλημα, οσοδήποτε βαρύ κι αν είναι που μπορεί να υποστεί ο άνθρωπος, ΔΕΝ συγκρίνεται κατά το μέγεθος με το έγκλημα που διαπράττει η ίδια η εξουσία όταν παραβιάζει το δίκαιο, τον νόμο της.
ΙΙΙ) Αυτά τα λόγια τα έλεγε, τα έγραψε και τα δίδασκε ένας συντηρητικός αριστοκράτης Γερμανός νομοδιδάσκαλος του 19ου αιώνα σε μια διάλεξή του στην αυτοκρατορική Βιέννη του 1872! Αν τα αντιπαραβάλουμε με την έμπρακτη συμπεριφορά των διαδηλωτών-εργατών γενικά και του Σκαραμαγκά ειδικότερα που επί έξι (6) μήνες ήσαν απλήρωτοι και αντιμετωπίζουν το φάσμα της πείνας και την σφοδρότατη κατακραυγή εναντίον τους, συνεπεία της προρρηθείσας συμπεριφοράς τους, εκ μέρους των αυτόκλητων τηλεοπτικών εισαγγελέων, αυτών των εραστών της υφισταμένης νομιμότητας, θα διαπιστώσουμε ευχερώς ότι τα όσα δίδασκε πριν 140 χρόνια ο RUDOLF VON JHERING θαρρείς και τα εμπνεύστηκε παρακολουθώντας την σύγχρονη ελληνική επικαιρότητα η οποία αποτελεί σχολικό παράδειγμα των επιστημονικών του απόψεων!
Επιτρέψτε μου να μετατοπίσουμε την προσοχή μας από τον εικονικό κόσμο της τηλεοπτικής οθόνης στην γκρίζα ζώνη της καθημερινής αγωνίας, της επικαλυπτόμενης από την τηλεοπτική χυδαιότητα· μ’ άλλα λόγια, ας μετατοπίσουμε την οπτική μας γωνία για να δούμε όχι την ολόφωτη αίθουσα του κοινοβουλίου, ή την απαστράπτουσα όψη της έδρας της κυβέρνησης, όπως αντανακλώνται στις τηλεοπτικές οθόνες, αλλά την δυσπραγία των θυμάτων τους, εκεί, στον πυθμένα της αιχμάλωτης, της υπό κατεδάφιση κοινωνίας. Εκεί που οι συγκεκριμένοι άνθρωποι δεν φαίνονται να ζουν, κι’ όμως ΥΠΑΡΧΟΥΝ. Αφήνοντας, λοιπόν, κατά μέρος, τα ληρήματα των τηλεοπτικών εισαγγελέων, σοβαρών όπως κάθε αυθεντικό κάλπικο, θα διαπιστώσουμε πως οι δυστυχείς απεργοί-διαδηλωτές του Σκαραμαγκά, όπως και τόσοι άλλοι εργαζόμενοι όντες απλήρωτοι επί έξι (6) μήνες και πλέον, αφού τρυπήθηκαν αρκούντως απ’ τα μαχαίρια της ανάγκης, αφού παστώθηκαν, χρόνια ολόκληρα, απ’ τις πειθαναγκαστικές τηλεοπτικές εκπομπές, αφού ξεροψήθηκαν, οι ίδιοι και οι οικογένειές τους, στον φούρνο της ένδειας και της ανέχειας, έκριναν, πως ήρθε η ώρα να απολαύσουν, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, την ομορφιά της αυτόβουλης μαζικής διαμαρτυρίας τους. Τότε, ακριβώς τότε, άπαντες οι πατριωτικοί γελωτοποιοί τους κατηγόρησαν, με εκκωφαντικό θόρυβο, ότι παραβιάζουν την νομιμότητα, που γι’ αυτούς είναι απαρασάλευτη, αναλλοίωτη στον χρόνο και επί πλέον ότι επιβουλεύονται δήθεν την εθνική άμυνα!
Τι ήθελαν, στην πραγματικότητα, όλοι αυτοί; Την μόνη απαίτηση που δεν διατύπωσαν ευθέως απ’ τις τηλεοπτικές τους έδρες ήταν η δίωξη των απεργών-διαδηλωτών του Σκαραμαγκά για εσχάτη προδοσία! Και τούτο δεν το έπραξαν για ένα και μόνον λόγο: Πριν να τους «στήσουμε στον τοίχο» πρέπει πρώτα να τους «κρεμάσουμε στις τηλεοπτικές οθόνες». Το δεύτερο διευκολύνει, προετοιμάζει, δίκην κατάλληλης τεχνικής προπαρασκευής, το πρώτο. Έτσι για να «ματώσει ο τοίχος» πρέπει πρώτα να «ματώσουν οι τηλεοπτικές οθόνες» με τα νομιζόμενα, τα υπολαμβανόμενα ως εγκλήματα των απεργών-διαδηλωτών, που για τους κρατούντες είναι «άνομοι ταραχοποιοί».
ΙV) Ενδεχομένως να δεχθούμε την ακόλουθη ένσταση απ’ τους προαναφερόμενους εθναμύντορες οι οποίοι, επιδιδόμενοι σε ανέξοδο και κίβδηλο φιλεργατισμό ad usum populi (προς λαϊκήν κατανάλωσιν), να μας αντιτείνουν: Μα εμείς δεν τασσόμεθα κατά των λαϊκών διαμαρτυριών. Αν δεν διαμαρτυρηθούν τώρα, τότε πότε θα διαμαρτυρηθούν; Αντιτιθέμεθα σ’ αυτήν την συγκεκριμένη διαμαρτυρία, στην μορφή της που οδηγεί στην υποκατάσταση της κοινοβουλευτικής τάξης αλλά και της δημοκρατίας! Αυτό είναι το αποδιδόμενο στους απεργούς-διαδηλωτές έγκλημα. Σε απλά ελληνικά, τι μας λένε; Τούτα τα αξιοσημείωτα: Υπάρχουν οι αρμόδιες, καθ’ ύλην και κατά τόπον, κρατικές αρχές· υπάρχει το κοινοβούλιο με πολλαπλή κομματική παρουσία, υπάρχουν τα Μ.Μ.Ε. Θα μπορούσαν να υποβάλουν δεόντως και νομίμως (πρωτίστως αυτό!) τα αιτήματά τους οι απεργοί-διαδηλωτές και μετά να αναμένουν, φρονίμως και υπομονετικά, την επίλυση των όντως υπαρκτών προβλημάτων τους. Δεν ακολούθησαν αυτήν την σύννομη οδό· αντ’ αυτού, «βγήκαν στους δρόμους» εν σώματι και, τελικά εισήλθαν στο προαύλιο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Αυτό είναι το έγκλημά τους, ένα έγκλημα που φέρει κατ’ αυτούς, ιδιάζουσα κοινωνική αλλά και ηθικήν απαξία!
Σύμφωνα με την δι’ ολίγων προπαρατεθείσα συλλογιστική τους, οι επί έξι (6) και πλέον μήνες απλήρωτοι διαδηλωτές του Σκαραμαγκά ειδικά, αλλά και οι υπόλοιποι Έλληνες, εργαζόμενοι και άνεργοι γενικότερα, ΟΦΕΙΛΟΥΝ να γνωστοποιήσουν τα όποια αιτήματά τους, δεόντως πρωτοκολλημένα φαντάζομαι, και στην συνέχεια, να καθίσουν στις πολυθρόνες τους και στους καναπέδες τους παρακολουθώντας απ’ τις τηλεοράσεις τους την εξέλιξη της συμπαθούς υπόθεσής τους. Μια και έχουμε κοινοβούλιο και Μ.Μ.Ε, έχουμε τους κατά νόμον κατάλληλους και αρμόδιους αντιπροσώπους που θα επιληφθούν των θεμάτων τους και…θα προσπαθήσουν να τα επιλύσουν. Τώρα εάν, αυτοί οι δυστυχείς τηλεθεατές έτυχε να πουλήσουν ήδη τις πολυθρόνες τους και τους καναπέδες τους προκειμένου ν’ αγοράσουν τρόφιμα για την συντήρηση των ιδίων και των οικογενειών τους, είναι ένα γεγονός που ουδόλως παραλλάσσει το πιο πάνω καταληκτήριο συμπέρασμα των τηλε-διανοουμένων μας· θα μπορούσαν κάλιστα ν’ απολαύσουν την τηλεοπτική μαγεία καθήμενοι στο δάπεδο του σπιτιού τους οκλαδόν, α λα τούρκα, για να βρίσκονται και a sortie με τις υψηλού αισθητικού επιπέδου τουρκικές σαπουνόπερες που κατακλύζουν τις τηλεοπτικές οθόνες. Αν , παρ’ ελπίδα, οι εργαζόμενοι, άνεργοι, συνταξιούχοι, ηλικιωμένοι και νεολαίοι, άνδρες και γυναίκες, συμμορφωθούν σε μια τέτοια φρικώδη υπόδειξη, θα’ χουμε τ’ ακόλουθο απολύτως αποκρουστέο αποτέλεσμα: δεν θα’ χουμε πια να κάνουμε με ανθρώπους, με πολίτες, με υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Απέναντί μας θα’ χουμε ένα χλωμό κοπάδι, υπολείματα ανθρωπίνων υπάρξεων, ομοιώματα ανθρώπου, homunculus (το παρασκευασμένο στα εργαστήρια ανθρωποειδές), ένα ον που του αφαιρέσαμε την ζωτική του ουσία. Αυτοί που θα κάθονται στον καναπέ είτε κατάχαμα, θα είναι αβαθείς καταναλωτές τηλεοπτικών εικόνων, δίποδα θηλαστικά προορισμένα να σκέφτονται, να ενεργούν και να ζουν δι’ «αντιπροσώπων».
Σε μια τέτοια κατάσταση, η δημοσιότητα, που θα απολαμβάνουν, θα συσκοτίζει τα πάντα. Θα έχουν μόνο την τηλεόραση, αυτό το τενεκεδένιο υποκατάστατο της δημοκρατίας και της αληθούς λαϊκής συμμετοχής με τους ιθύνοντές της, αυτούς τους ακόρεστους εραστές των θυσιών των Άλλων. Οι τελευταίοι, όταν ομιλούν για νομιμότητα και υποχρέωση υπεράσπισής της, μια τέτοια προσλαμβάνουσα παράσταση έχουν κατά νουν, ένα τέτοιο κόσμο οραματίζονται, ένα mondo senza gente, ένα κόσμο χωρίς ανθρώπους. Αυτοί, οι κατά το φαινόμενο, λάτρεις της κοινοβουλευτικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αγνοούν ή καμώνονται πως αγνοούν, την ακόλουθη βασική πολιτική αλήθεια που διακήρυξε ο μεγάλος ρομαντικός στοχαστής του 18ου αιώνα, ο Ζαν Ζακ Ρουσώ: Είναι εγγενής η τάση του αντιπροσώπου να θέλει να καταργήσει τον αντιπροσωπευόμενο. [Ρομαντισμός, με την έννοια της αντίθεσης, της αντίδρασης απέναντι στον σύγχρονο βιομηχανικό καπιταλισμό και την σύγχρονη αστική κοινωνία. Ρομαντικός με την έννοια εκείνου που «επενδύει» την νοσταλγία του προκαπιταλιστικού παρελθόντος στην ελπίδα ενός ριζικά καινούριου μέλλοντος]. Ο αντιπρόσωπος, ο όποιος αντιπρόσωπος, ΔΕΝ θεωρεί τον εαυτό του υπόλογο απέναντι στους αντιπροσωπευόμενούς «του». Τους τελευταίους τους θεωρεί και τους αντιμετωπίζει με ακόρεστη περιφρόνηση ως «ανώνυμη μάζα ψηφοφόρων». Όταν κατονομάζεις κάποιον ως «αντιπρόσωπό» σου, συνήθως με την έμμεση αλλά αποφασιστική συμβολή των τηλεοπτικών «γκουρού» που τον προεπιλέγουν για σένα αλλά χωρίς εσένα, σημαίνει ότι εκχωρείς σ’ αυτόν, όχι μόνον την εξουσία σου, αλλά και τις ελπίδες σου, τα όνειρά σου, την φαντασία σου, την ίδια την ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ σου. Στην περίπτωση αυτήν, απομένεις γυμνός, αδύναμος και ανήμπορος. Τέτοιο σε θέλουν και πάνω σ’ ένα τέτοιο κρηπίδωμα επιθυμούν να στηρίξουν τη νομιμότητά τους, στο βωμό της οποίας σε καλούν να θυσιάσεις τον χαρακτήρα σου, τις πεποιθήσεις σου, την αγωνία σου, τις ελπίδες σου, την ίδια την ζωή σου. Για να επέλθει όμως αυτό το εφιαλτικό αποτέλεσμα, θα πρέπει εσύ, ο άνθρωπος, εργαζόμενος, άνεργος ή συνταξιούχος να παύσεις να κατατρύχεσαι απ’ την «ολέθρια» κατ’ αυτούς εμμονή της έλλογης σκέψης. Μ’ άλλα λόγια, θα πρέπει να ρίξεις στον καιάδα της λήθης (αυτής της επικίνδυνης ασθένειας, της μεταδοτικής) το πρόσταγμα του Ιμμάνουελ Καντ: sapere aude, «τόλμα να μαθαίνεις» ή «τόλμα να σκέφτεσαι». Θα πρέπει ν’ αποκηρύξεις την αυτόβουλη σκέψη σου που συνιστά το μεγαλείο του ανθρώπου. Τί ανάγκη την έχεις άλλωστε; Αφού σκέφτονται άλλοι για σένα, ειδήμονες, ειδικοί, αρμόδιοι, επαΐοντες, για σένα, αλλά χωρίς εσένα. Ακριβώς γι’ αυτό το τελευταίο πρέπει να τους οφείλεις κι’ ευγνωμοσύνη: σε απαλλάσσουν από χρονοβόρες διαδικασίες με ιδιάζουσες δυσχέρειες, και σ’ αφήνουν να απολαύσεις κατά μόνας τον άφθονο ελεύθερο χρόνο που σου εξασφάλισαν ως άνεργο!
V) Είπαμε, πιο πάνω, πως η σκέψη αποτελεί το μεγαλείο του ανθρώπου. Όντως. Τούτο σημαίνει πως αποτελεί ταυτόχρονα και το ύψιστο, το αδιαπραγμάτευτο αξίωμα και ιδανικό του μπροστά στο οποίο αποσύρονται όλα τα άλλα, όποια κι’ αν είναι αυτά. Αν ο άνθρωπος απαλλοτριώσει εκουσίως την έλλογη σκέψη του, παύει να είναι άνθρωπος, καταντάει άβουλος τηλεθεατής ή ψηφοφόρος, φτάνει στο σημείο να γίνει ως και κρέας για τα κανόνια ερωτευμένο με τον κανονιέρη. (Β. Ουγκώ). Αν η έλλογη σκέψη του τεθεί σε λειτουργία, κάτω απ’ τον σπινθήρα των αδήριτων ανθρώπινων αναγκών του, τότε ενδεχομένως θα βγει στους δρόμους εν σώματι, διατρανώνοντας την απόγνωσή του και την αποφασιστικότητά του προκειμένου να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Ποιες ανάγκες του; Αυτές που προαναφέραμε, αυτές που του επιβάλλει η ίδια η αυτοσυντήρησή του, αυτές που χωρίς την ικανοποίησή τους, ΘΑ ΠΑΥΣΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ Ο ΙΔΙΟΣ. Όχι εκείνες που του επιβάλλουν οι θορυβούντες διαφημιστικοί πράκτορες, αυτές που αντικατοπτρίζουν την έρημο της ματαιόδοξης κατανάλωσης. Όταν βγει στον δρόμο εν σώματι ζητώντας μεταρρύθμιση ή ακόμα και ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης, διότι την θεωρεί απόλυτα εχθρική στην ίδια την ύπαρξή του, όσοι σπεύσουν να τον αντιμετωπίσουν ως «άνομο ταραχοποιό», ως αδικοπραγούντα, ως εν δυνάμει εγκληματία που αμφισβητεί την έννομη τάξη, ας σκεφθούν ότι είναι αυτή η ίδια η έννομη τάξη που του στερεί την ίδια την ύπαρξή του , ότι είναι αυτή η ίδια που τον ωθεί στον δρόμο και στην εξέγερση, που οπλίζει το χέρι του. Το είπε και ο Heinrich Von Kleist στο έργο του Μιχαήλ Kohlhaas και το υπογραμμίζει ο VON JHERING: «Αν είναι να με κλωτσοπατάνε, καλύτερα να είμαι σκυλί παρά άνθρωπος. Όποιος μου αρνείται την προστασία του νόμου, αυτός με σπρώχνει στην έρημο με τ’ αγρίμια, μου δίνει στο χέρι το ρόπαλο, με το οποίο θα προστατεύσω το κορμί μου».
Στην περίπτωση αυτή, (που όπου να’ ναι έρχεται, πλησιάζει, την ακούμε , την οσφραινόμαστε, την νιώθουμε), αυτός που εγκληματεί δεν είναι οι διαδηλωτές, εργαζόμενοι και άνεργοι που νιώθουν να στραγγαλίζονται απ’ το κοκκαλιάρικο χέρι της πείνας, της ανέχειας και της αναξιοπρέπειας· είναι η έννομη τάξη αυτή που εγκληματεί και, πρωτίστως, η κυρίαρχη κοινωνική βούληση που την επιβάλλει, που αρνείται πεισματικά να την αλλάξει προστατεύοντας έτσι τα ιδιοτελή ταξικά της συμφέροντα. Και σαν να μη φτάνει αυτό, όντας παράφορα ερωτευμένη με τον εαυτό της, σε μιαν έκρηξη αλαζωνικής αυταρέσκειας και χλευαστικού κυνισμού, απευθύνεται στην μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού και του λέει «Θα σε λιμοκτονήσω, θα σε σκοτώσω αλλά το κάνω για το καλό σου!!!». Προκειμένου να συγκατατεθεί η μεγάλη πλειοψηφία του χειμαζόμενου ήδη ελληνικού λαού σ’ αυτό το ΑΝΕΚΛΑΛΗΤΟ πρόσταγμα αφανισμού του, πέρα απ’ την άνομη βία της ξέφρενης κρατικής και παρακρατικής καταστολής, δίπλα και πέρα απ’ τις κτηνώδεις απόπειρες να πείσουν την μεγάλη πλειοψηφία του λαού πως όλα του τα προβλήματα θα λυθούν, ως δια μαγείας, αρκεί να στραγγαλίσουμε τον τελευταίο Αφγανό πρόσφυγα με τα έντερα του τελευταίου Πακιστανού μετανάστη, επιστρατεύεται αθόρυβα, λαθρά, ύπουλα και η κατακρεούργηση κι’ αυτής ακόμα της ελληνικής γλώσσας. Αφού λαφυραγώγησαν τις τιμιώτερες λέξεις μας (ελευθερία, δημοκρατία, πατρίδα, Ελλάδα) που γι’ αυτούς (εκφραστές της κυρίαρχης κοινωνικής βούλησης) αποτελούν απλώς λέξεις που υπάρχουν μόνο και μόνο για να καλωπίζονται αυτάρεσκα απ’ την φαντασία (Ρολάν)· αφού υπέταξαν ψυχρόαιμα το δικαίωμα της ανθρώπινης ύπαρξης στο δικαίωμα της χρηματιστικής ιδιοκτησίας, αφού επιχειρούν να στιβάξουν νέο πλούτο με αρχαία μέσα· αφού κάθε αντιλογία στα μέτρα αφανισμού της ελληνικής κοινωνίας, την στιγματίζουν, ούτε λίγο , ούτε πολύ, ως εσχάτη προδοσία· λογικό και αναμενόμενο ήταν να διαφοροποιήσουν, να διαστρέψουν εννοιολογικά ως κι’ αυτές τις λέξεις της ελληνικής γλώσσας μέχρι του σημείου να μην μπορούμε να συνεννοηθούμε· Γιατί, πως αλλιώς θα χαρακτηρίζατε εσείς μια κατάσταση κατά τη οποία: «μεταρρύθμιση» σημαίνει αντιμεταρρύθμιση, «ανασυγκρότηση» σημαίνει απορρύθμιση, «αναδιοργάνωση» σημαίνει αποδιοργάνωση, «ελκυστικός εργαζόμενος» σημαίνει εξαθλιωμένος, ξέπνοος, στερημένος από κάθε δικαίωμα εργαζόμενος, ένα είδος σύγχρονου instrumentum vocale (εργαλείου που μιλάει), «ανάκαμψη» σημαίνει γενικευμένη εξαθλίωση, «πατριωτική ανάταση» σημαίνει καταρράκωση του εθνικού μας φιλότιμου, της εθνικής μας περηφάνιας που εκφέρεται μάλιστα απ’ τα χείλη της όποιας Γερμανίδας, με την γνωστή τοις πάσιν, τευτονική χάρη της…Ων ουκ έστιν αριθμός!
Οι επίσημοι λόγοι των εκπροσώπων της Ελληνικής Πολιτείας, τα στομφώδη ανακοινωθέντα και διαγγέλματά τους, τα “δελτία ειδήσεων” πρωτίστως της εμπορικής τηλεόρασης, όλα αυτά που προέρχονται απ’ τα μίσθαρνα όργανα της κυρίαρχης κοινωνικής βούλησης, έφτασαν σήμερα στο σημείο να περιέχουν περισσότερα ψέματα, παρά λέξεις. Οι λέξεις που χρησιμοποιούν στους λόγους τους και στα κείμενά τους, χρησιμεύουν στο να αποκρύπτουν περισσότερα απ’ όσα αποκαλύπτουν! Κι’ όλα αυτά, όταν διάσημοι κλασικοί ελληνιστές σε χρόνο ανύποπτο έπλεξαν το εγκώμιο της ελληνικής γλώσσας, μιας γλώσσας μ’ ένα εξαιρετικά πλούσιο λεξιλόγιο που μας παρέχει κάθε δυνατότητα για πλήρη ιεράρχηση εννοιών, για εξονυχιστική περιγραφή φαινομένων, για εξαντλητική ανάλυση σχέσεων και καταστάσεων, για ακριβόλογες λεπτεπίλεπτες διακρίσεις. Μια γλώσσα για την οποία ο H.D.F. KITTO είπε πως διακρίνεται από σαφήνεια κι’ ευκρίνεια από δημιουργική δύναμη και σοβαρότητα, από άμεση ευαισθησία και από αστείρευτη κομψότητα. (βλ. H.D.E. KITTO, Οι Έλληνες, εκδόσεις Κάκτος, σελ. 39-40), ενώ ο ROBERT FLACELLIERE, την περιέγραψε ως ακολούθως: «Γλώσσα τόσο καθαρή, ευέλικτη και μουσική, γλώσσα πρώτα απ’ όλα ποιητική, μα και ευπροσάρμοστη στη ρητορεία ενός Δημοσθένη και στην φιλοσοφική σκέψη ενός Πλάτωνα, γλώσσα διαυγής σαν το τρεχούμενο νερό μιας πηγής, μελωδική σαν τραγούδι, μεθοδική χάρη στα μόρια της, γλώσσα που μοιάζει με ναό καμωμένο από λαμπερά μάρμαρα συνταιριασμένα μεταξύ τους». (Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, Παπαδήμας σελ. 16-17). Αυτήν την γλώσσα βεβηλώνουν καθημερινά οι κρατούντες, οι εκφραστές της κυρίαρχης κοινωνικής βούλησης. Βιάζοντας αυτήν την γλώσσα επιχειρούν να βιάσουν τις συνειδήσεις μας, να ευνουχίσουν την σκέψη μας, να διαστρέψουν τον χαρακτήρα μας με σκοπό να κρατήσουν αλώβητη την άνομη νομιμότητά τους. Μια νομιμότητα που τραυμάτισε βαθειά το συνταγματικό δίκαιο και που κατεδάφισε καθ’ ολοκληρίαν το εργατικό δίκαιο. Και, προσέξτε, μιλάμε για το δικό τους συνταγματικό δίκαιο, για το δικό τους εργατικό δίκαιο.
Στους εκφραστές της κυρίαρχης κοινωνικής βούλησης, σ’ αυτούς τους ιδιοτελείς υπερασπιστές της άνομης νομιμότητά τους, σ’ αυτούς τους φλογερούς εραστές των θυσιών των Άλλων, που έλουσαν τους δημοσίους υπαλλήλους και όλους τους εργαζομένους σε καταρράκτες μειωτικών χαρακτηρισμών, ας μου επιτραπεί να απαντήσω με το υπόμνημα που κατέθεσε ο αρχηγός των «enzages» («Λυσσασμένων») ο Jacques Roux, ο εφημέριος (βικάριος) του Αγίου Νικολάου των Αγρών στο Παρίσι στις 25 Ιουνίου 1793 στην Συμβατική των Γάλλων επαναστατών: «Η ελευθερία δεν είναι τίποτε περισσότερο από άυλο φάντασμα όταν μια τάξη ανθρώπων μπορεί να οδηγεί ατιμώρητα στον λιμό την άλλη. Η ισότητα δεν είναι τίποτε περισσότερο από άυλο φάντασμα όταν ο πλούσιος, με το μονοπώλιό του, αποκτά δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στον συνάνθρωπό του…Βουλευτές του όρους, μην τερματίσετε την σταδιοδρομία σας μέσα στην καταισχύνη (επονείδιστα)» (βλ. GEORGES LEFEBVRE, Η Γαλλική Επανάσταση, ΜΙΕΤ σελ. 382). Και, τέλος, ας τους αντιτάξουμε τον λόγο που εκφώνησε ο εκπρόσωπος (προσέξτε εκπρόσωπος ΟΧΙ αντιπρόσωπος) των 48 τομέων του Παρισιού, όταν παρουσιάστηκε στο βήμα της Συμβατικής στις 12 Φεβρουαρίου 1792: «Δεν αρκεί ότι δηλώσαμε πως είμαστε Δημοκρατικοί Γάλλοι. Πρέπει επίσης ο λαός να ευτυχεί, πρέπει να έχει ψωμί. Επειδή όπου δεν υπάρχει πια ψωμί, εκεί δεν υπάρχουν ούτε ΝΟΜΟΙ, ούτε ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ούτε ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» (στο ίδιο πιο πάνω σελ.360)
Όσοι επιμένουν, με λυσσόδηκτη επιμονή, τυφλωμένοι απ’ τα ιδιοτελή ταξικά τους συμφέροντα, να θέλουν τους ανθρώπους, τους πολίτες, τους εργαζόμενους (a precariat πλέον, ως επί το πλείστον), να έχουν ΜΟΝΟ δύο (2) «δικαιώματα» εκείνο της ΣΙΩΠΗΣ και το άλλο της ΥΠΑΚΟΗΣ· όσοι κάνουν πως δεν βλέπουν πως η σημερινή (29-10-2012) αλλά και η μελλοντική «νομιμότητα» της κυρίαρχης κοινωνικής βούλησης ασκεί αποσυνθετική επίδραση πάνω στην «ηθική δύναμη του Λαού», ότι ναρκοθετεί και καταστρέφει το «ελεύθερο φρόνημα του Λαού» κι’ ότι, μ’ αυτόν τον τρόπο ανοίγει διάπλατα τον δρόμο για την εγκαθίδρυση της απροκάλυπτης πλέον τυραννίας στο κοινωνικό και πολιτικό προσκήνιο, καλά θα κάνουν να μη λησμονούν ότι: σε τέτοιες καταστάσεις, η εξέγερση, η Επανάσταση, δεν «είναι ΚΑΤΑΡΑ, αλλά ΕΥΛΟΓΙΑ» ακόμη και για ένα συντηρητικό Γερμανό αριστοκράτη του 19ου αιώνα, πούχε την τόλμη να διαβάζει εντίμως τα γεγονότα· ότι, τέλος, ΟΤΑΝ ΔΙΨΑΣΕΙ Η ΨΥΧΗ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΙΕΙ ΚΙ’ ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΙ! (Βίκτωρ Ουγκώ: Ρουΐ Μπλας, εκδόσεις Δημητράκου, αναφέρεται στο πιο πάνω έργο του Προσπέρ-Ολιβιέ Λισανγκαρέ, σελ. 18).
Άρθρο ειδικού συνεργάτη μας
29-10-2012



