Εκλογές επίθεσης στην εργατική τάξη

Εκλογές επίθεσης στην εργατική τάξη


Η ομιλία Καραμανλή στη ΔΕΘ, διαμόρφωσε το κλίμα της προεκλογικής εκστρατείας και περιέγραψε με σαφήνεια την πολιτική που θα ακολουθηθεί από την κυβέρνηση που θα προκύψει στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου. Λιτότητα, αντεργατικές μεταρρυθμίσεις και παραπέρα ξεζούμισμα της εργατικής τάξης είναι οι "υποσχέσεις" της αστικής τάξης και των κομμάτων της. Όλες οι προσπάθειες των αστών, στοχεύουν στην εμπέδωση της αντίληψης ότι δεν μπορεί να υπάρξει διαφορετική πολιτική πέρα από αυτήν που υπηρετεί τα συμφέροντά τους. Προσπαθούν να πείσουν τους εργαζόμενους ότι η λύση των προβλημάτων τους θα είναι εφικτή μετά το ξεπέρασμα της κρίσης.


Η οργανωμένη προσπάθεια να καλλιεργηθεί κλίμα αισιοδοξίας, στοχεύει στη συγκράτηση των διεκδικήσεων της εργατικής τάξης, με δόλωμα τις «καλύτερες μέρες» που έρχονται, καθώς οι κοινωνικές επιπτώσεις της καπιταλιστικής κρίσης αρχίζουν να γίνονται ολοένα και πιο έντονες. Κάποια μικρά δείγματα ανάκαμψης σε επιμέρους κλάδους, υπερπροβάλλονται από τα ΜΜΕ σε μια μάταιη προσπάθεια τόνωσης της αισιοδοξίας και αντιστροφής του κλίματος.


Ωστόσο, όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι η κρίση βαθαίνει. Η τελευταία έκθεση του ΔΝΤ- για μία ακόμη φορά - αναθεωρεί προς τα κάτω τις προηγούμενες προβλέψεις. Στην αναθεωρημένη έκθεση του Ιουλίου το ΔΝΤ προβλέπει συρρίκνωση του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά 1,4 % έναντι 1,3 % που είχε προβλέψει το Μάιο. Στην ίδια έκθεση οι προβλέψεις για το ΑΕΠ των ΗΠΑ είναι -2,6 %, για την Ευρωζώνη -4,8 % και για τη Γερμανία – 6,2 %. Με βάση τα στοιχεία βρισκόμαστε ακόμα στη φάση της κρίσης και δεν έχουμε καν εισέλθει στη φάση της στασιμότητας.


Η διοχέτευση τεράστιου όγκου κρατικών κεφαλαίων για τη σωτηρία επιχειρηματικών ομίλων και για την τόνωση της ζήτησης, δεν κατάφερε να βγάλει το σύστημα από την κρίση, ενώ εκτόξευσε τα δημοσιονομικά ελλείμματα και τις ανάγκες δανεισμού των κρατών. Π.χ. το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ ξεπέρασε το 1 τρις. δολάρια για τους πρώτους εννέα μήνες του έτους. Αυτό δίνει μια προσωρινή διέξοδο στο λιμνάζον υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο που βρίσκει πεδίο κερδοφορίας στα κρατικά ομόλογα (δανεισμός κρατών). Αυτές οι τοποθετήσεις όμως μπορεί να είναι επισφαλείς και να οδηγήσουν σε καταστροφή το κεφάλαιο που τοποθετείται εκεί (σε περιπτώσεις χρεοκοπίας), ενώ από την άλλη μεριά η εξυπηρέτηση αυτών των δανείων από τις χρεωμένες χώρες, απαιτεί πολιτικές που τελικά ενισχύουν την ύφεση.


Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα, όπως φαίνεται και από τους οικονομικούς δείκτες: Μείωση του ΑΕΠ κατά 0.3 % το δεύτερο τρίμηνο του 2009, πτώση του μέσου δείκτη βιομηχανικής παραγωγής κατά 8,7 % για την περίοδο Ιανουαρίου–Μαΐου, πτώση κατά 13,4 % του τζίρου και κατά 14,2 % των πωλήσεων στο λιανικό εμπόριο, πτώση κατά 28,1 % της οικοδομικής δραστηριότητας στο πρώτο πεντάμηνο, απότομη αύξηση των ακάλυπτων επιταγών τους τελευταίους μήνες που αντανακλά την έλλειψη ρευστότητας που οδηγεί σε αδιέξοδο μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.


Ταυτόχρονα, οι δυνατότητες για κρατική παρέμβαση στην οικονομία, είναι περιορισμένες σε βαθμό ασφυξίας. Το ταμιακό έλλειμμα στο πεντάμηνο Ιανουαρίου-Απριλίου, έφτασε στα 12,8 δισ. ευρώ ή στο 5,1% του ΑΕΠ, από 5,1 δισ. ευρώ ή 2,1% του ΑΕΠ στο αντίστοιχο πεντάμηνο του 2008. Η σημαντική υστέρηση εσόδων οφείλεται και στην πτώση των πωλήσεων, αλλά και στην ένταση της φοροδιαφυγής που αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο των μεσαίων στρωμάτων που απειλούνται με καταστροφή και εκμεταλλεύονται την πάγια κρατική ανοχή στη φοροκλοπή.


Με αυτά τα δεδομένα, ο ρόλος του αστικού πολιτικού προσωπικού δυσκολεύει σημαντικά. Η διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης και η εμπέδωση της ταξικής συνεργασίας με μόνιμο στόχο τη διατήρηση της αστικής εξουσίας, υπονομεύεται από την αδυναμία του συστήματος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του απέναντι στις καταπιεζόμενες τάξεις και ιδιαίτερα απέναντι στην εργατική τάξη.


Το πολιτικό προσωπικό καλείται να διαχειριστεί μια περίοδο κοινωνικών εντάσεων που μπορεί να εκδηλωθούν είτε με διεκδικήσεις από την εργατική τάξη και τα μεσαία στρώματα, είτε με τυφλά ξεσπάσματα όπως τον περασμένο Δεκέμβρη. Κι αυτό, με δεδομένο ότι οι δυνατότητες που υπάρχουν για αντικρισιακή πολιτική με διοχέτευση κρατικού χρήματος είναι ασφυκτικά περιορισμένες, ενώ επιπλέον, είμαστε σε μια περίοδο που το πολιτικό σύστημα έχει φθαρεί σημαντικά, όπως φάνηκε και στις πρόσφατες ευρωεκλογές. Ο υπολογισμός αυτών των δεδομένων δείχνουν ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο αυξανόμενης αδυναμίας του πολιτικού συστήματος να εκπληρώσει το ρόλο του, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε πολιτική αστάθεια με αλλεπάλληλες εκλογές ή γρήγορες κυβερνητικές εναλλαγές.


Εκδήλωση αυτής της αδυναμίας ήταν και η ταχύτατη και μη αντιστρέψιμη φθορά της κυβέρνησης της Ν.Δ. Αυτή η εξέλιξη κατέστησε επιτακτική την ανάγκη μιας «φρέσκιας» κυβέρνησης. Η προσφυγή στις κάλπες και η περίοδος χάριτος που συνοδεύει την εκλογή νέας κυβέρνησης βοηθάει την αστική τάξη να κερδίσει χρόνο σε μια πολύ δύσκολη περίοδο. Διαφαίνεται ωστόσο στις σημερινές συνθήκες, η δυνατότητα για γρήγορη – πέραν του συνηθισμένου – εξάντληση της περιόδου χάριτος και ταχύτατη φθορά και της επόμενης κυβέρνησης.


Κρίσιμο στοιχείο, που διευκολύνει τους χειρισμούς των αστικών επιτελείων, είναι η έλλειψη επαναστατικού κόμματος από το πολιτικό προσκήνιο, η απουσία της επαναστατικής πρότασης διεξόδου από την κρίση. Αυτό το στοιχείο ενισχύει τις δυνατότητες της αστικής τάξης να χειριστεί την κατάσταση, να ενσωματώσει τις αντιδράσεις, να διαιωνίσει την κυριαρχία της.


Η έλλειψη αυτή δεν μπορεί να καλυφτεί από τη μια μέρα στην άλλη. Απαιτεί μακρόχρονη υπομονετική προσπάθεια σε όλα τα επίπεδα. Απαιτεί κατ' αρχήν επιμονή στα στρατηγικά χαρακτηριστικά του κινήματός μας. Να κρατηθεί ψηλά η σημαία του μαρξισμού και να μην υποσταλλεί στα πλαίσια τακτικίστικων επιλογών. Μόνο έτσι μπορούν να διαπαιδαγωγούνται επαναστάτες. Αυτό συνεπάγεται ότι οι επαναστατικές κομμουνιστικές δυνάμεις πρέπει να βγάλουν στο προσκήνιο, στο μέτρο των δυνάμεών τους, την πρόταση για μια άλλη μορφή κοινωνικής οργάνωσης, να αναδείξουν την αναγκαιότητα της προλεταριακής σοσιαλιστικής επανάστασης. Να συνδέσουν αυτήν την προοπτική με πρακτικά αιτήματα του κινήματος και να τραβήξουν πρωτοπόρους αγωνιστές της εργατικής τάξης με την επαναστατική πάλη.


Ταυτόχρονα, πρέπει να επιμείνουμε στην τακτική του ενιαίου μετώπου, να συνεχιστεί η προσπάθεια για την ανάπτυξη ενωτικών αγώνων, τον περιορισμό της αστικής επιρροής στα συνδικάτα, την απόκρουση των διασπαστικών αντιλήψεων και πρακτικών στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Τέλος, με την ίδια λογική, με υπομονή και με σχέδιο πρέπει να οργανωθεί η απεύθυνση στους κομμουνιστές που στρατεύονται στα κόμματα της κοινοβουλευτικής Αριστεράς και στους κομμουνιστές που εγκλωβίζονται σε μετωπικές συνεργασίες χωρίς προοπτική.