Χωρίς ενδιάμεσες λύσεις - Άγρια λιτότητα τύπου Ιρλανδίας και εξαθλίωση της εργατική τάξης ή ανατροπή

Χωρίς ενδιάμεσες λύσεις - Άγρια λιτότητα τύπου Ιρλανδίας και εξαθλίωση της εργατική τάξης ή ανατροπή


Πάγκαλος και Μητσοτάκης εκφράσανε με το γνωστό ωμό τους τρόπο το ουσιαστικό δίλημμα της περιόδου: «Ρήξεις και ανατροπή ή λύσεις τύπου Ιρλανδίας». Η ίδια η αστική τάξη ρίχνει το γάντι, λέγοντας κατάμουτρα στους εργαζόμενους ότι ή θα μπορέσουν να ανατρέψουν την εξουσία του ή ο μόνος δρόμος που τους απομένει είναι η υποταγή στην αστική πολιτική και η μοιρολατρική αποδοχή της εξαθλίωσής τους. Γίνεται φανερό ότι η περίοδος της βολιδοσκόπησης και της προετοιμασίας της κοινής γνώμης τελειώνει και πλέον η κυβέρνηση πρέπει να προχωρήσει με γρήγορα βήματα. Η άγρια λιτότητα που έχουν εξαγγείλει τα αστικά επιτελεία, θα αποκρυσταλλωθεί πλέον σε συγκεκριμένα μέτρα.

Από την προεκλογική περίοδο κιόλας, το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας αποτέλεσε το κεντρικό ζήτημα της επικαιρότητας. Στο διάστημα των λίγων μηνών ζωής της νέας ΠΑΣΟΚικής κυβέρνησης, τα φώτα της δημοσιότητας είναι στραμμένα στις προσπάθειες του οικονομικού επιτελείου να βρει λύσεις και να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Ανάμεσα στα πιθανά σενάρια προβάλει και η περίπτωση της χρεοκοπίας.

Χρεοκοπία μιας χώρας, έχουμε όταν αυτή αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις προς τους πιστωτές της. Αυτό στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι ισοδύναμο με την αδυναμία να συναφθούν νέα δάνεια, δηλαδή με μια ενδεχόμενη αποτυχία να καλυφθεί το ποσό το οποίο ζητά να δανειστεί το ελληνικό κράτος σε μια δεδομένη στιγμή, λόγω έλλειψης κεφαλαιούχων που προσφέρονται να δανείσουν τα κεφάλαιά τους. Από εκεί πηγάζει και η συνεχής άνοδος των επιτοκίων δανεισμού (των spreads), από την πίεση δηλαδή των αγορών προς το ελληνικό κράτος για καλύτερα επιτόκια και μεγαλύτερα κέρδη, αλλά και από τις πιεστικές δανειακές ανάγκες του ελληνικού κράτους.

Η σύμπτωση παραγόντων όπως η ένταξη στην ευρωζώνη, η συνθήκη του Μάαστριχτ, η όξυνση της οικονομικής κρίσης, η υπερχρέωση του ελληνικού δημοσίου (με το συνολικό-δυνητικό δημόσιο χρέος να προσεγγίζει τα 900 δις. ευρώ), η σαφής ανοδική τάση των επιτοκίων δανεισμού, η μείωση και η προείσπραξη κατά το παρελθόν των κοινοτικών επιδοτήσεων, οδηγούν τη χώρα στον καθορισμό της δημοσιονομικής και μισθολογικής πολιτικής της από τους κεφαλαιοκράτες - πιστωτές της.

Η εξοικονόμηση κρατικών πόρων σημαίνει αναγκαστικά επίθεση στους εργαζόμενους – μισθωτούς και στα μεσαία στρώματα. Οι εξαγγελίες για φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου είναι κενές περιεχομένου καθώς τα φορολογικά προνόμια του μεγάλου κεφαλαίου είναι συνταγματικά κατοχυρωμένα. Η πολιτική της λιτότητας εκφράζεται και μέσω του προϋπολογισμού. Εκεί περικόπτονται αγρίως οι κοινωνικές δαπάνες, αλλά δεν αμφισβητούνται ούτε στο ελάχιστο οι ενισχύσεις προς τους καπιταλιστές. Στην κατεύθυνση αυτή βοηθάει αποφασιστικά και η Ε.Ε. με τα κοινοτικά πλαίσια στήριξης, οι πόροι των οποίων δεν αποτελούν τσάμπα χρήμα που μοιράζεται αφειδώς – σύμφωνα με τις αυταπάτες που καλλιεργούν τα ΜΜΕ – αλλά κατευθύνονται στοχευμένα σε συγκεκριμένες δραστηριότητες, ενισχύοντας επιχειρηματικές δράσεις και έργα υποδομής και δεσμεύοντας κρατικούς πόρους στα πλαίσια της συγχρηματοδότησης.

Έτσι, το δίλημμα σε σχέση με το χρέος γίνεται ξεκάθαρο: το χρέος είτε θα πληρωθεί από την εργατική τάξη και τα εργαζόμενα στρώματα είτε οι κεφαλαιοκράτες – δανειστές θα χάσουν τα κεφάλαιά τους. Το γενικό σύνθημα «Να πληρώσουν την κρίση οι καπιταλιστές», γίνεται έτσι πολύ συγκεκριμένο: το χρέος να διαγραφεί, να χάσουν οι κεφαλαιοκράτες κομμάτι από τον πλούτο τους, αντί να βυθιστεί η εργατική τάξη στην εξαθλίωση.

Όπως διαμορφώνεται η πολιτική κατάσταση, δεν χωράνε ενδιάμεσες λύσεις με την έννοια ότι δεν μπορούν να υπάρξουν πιο ήπιες πολιτικές, ούτε η αστική τάξη έχει περιθώρια για ελιγμούς. Η πολιτική πάλη της εργατικής τάξης έχει δύο δρόμους να ακολουθήσει. Ο ένας είναι η διεκδίκηση ανούσιων μεταρρυθμίσεων (π.χ. κατάργηση του συμφώνου σταθερότητας). Ο άλλος δρόμος είναι ο επαναστατικός. Η πάλη για στόχους και μεταρρυθμίσεις που προϋποθέτουν τη σοσιαλιστική επανάσταση και υλοποιούνται από το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να έχει αποτελέσματα η συνδικαλιστική πάλη, ότι δεν μπορούν να υπάρξουν επιμέρους νίκες ή κατακτήσεις ή ότι χάνει την αξία του ο οικονομικός αγώνας. Σημαίνει ότι η συνδικαλιστική πάλη διεξάγεται σε ένα συνολικά δυσμενέστερο έδαφος, ότι οι δυσκολίες αυξάνονται και η πάλη ακόμα και για μικρές διεκδικήσεις γίνεται πιο σκληρή και αποκτά σπουδαιότερη σημασία.

Ο προσανατολισμός του εργατικού κινήματος με την ευρεία έννοια στον επαναστατικό δρόμο και – κυρίως – η διαμόρφωση των προϋποθέσεων ώστε η πολιτικά, ιδεολογικά και οργανωτικά ανέτοιμη εργατική τάξη να τον φτάσει μέχρι το τέλος, είναι το βασικό καθήκον των κομμουνιστών. Σε αυτόν το στόχο μπορούν και πρέπει να ενωθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι κομμουνιστές, όσο το δυνατόν ευρύτερες επαναστατικές δυνάμεις.