Η Λενινιστική Αντίληψη για την Αυτοδιάθεση των Εθνών (μέρος 'β)

Διάλογος

 

Η Λενινιστική Αντίληψη για την Αυτοδιάθεση των Εθνών και η Επαναστατική Στάση Απέναντι στις Εξελίξεις στα Βαλκάνια


(μέρος 'β) η στάση της κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ στα "Εθνικά Ζητήματα"

για το μέρος 'α πατήστε εδώ

για την απάντηση της κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ πατήστε εδώ



i) Κόσοβο

Μετά τον τερματισμό του ιμπεριαλιστικού πολέμου και των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ στη Σερβία τίποτε δεν θύμιζε την ενιαία Γιουγκοσλαβία του παρελθόντος. Η βρώμικη ανάμειξη των ιμπεριαλιστών στη Γιουγκοσλαβία ήταν πολυδιάστατη, όπως στην δημιουργία και χρηματοδότηση του UCK, του αντάρτικου απελευθερωτικού στρατού των Αλβανών του Κόσοβου. Το 1999 το Κόσοβο τίθεται υπό την προσωρινή διοίκηση του ΟΗΕ και την στρατιωτική προστασία του ΝΑΤΟ. Μετά από 9 χρόνια, το Φεβρουάριο του 2008, το Κόσοβο ανακοινώνει μονομερώς την ανεξαρτησία του, και ένας γύρος έντονου διπλωματικού παρασκηνίου με πολλές προεκτάσεις αρχίζει να ξετυλίγεται. Η ανεξαρτησία του Κόσοβου αναγνωρίζεται αμέσως από τις ΗΠΑ και τις Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, ενώ η Σερβία προσφεύγει στον ΟΗΕ για τη μη αναγνώριση του νέου κράτους. Αντίθετα, χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα θεωρούν την απόσχισή του παράνομη. Σχεδόν ταυτόχρονα, η Ελλάδα -συντασσόμενη με τη Ρωσία- αποτρέπει την είσοδο στο ΝΑΤΟ της ΠΓΔΜ. Λίγο αργότερα η επέμβαση στη Ν. Οσετία έρχεται να συμπληρώσει το παζλ των άγριων ενδοιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στην περιοχή.


Σε αυτό το πλαίσιο, οι αντιδράσεις της Αριστεράς στην Ελλάδα ως προς την «ανεξαρτητοποίηση» του Κόσοβου ήταν λίγο πολύ οι αναμενόμενες. Χαρακτηριστική κίνηση της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς ήταν η διοργάνωση πορείας διαμαρτυρίας με πολιτικό αίτημα να μην αναγνωριστεί το νέο προτεκτοράτο, καθώς αποτελούσε έναν κρίκο σε μια μακρά αλυσίδα ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στην περιοχή. Όπως, ίσως, δεν ήταν αναμενόμενο, η δική μας οργάνωση διαχωρίστηκε από την υπόλοιπη Αριστερά. Δεν συμμετείχε στην πορεία, διαφωνώντας με το αίτημα της μη αναγνώρισης του Κόσοβου, ενώ πέρα από γενικόλογες διαπιστώσεις δεν καταφέραμε να βάλουμε ούτε ένα ζήτημα πολιτικής γραμμής ή στόχων που πρέπει να παλέψει η εργατική τάξη πάνω στο ζήτημα του Κόσοβου. Καλυπτόμενοι, ίσως, πίσω από την «αποφυγή του πρακτικισμού», και αποφεύγοντας να πάρουμε μια συγκεκριμένη απόφαση, αυτό που «πρακτικά» καταφέραμε ήταν να υποστηρίξουμε την αναγνώριση του Κόσοβου, καθώς και μια απόφαση η οποία, αδυνατώντας να συγκεκριμενοποιήσει την ανάλυσή της, ουσιαστικά στήριζε κάθε αίτημα για αυτοδιάθεση από όπου και αν προέρχεται.


Αν η όλη υπόθεση ήταν μόνο ένα ζήτημα Σέρβων-Κοσοβάρων θα ήταν πολύ απλούστερο το ζήτημα, δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε όχι μόνο την ανάμειξη του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, αλλά ίσα-ίσα την πραγματικότητα ότι το κράτος-προτεκτοράτο που δημιουργείται καθόλου δεν ικανοποιεί το αίτημα για αυτοδιάθεση του Κόσοβου. Δεν τίθεται καν ζήτημα αυτοδιάθεσης του Κόσοβου, όχι μόνο επειδή η απόσχιση αυτή έγινε δυνατή κατόπιν ΝΑΤΟϊκών βομβαρδισμών, αλλά επιπλέον επειδή δεν έχουμε καν το σχηματισμό ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους. Οι συνοριακές γραμμές του Κόσοβου φυλάσσονται από Αμερικάνους, οι διαδηλώσεις των Σέρβων του Κόσοβου αντιμετωπίζονται με απαγόρευση και βίαιη καταστολή από Αμερικάνους στρατιώτες που έχουν αναλάβει την αστυνόμευση του προτεκτοράτου, οι Σέρβοι αποτελούν μια πολύ ισχυρή και καταπιεζόμενη μειονότητα μέσα στο ίδιο το Κόσοβο κ.ο.κ. Τέλος, στο Κόσοβο δεν είχαμε κανένα αστικοδημοκρατικό εθνικό κίνημα, είχαμε αντίθετα ένα άκρως εθνικιστικό κίνημα που έκανε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κάτω από ένα κεντρικό σχεδιασμό τρομοκράτησης και εκδίωξης του σέρβικου πληθυσμού. Ο UCK, ο απελευθερωτικός στρατός του Κόσοβου, άμεσα χρηματοδοτούμενος και λογοδοτώντας απευθείας στις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, ήταν το δεξί χέρι των Αμερικανών στην περιοχή, ενώ από τις τάξεις του προήλθε και ο σημερινός πρόεδρος του προτεκτοράτου του Κόσοβου.


Εμείς ξεχάσαμε ότι «αν δεν θέλουμε να προδώσουμε το σοσιαλισμό πρέπει να υποστηρίζουμε κάθε εξέγερση ενάντια στον κύριο εχθρό μας, την αστική τάξη των μεγάλων κρατών , αν η εξέγερση αυτή δεν είναι εξέγερση της αντιδραστικής τάξης» (Τα Αποτελέσματα της Συζήτησης για την Αυτοδιάθεση, Άπαντα Λένιν, τ. 30, σελ. 30). Επομένως το κύριο καθήκον που μπαίνει άμεσα δεν είναι η «αυτοδιάθεση» του Κόσοβου, που ισοδυναμεί με υποταγή του στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, αλλά η εξέγερση του Κόσοβου ενάντια στην μετατροπή του σε προτεκτοράτο, και όλης της περιοχής ενάντια στον ιμπεριαλισμό! Ούτως ώστε το προλεταριάτο το οποίο «σήμερα θα υποστηρίξει την εξέγερση» του προτεκτοράτου θα «επιτεθεί αύριο ταυτόχρονα ενάντια στην αστική τάξη της ‘μεγάλης’ Δύναμης που αδυνατίζει με αυτήν την εξέγερση» (ο.π.).


Γράφουμε «ξεχάσαμε» γιατί κάποτε τα πράγματα ήταν πιο ξεκάθαρα στην οργάνωσή μας. Ας θυμηθούμε π.χ. ότι πολύ σωστά στο ζήτημα της Τσετσενίας διαπιστωνόταν από την Αριστερή Ανασύνταξη ότι «αν δεχτούμε το δικαίωμα αυτοδιάθεσης μέχρις αποχωρισμού σημαίνει τάχα ότι πρέπει οπωσδήποτε να υποστηρίξουμε το αστικό, αντιδραστικό και φιλοιμπεριαλιστικό κίνημα απόσχισης στο όνομα του απελευθερωτικού αγώνα;» [6, σελ. 32]. Φυσικά αυτό δεν σήμαινε ότι απεμπολούμε το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του τσετσένικου λαού, και ότι στην περίπτωση που υπήρχε ένα γνήσιο λαϊκό απελευθερωτικό κίνημα, που να προωθεί τα συμφέροντα του τσετσένικου και του παγκόσμιου προλεταριάτου, θα υποστηρίζαμε φυσικά και τον αγώνα για εθνική απελευθέρωση. Αλλά «με το να χαρακτηρίζεις εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα την αποσχιστική πρακτική της τσετσένικης αστικής τάξης, τάσσεσαι αντικειμενικά με τον τσετσένικο εθνικισμό, τον στηρίζεις και δικαιολογείς τη στήριξη που του παρέχει ο δυτικός και ιδίως ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός» [6, σελ. 37]. Αναγνώριση του δικαιώματος του λαού δεν σημαίνει αναγνώριση του δικαιώματος των σφαγέων να οργιάζουν στις πλάτες του λαού! Αυτό ήταν ξεκάθαρο στην Τσετσενία, αλλά με την πάροδο του χρόνου το τοπίο θόλωσε και για κάποιο λόγο δεν είναι πλέον τόσο ξεκάθαρο στο Κόσοβο.


Παραμένοντας πιστοί στο τρίπτυχο «Πλήρης ισοτιμία των εθνών, δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών, συγχώνευση των εργατών όλων των εθνών» (Για το Δικαίωμα Αυτοδιάθεσης των Εθνών, Άπαντα Λένιν, τ. 25, σελ. 320), δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι στην περίπτωση του Κόσοβου λείπει και το πρώτο και το δεύτερο και το τρίτο στοιχείο. Δεν μπορούμε παρά να προπαγανδίζουμε και να αγωνιζόμαστε ενάντια στην «ανεξαρτητοποίηση» του Κόσοβου, που στην πραγματικότητα είναι επισημοποίηση του προτεκτοράτου, και συνεπώς ενάντια στην αναγνώριση αυτού του προτεκτοράτου. Με τον τρόπο αυτό δεν διαλέγουμε ιμπεριαλιστή, παρά υπερασπιζόμαστε ακριβώς τη διεθνιστική αντίληψη που πρέπει να έχει το προλεταριάτο στην πορεία του για την ανατροπή του καπιταλισμού.


ii) ΠΓΔΜ

Η μη αναγνώριση κανενός προνομίου σε κανένα έθνος καθοδήγησε στο παρελθόν την οργάνωσή μας και στο ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ. Από τις εποχές του εθνικιστικού παραληρήματος των αρχών της δεκαετίας του ’90 μέχρι πρόσφατα, η οργάνωσή μας τήρησε μια συνεπή στάση, από την σκοπιά της πλήρους ισοτιμίας των εθνών, της υπεράσπισης των συμφερόντων της εργατικής τάξης σε όποια χώρα κι αν αυτή ανήκει, με βάση την αρχή της αυτοδιάθεσης του προλεταριάτου και το σύνθημα της δημιουργίας και ενίσχυσης κοινών οργανώσεων. Για μια εμπεριστατωμένη ανάλυση του Μακεδονικού ζητήματος ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης παραπέμπεται στο άρθρο «Το Μακεδονικό» του σ. Κ. Μπατίκα στο τ. 2 της Αριστερής Ανασύνταξης. Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι το ζήτημα της ονομασίας του γειτονικού κράτους έχει αναχθεί σε ζήτημα πρώτης γραμμής, και ότι κι εμείς επίσης είμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε σαφή θέση πάνω στο ζήτημα.


Όπως αναφερόταν στο παραπάνω άρθρο, τόσο η ελληνική όσο και η αστική τάξη των Σκοπίων, με την πολιτική τους εξυπηρετούν αντικειμενικά τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα και αν δεν εμποδιστούν από το εργατικό κίνημα μπορεί να σπρώξουν τους λαούς της περιοχής σε τραγικές περιπέτειες [7]*. Τον μεγαλοϊδεατισμό και τα ιδεολογήματα περί μοναδικής κληρονόμου της μακεδονικής παράδοσης του Μεγάλου Αλεξάνδρου δεν τα απεμπόλησε καμία αστική τάξη, ούτε τον ισχυρισμό ότι η Μακεδονία είναι αποκλειστικά δική της. Φυσικά, η Μακεδονία είναι ελληνική άλλο τόσο όσο είναι και σέρβικη, σλαβομακεδονική και βουλγάρικη, και καμία χώρα δεν έχει το δικαίωμα να απαιτεί από τους γείτονές της να μην περιέχεται ο όρος Μακεδονία και τα παράγωγά του στην ονομασία τους!


Σε αυτό το πνεύμα, «οι ιθύνοντες των Σκοπίων δεν σταμάτησαν μόνο σε φραστικές διεκδικήσεις της αρχαιομακεδονικής κληρονομιάς, αλλά αμέσως μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας προίκισαν το κρατίδιό τους με τα σύμβολα των αρχαίων Μακεδόνων και κάνουν λόγο για τους «αλύτρωτους αδελφούς τους στα παράλια του Αιγαίου» ενώ «τα αλυτρωτικά τους συνθήματα τα συμπεριέλαβαν στο Σύνταγμά τους υποχρεώνοντας τους υπηκόους τους να ζουν με το μεγαλοϊδεατικό όνειρο της Μεγάλης Μακεδονίας» [7, σελ. 64]. Αν κανείς αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν ένα τόσο μικρό κράτος να τα βάζει με τόσο θράσος με τον ελληνικό ιμπεριαλισμό, είναι καλό να θυμόμαστε ότι «τη θρασύτητά τους οι ιθύνοντες των Σκοπίων την αντλούν κατευθείαν από τον ιμπεριαλισμό», ότι δηλαδή χωρίς τις «πλάτες» του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού οι ιθύνοντες των Σκοπίων δεν θα τολμούσαν να προβάλλουν διεκδικήσεις όπως «την απελευθέρωση των αδελφών του που ζουν στα παράλια του Αιγαίου»!!! Όπως πολύ σωστά επισημαίνεται, «πίσω από τις εκδόσεις Χαρτών της Μεγάλης Μακεδονίας δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς τη σφραγίδα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και των μυστικών του υπηρεσιών» [7, σελ. 65].


Επίσης, στο [7] αναφέρονται τα αντίστοιχα επιχειρήματα για την μεγαλοϊδεατική στάση της ελληνικής αστικής τάξης. Όπως φαίνεται, στο τ. 2 της ΑΑ υπήρχε μια ισορροπημένη στάση, με κριτήριο να μην αναγνωριστεί κανένα προνόμιο σε κανένα έθνος. Μάλιστα, για το ζήτημα του ονόματος αναφερόταν χαρακτηριστικά ότι «το κράτος των Σκοπίων είναι η Μακεδονία του Βαρδάρη ή η Σλαβομακεδονία ή η Νέα Μακεδονία. Αυτές οι ονομασίες αποδίδουν την ιστορική πραγματικότητα». Η στάση λοιπόν της οργάνωσής μας τότε ήταν αυτή, δεν αναγνώριζε κανένα προνόμιο σε κανένα έθνος, και για αυτό εγγυόταν την υπέρβαση της εθνικιστικής υστερίας, ώστε να γίνει δυνατή η συναδέλφωση των εργατών των δύο χωρών και η ένωσή τους σε κοινές οργανώσεις.


Σήμερα, όμως, αυτό έχει αλλάξει. Αυτό που προτείνεται πλέον είναι η ονομασία του γειτονικού κράτους με το όνομα Μακεδονία «σκέτα» [8]. Για να στηριχτεί αυτή η νέα θέση, έχει αναπτυχθεί μάλιστα μια παραφιλολογία επιχειρημάτων, που λίγο πολύ προσπαθούν να υποβαθμίσουν το όλο ζήτημα. Από τη μια αναφέρεται ότι εφόσον υπάρχει μακεδονική εθνότητα τότε πρέπει να έχει το δικαίωμα να ονομάζει το κράτος της «Μακεδονία», από την άλλη συχνά-πυκνά αναφέρεται ότι το ζήτημα του ονόματος δεν είναι πια και τόσο σημαντικό.


Υπάρχει όμως μακεδονική εθνότητα; Στο [7] γίνεται λόγος και αναδεικνύεται παραστατικά η ιστορική διαδικασία εμφάνισης και διαμόρφωσης της σλαβομακεδονικής εθνότητας, ενώ η μακεδονική εθνότητα θεωρείται αποκύημα της φαντασίας. «Κάθε συζήτηση για την ύπαρξη μακεδονικού έθνους είναι χωρίς νόημα. Το σωστό είναι ότι υπήρξε και υπάρχει σλαβομακεδονική εθνότητα. Οι εθνότητες και τα έθνη σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να κατασκευαστούν» [7, σελ. 76]. Ταυτόχρονα, εννοείται ότι «κανένας άνθρωπος με στοιχειώδη λογική δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ύπαρξη σλαβομακεδονικής εθνότητας στα Βαλκάνια» [7, σελ. 77].


Όσον αφορά το ζήτημα του ονόματος, πράγματι δεν είναι το βασικό επίδικο. Αυτό όμως σημαίνει ότι το όνομα δεν είναι σημαντικό; Η απάντηση είναι ότι «το όνομα δεν είναι καθόλου άνευ σημασίας με τους υπάρχοντες παγκόσμιους συσχετισμούς» [7]. Για αυτό πρέπει να προκρίνονται «ονομασίες που να αποφεύγονται οι παρεξηγήσεις και να αποκλείεται το ενδεχόμενο και κάθε δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν μελλοντικά για νέες αναστατώσεις και αναταραχές στα Βαλκάνια» [7, σελ. 80], κάτι που στις μέρες μας φαντάζει πλέον προφητικό μετά και τα γεγονότα στον Καύκασο και στο Κόσοβο! Για αυτό στο [7] προτείνονται ονόματα όπως Μακεδονία του Βαρδάρη, Σλαβομακεδονία ή Νέα Μακεδονία. Τώρα γιατί μετά από λίγα χρόνια το όνομα πια δεν είναι σημαντικό, ή γιατί δεν ενδιαφερόμαστε να μην προκληθούν μελλοντικά νέες αναστατώσεις, αυτό είναι ένα καλό ερώτημα.


Εξετάζοντας προσεκτικά τη θέση της οργάνωσής μας για το ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και λαμβάνοντας υπόψιν όλη την αρθρογραφία της γύρω από το θέμα αναρωτιόμαστε για ποιο λόγο η εμπεριστατωμένη ανάλυση στο [7] κατέληξε σε αφηρημένες και έωλες διαπιστώσεις στο [8]. Πράγματι, στο τ. 28 της ΑΑ απουσιάζει εντελώς η ιστορική ανάλυση του τ. 2, και αυθαίρετα προκύπτει ότι υπάρχει ένας «μακεδονικός λαός», «ένας λαός με αρκετούς εθνικοεπαναστατικούς αγώνες» (μέχρι τώρα γνωρίζαμε τους εθνικοαπελευθερωτικούς, τώρα πρέπει να μάθουμε και τους εθνικοεπαναστατικούς), «ένα υπό διαμόρφωση έθνος που ονόμαζε τον εαυτό του μακεδονικό» [8, σελ. 28]. Με τον τρόπο αυτό ουσιαστικά εφευρίσκεται μια «μακεδονική» εθνότητα [ο.π.], η οποία χαρακτηριζόταν ανύπαρκτη στο [7]. Επιπλέον, στο φύλλο του Φλεβάρη 2008 της εφημερίδας μας «Εργατική Πολιτική», το διπλανό κράτος αναφέρεται ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας», όπως δηλαδή αναφέρεται στο ίδιο Σύνταγμα το οποίο στο [7] αναφερόταν ότι εξάπτει τον μεγαλοϊδεατισμό και αποτελεί αιχμή του δόρατος των αμερικάνικων μυστικών υπηρεσιών! Το λυπηρό είναι ότι η εφημερίδα μας δεν σπεύδει να αναγνωρίζει κάποιο αίτημα του λαϊκού ή του εργατικού κινήματος της διπλανής χώρας, αλλά υιοθετεί την στάση της αστικής τάξης των Σκοπίων.


Εμείς επιμένουμε στην αντιπαράθεση με την ελληνική και την σλαβομακεδονική αστική τάξη, στην αντιπαράθεση με κάθε εθνικιστική φωνή από όπου κι αν προέρχεται, με στόχο την κοινή πάλη των εργατικών τάξεων των δύο χωρών, μακριά τόσο από αποκλειστικότητες του όρου Μακεδονία όσο και από αλυτρωτικές βλέψεις που τροφοδοτούνται από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, μακριά από κάθε προνόμιο είτε του ενός είτε του άλλου έθνους. Γιατί μόνο νικώντας τον εθνικισμό και στα δύο μέρη θα έρθει κοντύτερα η εργατική τάξη των δυο χωρών.



Η επόμενη μέρα


Με βάση την παραπάνω ανάλυση, και στο φόντο της κρίσης του καπιταλισμού που αναμένεται να τροφοδοτήσει νέες εθνικιστικές εξάρσεις στην περιοχή, πιστεύουμε ότι για να αποκρουστεί η επίθεση των ιμπεριαλιστών πρέπει η εργατική τάξη, το εργατικό κίνημα και οι κομμουνιστές των βαλκανικών χωρών όχι μόνο να ενισχύσουν τις δυνάμεις τους, αλλά επίσης να αποκτήσουν στέρεους δεσμούς, ιδεολογικούς, πολιτικούς και οργανωτικούς, να ενισχύσουν τους δεσμούς αυτούς και να εργαστούν από κοινού για την ανατροπή του καπιταλισμού και τη δικτατορία του προλεταριάτου, η οποία είναι και η μόνη λύση για μόνιμη ειρήνη στην περιοχή. Χωρίς κοινές εργατικές οργανώσεις δεν μπορεί να υπάρχει αυτοδιάθεση του προλεταριάτου, και χωρίς αυτοδιάθεση του προλεταριάτου δεν μπορεί να υπάρχει δικτατορία του προλεταριάτου. Εκτός αυτού, πρέπει να αναγνωρίσουμε και να εκτιμήσουμε την επίδραση της κρίσης υπερσυσσώρευσης στην δημιουργία νέων εστιών πολέμου και νέων προτεκτοράτων, προσαρτήσεων κλπ. Όλα τα κομμάτια της πίτας είναι κατοχυρωμένα και η μόνη διέξοδος για κάθε ιμπεριαλιστή είναι να επεκταθεί αποσπώντας τμήματα της σφαίρας επιρροής των υπόλοιπων ιμπεριαλιστών. Η κατάσταση αυτή θα αναγεννά συνεχώς εθνικά και εθνικιστικά κινήματα, με την αθρόα χρηματοδότηση και υποστήριξη των ιμπεριαλιστικών κρατών, όπως έγινε στην περίπτωση των πολύχρωμων επαναστάσεων κλπ. Με βάση αυτήν την πραγματικότητα, οι εξελίξεις στον Καύκασο, τα Βαλκάνια και την Παλαιστίνη εκτιμάται ότι δεν είναι παρά μόνο η αρχή ενός λουτρού αίματος σε παγκόσμιο επίπεδο.


Έτσι, πρέπει να έχουμε ξεκάθαρο ότι αναγνωρίζουμε το δικαίωμα αυτοδιάθεσης κάθε έθνους, χωρίς όρους, επειδή πιστεύουμε ότι και σήμερα η αυτοδιάθεση μπορεί να έχει προωθητικό και προοδευτικό χαρακτήρα. Ωστόσο, επιφυλασσόμαστε να υποστηρίξουμε το κάθε αστικοδημοκρατικό εθνικό κίνημα, κάτι το οποίο πράττουμε μόνο κατά περίπτωση και εφόσον θεωρούμε ότι υποτάσσεται και εξυπηρετεί τα συμφέροντα του προλεταριάτου στην κίνησή του για τη δημιουργία της δικτατορίας του προλεταριάτου και την ιστορική κοινωνική εξέλιξη γενικότερα. Δηλαδή, δεν είναι δυνατόν να απαντήσουμε με ένα απλό «ναι» ή «όχι» στα αιτήματα αυτοδιάθεσης, καθώς δεν είναι δυνατόν να προβλέψουμε από τα πριν τις συνέπειες της εκάστοτε εθνικής διεκδίκησης στον αγώνα του προλεταριάτου. Πρέπει να μελετούμε κάθε περίπτωση ξεχωριστά, υπό το πρίσμα των ιστορικών, οικονομικών και πολιτικών συνθηκών, για να μπορέσουμε να διαμορφώσουμε την πολιτική μας στάση. Διαχωρίζουμε το δικαίωμα αυτοδιάθεσης με το αίτημα ή έμπρακτο αίτημα (κίνημα) αυτοδιάθεσης. Γενικά, όπως αναφέρθηκε, προδικάζουμε ότι σπάνιες θα είναι οι περιπτώσεις που θα προσφέρουμε υποστήριξη σε αστικοδημοκρατικά εθνικά κινήματα.


Όσον αφορά το Κόσοβο, υποστηρίζουμε το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του λαού του Κοσόβου, όπως και κάθε άλλης χώρας. Ωστόσο, διακρίνουμε ανάμεσα στο δικαίωμα αυτό και στην κατάσταση που διαμορφώνεται στην περιοχή. Η δημιουργία προτεκτοράτου καθόλου δεν σημαίνει ικανοποίηση του αιτήματος αυτοδιάθεσης του Κόσοβου, για αυτό τασσόμαστε ενάντια στην αναγνώριση του νέου προτεκτοράτου. Πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι λέμε όχι στην αναγνώριση του προτεκτοράτου αυτού και, ναι, το παλεύουμε και σαν αίτημα πολιτικής διαμαρτυρίας. Η άρνηση αυτή δεν σημαίνει άρνηση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης του Κόσοβου, ούτε και άρνηση του αιτήματος αυτοδιάθεσης του Κόσοβου, αφού δεν θεωρούμε ότι τίθεται θέμα πραγματικής αυτοδιάθεσης. Η εξέταση του αιτήματος αυτοδιάθεσης του Κόσοβου θα γίνει όταν το θέμα αυτό μπει στην ημερήσια διάταξη.


Με το ίδιο σκεπτικό, υποστηρίζουμε το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των Σλαβομακεδόνων και της ΠΓΔΜ. Το όνομα Μακεδονία και τα παράγωγά του δεν είναι ιδιοκτησία κανενός λαού στην περιοχή, ούτε του ελληνικού ούτε του σλαβομακεδονικού. Υποστηρίζουμε μια ονομασία που να αποτυπώνει την ιστορική πραγματικότητα και παράλληλα να δημιουργεί τα λιγότερα προβλήματα για την ανάπτυξη αγωνιστικών δεσμών μεταξύ των εργατικών τάξεων της περιοχής. Με αυτήν την έννοια δεν δεχόμαστε τα προνόμια και τη βία του έθνους που «καταπιέζει» αλλά και δεν δείχνουμε καμία ανοχή στην επιδίωξη προνομίων από μέρους του «καταπιεζόμενου» έθνους. Προσοχή χρειάζεται ότι βάζουμε εισαγωγικά, επειδή η «καταπίεση» είναι κυρίως οικονομική «καταπίεση» και αναφέρεται στον οικονομικό ιμπεριαλισμό της Ελλάδας προς την ΠΓΔΜ. Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζουμε ονόματα όπως Σλαβομακεδονία, Μακεδονία του Βαρδάρη, Βόρεια Μακεδονία κλπ. Προσοχή χρειάζεται στο ότι πρέπει να εξετάσουμε και τα δικαιώματα της αλβανικής μειονότητας στο εσωτερικό της ΠΓΔΜ, η οποία καταπιέζεται εθνικά από την σλαβομακεδονική πλειοψηφία και φαίνεται να έχει τάσεις αποχωρισμού.



Αναφορές

[6] Μπατίκας, Κ., «Η Τσετσενία και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών», Αριστερή Ανασύνταξη, τ. 26, σελ . 27-45

[7] Μπατίκας, Κ., «Το Μακεδονικό», Αριστερή Ανασύνταξη, τ. 2, σελ. 64-80

[8] Μπατίκας, Κ., «Το Μακεδονικό και η ιδιωτεία του ελληνικού εθνικισμού», Αριστερή Ανασύνταξη, τ. 28, σελ . 11-17

[9] Εργατική Πολιτική, Εφημερίδα της Κ.Ο. Ανασύνταξη, Φλεβάρης 2008

[10] Εργατική Πολιτική, Εφημερίδα της Κ.Ο. Ανασύνταξη, Απρίλης 2008

* Σημειωτέον, η αστική τάξη της διπλανής χώρας αναφερόταν στο τ. 2 ως αστική τάξη των Σκοπίων και όχι ως «μακεδονική» αστική τάξη όπως λίγα χρόνια αργότερα στο τ. 28 της Αριστερής Ανασύνταξης.

Αναζήτηση

Γνώμες