Η μετεκλογική πολιτική κατάσταση - Αποσπάσματα από την απόφαση της Π.Ε.
Η μετεκλογική πολιτική κατάσταση - Αποσπάσματα από την απόφαση της Π.Ε.
Η κυβερνητική εναλλαγή επιδιώχθηκε από την αστική τάξη με κύριο στόχο να ενισχυθεί η προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης. H αντικατάσταση της φθαρμένης κυβέρνησης Καραμανλή προσφέρει πολύτιμο χρόνο στην αστική τάξη – την «περίοδο χάριτος» της νέας κυβέρνησης. Όπως φαίνεται από τις λίγες εβδομάδες που έχουν περάσει από τις εκλογές, η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ απολαμβάνει την αμέριστη υποστήριξη όλων των μερίδων της αστικής τάξης.
Οι στόχοι της αστικής τάξης σε αυτήν τη φάση είναι:
α. Η αντιμετώπιση της κρίσης. Η πρώτη κατεύθυνση γι’ αυτό είναι να μεταφερθεί το κόστος της κρίσης στην εργατική τάξη και τα μισθωτά μεσαία στρώματα. Πέρα δηλαδή, από το άμεσο κόστος που θα πληρώσει η εργατική τάξη με την ανεργία, να αξιοποιηθεί η κρίση για την επιβολή αναγκαίων για την ανταγωνιστικότητα της χώρας μέτρων, που θα περιορίσουν κι άλλο το εργατικό κόστος (π.χ. ασφαλιστικά δικαιώματα, συμβάσεις). Παράλληλα, να αμβλυνθούν οι πιο ακραίες κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης μέσω κρατικών δαπανών που θα κατευθυνθούν στα πιο φτωχά στρώματα, αλλά και με παραχώρηση ελάχιστου μέρους των κερδών (π.χ. μέτρα για δανειολήπτες). Δεύτερη κατεύθυνση για την αντιμετώπιση της κρίσης είναι η τόνωση της ανάπτυξης με μεγάλα έργα
β. Να ελεγχθεί το πρόβλημα του δημόσιου χρέους, με μέτρα που κυρίως θα περιλαμβάνουν περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες
γ. Η αναστήλωση του κύρους του πολιτικού συστήματος και η διαμόρφωση κλίματος συναίνεσης
δ. Να κλείσουν τα ανοιχτά «εθνικά ζητήματα»
Οι μέχρι τώρα κινήσεις της κυβέρνησης, δείχνουν ότι: διατηρεί αυτούσιους τους αντεργατικούς νόμους που ψηφίστηκαν από την προηγούμενη κυβέρνηση, καταφέρνει να κερδίσει παράταση από την Ε.Ε. για το χρόνο μείωσης του ελλείμματος, ώστε να έχει περισσότερες δυνατότητες και χρόνο για να διαχειριστεί το δημοσιονομικό πρόβλημα, προσπαθεί να κλείσει γρήγορα τα μέτωπα που βρήκε ανοιχτά (ΟΛΠ, Σκαραμαγκάς), επιδιώκει να διατηρήσει και να διευρύνει το επικοινωνιακό πλεονέκτημα που έχει με ανέξοδες κινήσεις και με τη βοήθεια των ΜΜΕ, στρέφει το ενδιαφέρον σε ζητήματα που βοηθάνε τη σφυρηλάτηση της «εθνικής ενότητας» (π.χ. τρομοκρατία, δημόσια τάξη, εξωτερική πολιτική), ενώ τα θέματα της οικονομίας κρατιούνται σε δεύτερο πλάνο με μοναδική εξαίρεση την απόλυση των συμβασιούχων του Stage.
Βρισκόμαστε ακόμα στη φάση του βαθέματος της κρίσης. Το ψηλό δημόσιο χρέος και η αύξηση των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού λόγω κρίσης, περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα κρατικής παρέμβασης στην οικονομία είτε για τόνωση της ανάπτυξης και της ζήτησης είτε για άμβλυνση των κοινωνικών επιπτώσεων της καπιταλιστικής κρίσης. Η αστική τάξη καλείται να διαχειριστεί αυτά τα προβλήματα με φθαρμένο πολιτικό σύστημα και μοναδικό «εθνικό όραμα» την «πράσινη ανάπτυξη».
Σε αυτές τις συνθήκες, αποκτά τεράστια σημασία ο παράγοντας χρόνος. Οι καπιταλιστές ελπίζουν σε γρήγορη ανάκαμψη και σχεδιάζουν με βάση αυτήν την προσδοκία. Έτσι, το πλέον κρίσιμο ζήτημα είναι η διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης. Το τωρινό κυβερνητικό κόμμα είναι το πλέον κατάλληλο γι’ αυτό το δύσκολο έργο. Είναι το κόμμα που έχει τη μεγαλύτερη επιρροή στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και γι’ αυτό μπορεί να επιδράσει αποτελεσματικά στην κατεύθυνση της συγκράτησης των διεκδικήσεων.
Ωστόσο, η κατάσταση είναι εξαιρετικά εύθραυστη, καθώς οι αντιφάσεις του συστήματος εμφανίζονται με μεγαλύτερη ένταση. Για παράδειγμα, ενώ ο ενδοαστικός ανταγωνισμός οξύνεται – όπως συμβαίνει σε περιόδους κρίσης - ταυτόχρονα όλες οι μερίδες της αστικής τάξης είναι υποχρεωμένες να συντονίσουν το βηματισμό τους για την αντιμετώπιση του εργατικού κινήματος και για τη στήριξη του πολιτικού συστήματος και της κυβέρνησης. Η όξυνση των αντιφάσεων του συστήματος αυτήν την περίοδο, μπορεί να οδηγήσει σε απότομες αλλαγές της κατάστασης και η περίοδος χάριτος που απολαμβάνει τώρα η κυβέρνηση, μπορεί να αποδειχθεί πολύ συντομότερη απ’ ότι φαίνεται.
Ακόμα όμως κι αν οι προσπάθειες της αστικής τάξης και της κυβέρνησής της στεφθούν με επιτυχία σε αυτήν τη φάση, τα ίδια ζητήματα μπορούν να επανέλθουν με ακόμα μεγαλύτερη δριμύτητα τα επόμενα 1 με 2 χρόνια. Η εξέλιξη της οικονομίας, για την οποία πολλοί οικονομολόγοι εκτιμάνε ότι θα βυθιστεί εκ νέου μετά από μια πρώτη ανάκαμψη, καθώς και το αδύνατο να λυθεί ζήτημα του δημόσιου χρέους θα επαναφέρουν στο προσκήνιο τα ίδια προβλήματα, τα οποία θα κληθεί τότε να τα αντιμετωπίσει μια κυβέρνηση που θα έχει υποστεί τη – μικρότερη ή μεγαλύτερη -φθορά της εξουσίας.
Σημαντικό στοιχείο που βοηθάει τους καπιταλιστές στις δύσκολες φάσεις και εμπλουτίζει τη γκάμα των επιλογών τους, είναι η απουσία επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος. Ένα τέτοιο κόμμα θα μπορούσε να θέσει το ζήτημα της ταξικής εξουσίας με μαζικό τρόπο, καθιστώντας το κεντρικό πολιτικό ζήτημα και να σχεδιάσει την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη. Το αστικό πολιτικό σύστημα θα σαπίζει και θα βυθίζεται σε όλο και βαθύτερη κρίση μέχρι να δράσει ο παράγοντας που θα δώσει οριστική λύση στο πρόβλημα: η εργατική τάξη.
Η προσπάθεια να καλυφθεί αυτό το μεγάλο κενό, σε όλα τα επίπεδα, πρέπει να χαρακτηρίσει τη δράση μας σε αυτήν τη φάση. Να αναδείξουμε τα εργατικά αιτήματα, να πιέσουμε για να μην υπάρξει καμία υποχώρηση και καμία έκπτωση στις διεκδικήσεις στο όνομα της κρίσης, να επιμείνουμε στον προσανατολισμό μας στην εργατική τάξη – τη μόνη τάξη που μπορεί να απελευθερώσει την κοινωνία -, να δράσουμε ενιαιομετωπικά στο εργατικό κίνημα παλεύοντας να στρέψουμε τους αγώνες ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα. Παραπέρα, να αναδείξουμε πλατιά τη δικιά μας πρόταση για την οργάνωση της κοινωνίας και την αναγκαιότητα της πάλης για την εργατική τάξη και το σοσιαλισμό – κομμουνισμό.
Η οργάνωση της αγωνιστικής απάντησης της εργατικής τάξης είναι το ζήτημα που τίθεται άμεσα. Η εργατική τάξη πρέπει να θέσει ανυποχώρητα τα αιτήματα της, να μην υποχωρήσει σε κανένα από τα ανοιχτά μέτωπα με το κεφάλαιο. Αντιπαρερχόμενες τον κατακερματισμό και τις διασπαστικές πρακτικές, υπηρετώντας την τακτική του ενιαίου εργατικού μετώπου πάλης, οι επαναστατικές δυνάμεις πρέπει να μετρήσουν αποτελέσματα στην υποχώρηση της αστικής επιρροής στα συνδικάτα, στη φθορά της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, στην οργάνωση αντιστάσεων και αγώνων. Οι δικές μας δυνάμεις στο συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να πρωτοστατήσουν σε μια τέτοια προσπάθεια.
Η απουσία της επαναστατικής προοπτικής από τους αγώνες της εργατικής τάξης και η απουσία ενός κομμουνιστικού κόμματος που θα προσανατολίσει την εργατική τάξη και το κίνημα της σ’ αυτήν την προοπτική είναι το βασικό πρόβλημα της εποχής, όπως έχουμε κατ’ επανάληψη επισημάνει. Η κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ θέλει με την ύπαρξη, τις θέσεις και τη δράση της να σηματοδοτήσει και να συμβάλλει στην κατεύθυνση ανασύνταξης του κομμουνιστικού κινήματος και συγκρότησης κομμουνιστικού κόμματος, παλεύοντας στο σήμερα για βήματα σ’ αυτή την κατεύθυνση, για την ενότητα των κομμουνιστών. Με αυτό στον πυρήνα, η οργάνωση πρέπει να οργανώσει μια πολύμορφη πολιτική εξόρμηση για τη διάδοση των θέσεων της, τη διεύρυνση της επιρροής της, το δυνάμωμα των γραμμών της.
