Αγρότες, αντικαπιταλιστές κι επιδοτήσεις

Αγρότες, αντικαπιταλιστές κι επιδοτήσεις


Για πολλοστή φορά μέσα στα τελευταία 30 χρόνια οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι έστησαν τα μπλόκα τους και φέτος στις εθνικές οδούς και στα σημεία εισόδου στη χώρα. Στις κινητοποιήσεις τους κυριάρχησαν τα μόνιμα και συνήθη αιτήματα για ατομικές επιδοτήσεις με διάφορα ονόματα (αναπλήρωση εισοδήματος, ρυθμίσεις χρεών, αποζημιώσεις 100% για ζημιές, εγγυημένες κατώτερες τιμές, τιμαριθμική αναπροσαρμογή της ενιαίας ενίσχυσης)i. Για πολλοστή φορά, κατέφυγαν στα κοινότυπα επιχειρήματα για προϊόντα σαν το γάλα που οι εμποροβιομήχανοι το παίρνουν σε τιμή μικρότερη από αυτή του εμφιαλωμένου νερού και το πουλούν σε τιμή πολλαπλάσια στους καταναλωτές- αποκρύπτοντας ή αγνοώντας όμως τη γενετική σχέση που υπάρχει ανάμεσα στις χαμηλές τιμές παραγωγού, στις ατομικές επιδοτήσεις και στις υψηλές τιμές καταναλωτή.


Για πολλοστή φορά, όλες σχεδόν οι παραλλαγές της Αριστεράς, ο αντινεοφιλελεύθερος Συνασπισμός, το αντιμονοπωλιακό ΚΚΕ, η αντικαπιταλιστική εξωκοινοβουλευτική αριστερά, έσπευσαν να παράσχουν άνευ όρων την πολιτική τους υποστήριξη στα αιτήματα των αγροτών και των κτηνοτρόφων για παλιές και νέες ατομικές επιδοτήσεις, παρακάμπτοντας στην πράξη όχι μόνο το διαταξικό χαρακτήρα των αγροτικών μπλόκων, στα οποία συμπαρατάσσονταν μικροί, μεσαίοι και κεφαλαιοκράτες αγροτοκτηνοτρόφοι, αλλά και τον εν μέρει μικροαστικό, εν μέρει καπιταλιστικό, χαρακτήρα των αιτημάτων τους. Και φυσικά, όλοι αυτοί καθόλου δε θυμήθηκαν τους δύσμοιρους εργάτες γης που τα εξεγερμένα αφεντικά τους εξακολουθούν να τους ασφαλίζουν (όταν βέβαια τους ασφαλίζουν!) στον εργοδοτικό ΟΓΑ και όχι στο ΙΚΑ, εξασφαλίζοντας έτσι καλύτερα την πάρτη τους και τα γεράματά τους!


Για να μπορέσει να κρατήσει μια πολιτικά ορθή, μια ταξική, προλεταριακή στάση αρχών απέναντι στους αγρότες, η μαρξιστική και η κομμουνιστική αριστερά θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να σταματήσει να ερωτοτροπεί με τον αντικαπιταλισμό. Ο αντικαπιταλισμός, στο βαθμό που (για ευνόητους λόγους σήμερα) δεν είναι ντροπαλός κομμουνισμός, αποτελεί μικροαστική ιδεολογία που εξιδανικεύει τη μικρή ιδιοκτησία, τη μικρή παραγωγή και επιχείρηση, και επιδιώκει τη διαιώνισή της σε βάρος της μεγάλης επιχείρησης.


Το 1793 οι αντικαπιταλιστές αβράκωτοι ζητούσαν από τη Συμβατική Συνέλευση να θεσπίσει ένα μέγιστο περιουσιακό όριο που να επιτρέπει στον καθένα να κατέχει μόνο ένα εργαστήριο, μόνο ένα μαγαζίii. Το Δεκέμβριο του 2008 κάποιοι μπουρλοτιέρηδες αντικαπιταλιστές καλούσαν τους διαδηλωτές να πυρπολήσουν τις τράπεζες και τις μεγάλες επιχειρήσεις - προφανώς για να μπορέσουν οι μικρές να πάρουν την πελατεία των καμένων μεγάλων και ορισμένες από αυτές να εξελιχτούν σε μεγάλες! Το 1848 οι αντικαπιταλιστές μικροαστοί δημοκράτες ζητούσαν να παραμεριστεί η πίεση του μεγάλου κεφαλαίου πάνω στο μικρό με τη δημιουργία δημόσιων πιστωτικών ιδρυμάτων και με νόμους ενάντια στην τοκογλυφία, έτσι που να δοθεί σε αυτούς και στους αγρότες η δυνατότητα να δανείζονται με ευνοϊκούς όρους από το κράτοςiii. Οι σημερινοί μικροαστοί, οι μικροί και μεσαίοι αγρότες και κτηνοτρόφοι, οι εμποράκοι και οι βιοτέχνες, ζητάνε κάθε λίγο και λιγάκι κρατικές, εθνικές ή ευρωπαϊκές, ατομικές επιδοτήσεις, φοροαπαλλαγές, άτοκα δάνεια με κρατική εγγύηση κλπ.


Με αυτό τον τρόπο, οι μικροαστοί και οι αντικαπιταλιστές ιδεολόγοι τους ομολογούν έμμεσα ότι η μικρή τους επιχείρηση σήμερα αποτελεί αναχρονισμό, ένα σύγχρονο πίθο Δαναϊδων για το δημόσιο χρήμα που μάταια μεταγγίζεται σ’ αυτήν. Από την άλλη όμως, προσπαθούν να εξασφαλίσουν την παρασιτική της επιβίωση μέσω του κρατικού προϋπολογισμού και των μισθωτών φορολογικών υποζυγίων που τον χρηματοδοτούν- αφού οι κύριοι φόροι που πληρώνουν οι μικροαστοί και ιδιαίτερα οι αγρότες είναι οι έμμεσοι φόροι, οι ενσωματωμένοι στις τιμές των ειδών ένδυσης, διατροφής και των άλλων καταναλωτικών αγαθών που αγοράζουν οι ίδιοι και η οικογένειά τους.


Θα υποστηρίξουμε λοιπόν, άκριτα όλα αυτά τα αντικαπιταλιστικά αιτήματα; Θα υποδείξουμε στους αγρότες ότι οι ατομικές επιδοτήσεις είναι μια σοβαρή αιτία για τη συνεχή μείωση των τιμών στα εμπορεύματα τους; Οι έμποροι από τη μια αφαιρούν την ατομική επιδότηση από την τιμή αγοράς και από την άλλη την προσθέτουν στην τιμή πώλησης του αγροκτηνοτροφικού εμπορεύματος π.χ. του γάλακτος. Οι μισθωτοί τέλος, καλούνται να πληρώσουν το γάλα δυο φορές: μια φορά στον έμπορο ως καταναλωτές, όταν αγοράζουν το γάλα, και άλλη μια φορά στον αγρότη ως φορολογούμενοι, όταν το ελληνικό κράτος ή η Ευρωπαϊκή Ένωση του καταβάλλει τις ατομικές επιδοτήσεις.


Η επαναστατική, προλεταριακή λύση που συμφέρει σήμερα και τους δύο, τόσο τους μικρο- μεσαίους αυτοαπασχολούμενους αγρότες όσο και τους μισθωτούς εργάτες, είναι πρώτα πρώτα ο οργανωτικός διαχωρισμός των μικρομεσαίων αγροτών από τους κεφαλαιοκράτες αγρότες. Οι τελευταίοι, πολλές φορές, είναι πράκτορες των εμπόρων ή είναι οι ίδιοι εμποροβιομήχανοι που συνθλίβουν τη μικρή αγροτιά και καρπώνονται τη μερίδα του λέοντος από τις ατομικές επιδοτήσεις- με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζουν την εκμεταλλευτική- απαλλοτριωτική πίεσή τους πάνω στην υπόλοιπη αγροτιά. Η λύση, έπειτα, που απαλλάσσει τους μικρούς και μεσαίους αγρότες από το φόρο υποτέλειας που καταβάλλουν στο εμπορικό κεφάλαιο είναι η συλλογική επιδότηση της μικρής και της μεσαίας αυτοαπασχολούμενης αγροτιάς, για να δημιουργήσει βιώσιμους παραγωγικούς, μεταποιητικούς και εμπορικούς συνεταιρισμούς. Και γι’ αυτό το σκοπό, μπορούν και πρέπει να χρησιμοποιηθούν όχι τόσο ο κρατικός προϋπολογισμός όσο οι μισητές τράπεζες - αρκεί να τις κρατικοποιήσουμε χωρίς αποζημίωση και να τις θέσουμε υπό εργατικό έλεγχο.


Σε αυτούς που φοβούνται ότι η άρνηση της κομμουνιστικής αριστεράς να συνεχίσει να στηρίζει το αίτημα των ατομικών επιδοτήσεων θα απομακρύνει από κοντά της τους αγρότες, υπενθυμίζουμε ότι εδώ και τριάντα περίπου χρόνια η κομμουνιστική αριστερά στηρίζει την αγροτιά και τους άλλους μικροαστούς, καθώς και τη μη μονοπωλιακή αστική τάξη, σε βάρος της εργατικής τάξης. Τα λαμπρά αποτελέσματα αυτής της πολιτικής είναι πασίγνωστα: η εργατική τάξη, απογοητευμένη, γυρνάει την πλάτη της στην κομμουνιστική αριστερά, κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική, ενώ η αγροτιά με τη σειρά της δείχνει και στις δύο περιφρονητικά τα οπίσθιά της, καθώς εναγκαλίζεται τα αστικά κόμματα!


Η μόνη ορθή λύση, λοιπόν, είναι η επιστροφή στη συνεπή κομμουνιστική πολιτική που εκπόνησαν οι Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν. Οι κομμουνιστές αποφεύγουν να στηρίξουν αιτήματα που κατατείνουν στην παρασιτική επιβίωση της μικρής ιδιοκτησίας και αρνούνται να παραμυθιάσουν τους μικροαστούς με υποσχέσεις για διαιώνιση του μικρού αγροτικού κλήρου και της μικρής επιχείρησης. Αντίθετα, τους διαφωτίζουν για τις μόνιμες τάσεις του καπιταλισμού να καταστρέφει οικονομικά τους μικροϊδιοχτήτες και να συγκεντρώνει τα μέσα παραγωγής στα χέρια όλο και λιγότερων, όλο και μεγαλύτερων καπιταλιστών. Τους καλούν, λοιπόν, να εγκαταλείψουν τη δική τους, την αδιέξοδη μικροαστική σκοπιά και να υιοθετήσουν την οπτική γωνία του προλεταριάτου: να αδράξουν την ευκαιρία που τους προσφέρει η εργατική τάξη, η οποία θα τους διευκολύνει με συλλογικές επιδοτήσεις, ώστε να εισαγάγουν οι ίδιοι, για κοινό τους λογαριασμό, τη μεγάλη παραγωγή - πράγμα που συνεπάγεται την υποχρέωσή τους να στηρίξουν τον αγώνα της εργατικής τάξης για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Όσο για τους μεσαίους και τους μεγάλους αγρότες που λιγότερο ή περισσότερο συστηματικά εκμεταλλεύονται ξένη εργατική δύναμη, οι κομμουνιστές δεν έχουν καμιάν αντίρρηση στη συνένωσή και αυτών σε συνεταιρισμούς στους οποίους θα παραμερίζεται όλο και περισσότερο η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης. Αλλά, στο κεφαλαιοκρατικό μας παρόν, τούς κομμουνιστές τούς ενδιαφέρει πρώτ’ απ’ όλα η βελτίωση της τύχης των εργατών γηςiv που αποτελούν αντικείμενο σκληρής εκμετάλλευσης από τα μικρά αφεντικά, τα οποία ξέρουν πολύ καλά να βγάζουν κι από τη μύγα ξύγκι!


Και όλα αυτά οι κομμουνιστές τα προπαγανδίζουν και τα υποστηρίζουν και πριν από τις αγροτικές κινητοποιήσεις και κατά τη διάρκεια τους και μετά από αυτές. Δεν καιροσκοπούν, όπως για παράδειγμα έκανε πρόσφατα ο "Ριζοσπάστης". Το όργανο της ΚΕ του ΚΚΕ πριν και κατά τη διάρκεια των αγροτικών κινητοποιήσεων, στήριζε ανεπιφύλακτα τα αιτήματα για αύξηση και πολλαπλασιασμό των ατομικών επιδοτήσεων, ενώ δυο περίπου βδομάδες μετά το τέλος των κινητοποιήσεων θυμήθηκε πως το ΚΚΕ, εκτός από κόμμα μικροαστικό και κόμμα της μη μονοπωλιακής αστικής τάξης, φιλοδοξεί να είναι και κόμμα της εργατικής τάξης, κόμμα κομμουνιστικό. Και στην τούρτα, λοιπόν, των αντικαπιταλιστικών του αιτημάτων για αναπλήρωση του εισοδήματος, για κατώτερες εγγυημένες τιμές, για μείωση του κόστους παραγωγής των αγροτών (με επιδοτήσεις βέβαια, άμεσες ή εμμεσες όπως οι φοροαπαλλαγές και η κρατική συγκέντρωση) πρόσθεσε, μεγαλόψυχα και αγωνιστικά, το κερασάκι των παραγωγικών συνεταιρισμώνv - προς διασκέδαση των ανησυχιών και προς ενίσχυση της πολυσυλλεκτικότητας, αφού στις εκλογές, εκτός από τις ψήφους των αντικαπιταλιστών και των καλών αστών, μετράνε και οι ψήφοι των κομμουνιστών!


Χρήστος Βλόσιος

 

i Ριζοσπάστης, 25-1-2009, σ. 8

ii Albert Soboul, Kurze Geschichte der Französischen Revolution, σ. 87, Verlag Klaus Wagenbach, Berlin 20042

iii Κ. Μαρξ, προσφώνηση της ΚΕ στην Ένωση των Κομμουνιστών, στο Διαλεχτά Έργα, σ. 113, τ. 1ος , εκδοτικός οίκος "Γνώσεις" , Αθήνα χχ.

iv Φ. Ένγκελς, Το αγροτικό πρόβλημα στη Γαλλία και στη Γερμανία στο Διαλεχτά Έργα, σ. 509-513, τ. 2ος , εκδοτικός οίκος "Γνώσεις" , Αθήνα χχ.

5 Ριζοσπάστης, 15-2-2009, σ.17

v


Αναζήτηση

Γνώμες