Ο πυρήνας του σταλινισμού και οι σχετικές αμφιταλαντεύσεις του ΕΕΚ
Ο πυρήνας του σταλινισμού και οι σχετικές αμφιταλαντεύσεις του ΕΕΚ
Η δημοσίευση των θέσεων του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό έδωσε την ευκαιρία σε όλες τις μαρξίζουσες ή μαρξιστικές πολιτικές οργανώσεις να προχωρήσουν σε μια κάπως συνεκτική έκθεση και των δικών τους απόψεων για το σύγχρονο αυτό "σημείο αντιλογίας", με τη μορφή της κριτικής των απόψεων του σταλινισμού για το σοσιαλισμό. Συμμετέχοντας και εμείς στον εμπλουτισμό του προβληματισμού γύρω από τη σταλινική εκδοχή του σοσιαλισμού, υποστηρίξαμε την άποψη ότι η ουσία του σταλινισμού είναι η εξιδανίκευση της μη κεφαλαιοκρατικής εμπορευματικής παραγωγής και η αναγόρευση μιας ειδικής, ιστορικά ανέκδοτης ως το 1936, μορφής μη κεφαλαιοκρατικής εμπορευματικής παραγωγής σε σοσιαλισμό- πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας. Στη σταλινική εκδοχή του εμπορευματικού "σοσιαλισμού", η οποία αποτελεί το σκληρό πυρήνα όλων των θεωριών του "σοσιαλισμού της αγοράς", κρατικές επιχειρήσεις, συνεταιρισμοί εμπορευματοπαραγωγών (π.χ. κολχόζ), και μικροί εμπορευματοπαραγωγοί ανταλλάσσουν τα εμπορεύματά τους μέσα στα πλαίσια ενός καταθλιπτικού γραφειοκρατικού σχεδιασμού - ο οποίος στα λόγια είναι υποχρεωτικός για το σύνολο των παραγωγικών υποκειμένων, στην πράξη όμως καταστρατηγείται συνεχώς από αυτά, τόσο στον κρατικό όσο και στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.
Άμεση λογική συνέπεια της αναγόρευσης του σοσιαλισμού – πρώτης φάσης της κομμουνιστικής κοινωνίας σε ειδική, μη κεφαλαιοκρατική μορφή της εμπορευματικής παραγωγής είναι η εθνικιστική θεωρία της πλήρους νίκης του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα. Όποιος θεωρεί το σοσιαλισμό μορφή εμπορευματικής παραγωγής δεν έχει κανένα πρόβλημα να δεχτεί τη δυνατότητα πλήρους οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα, μολονότι η παραγωγή αυτής της "σοσιαλιστικής χώρας" , ιδωμένη από παγκόσμια σκοπιά, παραμένει μορφή ιδιωτικής παραγωγής, όσον καιρό δεν έχει πραγματωθεί η παγκόσμια επανάσταση και δεν έχει ολοκληρωθεί η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε παγκόσμια κλίμακα.
Τα θεωρητικά θεμέλια των παραπάνω θεωριών εκπόνησε ο Ν. Μπουχάριν, ο οποίος ήδη από το 1925 όχι μόνο αναγορεύει την παραγωγή των συνεταιρισμένων εμπορευματοπαραγωγών, (που στην πραγματικότητα είναι μορφή ιδιωτικής παραγωγής), σε κοινωνική μορφή παραγωγής, αλλά παραβλέπει και τον αντιφατικό χαρακτήρα του κρατικού/δημόσιου τομέα της σοβιετικής οικονομίας, ο οποίος σε συνθήκες καπιταλιστικής περικύκλωσης και διατήρησης της εσωτερικής αγοράς παραμένει ένα υβρίδιο ιδιωτικής και κοινωνικής ταυτόχρονα παραγωγήςi. Το επιστέγασμα της θεωρίας του "εμπορευματικού σοσιαλισμού" το φιλοτέχνησε ο Στάλιν το 1952 με την επίσημη και πανηγυρική διακήρυξη της ισχύος του νόμου της αξίας στο (δικό του βέβαια!) σοσιαλισμόii. Και μολονότι ο Στάλιν έχει κάποια επίγνωση της επικινδυνότητας της εμπορευματικής παραγωγής, σα γνήσιος οπαδός της μικροαστικής πολιτικής οικονομίαςiii, προτείνει ως αντίδοτο των κινδύνων της εμπορευματικής παραγωγής την οπισθοδρόμηση από την εκχρηματισμένη ανταλλαγή στον αντιπραγματισμό, στην ανταλλαγή εμπορευμάτων χωρίς τη μεσολάβηση του γενικού τους ισοδυνάμου, του χρήματοςiv!
Όποιος όμως αποδέχεται την ισχύ του νόμου της αξίας στο σοσιαλισμό πρέπει να αποδεχτεί επίσης και τις προϋποθέσεις ύπαρξης της εμπορευματικής παραγωγής, την ύπαρξη ελεύθερων και ανεξάρτητων μεταξύ τους συλλογικών ή ατομικών εμπορευματοπαραγωγών, τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, τον άμεσα ιδιωτικό χαρακτήρα των εργασιών τους που επιβάλλει να γίνεται η αναγωγή της κάθε ιδιωτικής (και όχι ατομικής) εργασίας (Privatarbeit) σε κοινωνική εργασία έμμεσα, οδυνηρά και στρεβλά, μέσω του ανταγωνισμού και της ποσοτικής εξίσωσης των εμπορευμάτων κατά την ανταλλαγή τουςv. Επιπλέον, πρέπει να αποδεχτεί και τη δυνατότητα της καπιταλιστικής παλινόρθωσης: ο καπιταλισμός είναι η ανώτερη βαθμίδα ανάπτυξης της εμπορευματικής παραγωγής, η εμπορευματική παραγωγή σε κείνη τη βαθμίδα ανάπτυξής της που η εργατική δύναμη γίνεται εμπόρευμα vi,αφού "στην έννοια της αξίας των προϊόντων βρίσκεται ήδη το σπέρμα ολόκληρου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, το σπέρμα της αντίθεσης καπιταλιστών και μισθωτών εργατών, του βιομηχανικού εφεδρικού στρατού, και των κρίσεων. Το να θέλει κανείς να καταργήσει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής , αποκαθιστώντας την «αληθινή» τάχα αξία, είναι σα να θέλει να καταργήσει τον καθολικισμό, εγκαθιστώντας έναν αληθινό Πάπα.vii"
Η αδιαμφισβήτητη αλήθεια αυτών των απόψεων έχει αποδειχτεί θεωρητικά στον πρώτο τόμο του "Κεφαλαίου" με τη διαπραγμάτευση της ουσίας, του φαινομένου και της πραγματικότητας του εμπορεύματος, με τη νομοτελειακή ανάπτυξη των ποικίλων μορφών της αξίας από την απλή ως τη χρηματική της μορφή, και με την εμφάνιση του κεφαλαίου πάνω στη βάση της γενικευμένης και εκχρηματισμένης εμπορευματικής παραγωγής. Την ιστορική τεκμηρίωση αυτών των απόψεων την προσκομίζει όλη η ιστορία της ανάπτυξης της εμπορευματικής παραγωγής από τους προϊστορικούς ακόμα χρόνους ως και σήμερα - ιστορία που επιβεβαιώνει την αποσυνθετική επίδραση της εμπορευματικής παραγωγής πάνω στις πανάρχαιες και στις σύγχρονές μας κοινοκτημονικές κοινότητεςviii.
Ο λενινικός σοσιαλισμός, η πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας των Μαρξ- Ένγκελς, είναι αταξική και ακρατική κοινωνία με κοινοκτημονικές σχέσεις παραγωγής σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην κοινωνία αυτή οι συνεταιρισμένοι παραγωγοί δεν ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους. Και η εργασία τους είναι άμεσα κοινωνική εργασία, γιατί ο σχεδιασμός καθορίζει εκ των προτέρων την ορθή και βέλτιστη κατανομή της κοινωνικής εργασίας σε όλους τους παραγωγικούς κλάδους και στο εσωτερικό αυτών των κλάδων, καθώς και την κατανομή των καταναλωτικών προϊόντων ανάμεσα στους παραγωγούς, ανάλογα με την ποσότητα της εργασίας που προσφέρει στην κοινωνία ο κάθε παραγωγός. Εδώ δηλ. πραγματώνονται μέσω του σχεδιασμού οι οικονομικές λειτουργίες που στην εμπορευματική παραγωγή πραγματώνονται μέσω της δράσης του νόμου της αξίας.
Οι λειτουργίες που επιτελεί ο νόμος της αξίας είναι η αναγωγή των ιδιωτικών εργασιών σε κοινωνική εργασία μέσω της ανταλλαγής των εμπορευμάτων σε άγνωστες εκ των προτέρων αναλογίες, ο καθορισμός μέσω του ανταγωνισμού τού κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή του κάθε είδους εμπορευμάτων, η βέλτιστη δυνατή κατανομή της εργασίας των εμπορευματοπαραγωγών στους διάφορους παραγωγικούς κλάδους με τη μετακίνηση των παραγωγών από κλάδο σε κλάδο ανάλογα με τις διακυμάνσεις της προσφοράς και της ζήτησης, η επιβράβευση των παραγωγικότερων παραγωγών και η τιμωρία των λιγότερο παραγωγικών, μέσω της καταστροφής των δεύτερων και της οικονομικής επιτυχίας των πρώτων. Όταν λοιπόν ο Μαρξ, σε διάφορα χωρία του έργου του, για λόγους εποπτικής παρουσίασης και ευκολότερης κατανόησης των απόψεών του, μιλάει με αναλογίες για την κυριαρχική διατήρηση του αξιακού καθορισμού στην κομμουνιστική κοινωνία, δεν εννοεί την ανύπαρκτη αναγκαιότητα να διατηρηθεί ο νόμος της αξίας και στο σοσιαλισμό, αλλά την υπαρκτή αναγκαιότητα να συνεχιστεί με άλλα μέσα η επιτέλεση των λειτουργιών του- λειτουργιών απαραίτητων σε κάθε κοινωνία, εμπορευματική ή μη. Τέτοιες λειτουργίες, αναγκαίες σε κάθε τρόπο παραγωγής, είναι η ρύθμιση του χρόνου εργασίας, η κατανομή της κοινωνικής εργασίας στις παραγωγικές ομάδες και η λογιστική του χρόνου εργασίας και της κατανομής της κοινωνικής εργασίαςix. Η λογιστική αυτή συγκροτεί τη γνώση που επιτρέπει στο σχεδιασμό να εκπληρώσει με επιτυχία αυτές τις κοινωνικές λειτουργίες μέσα σε συνθήκες κοινοκτημοσύνης των μέσων παραγωγής, σε συνθήκες δηλ. που αποκλείουν τη μετατροπή των προϊόντων της εργασίας σε εμπορεύματα.
Αποτελεί λοιπόν δυσάρεστη έκπληξη για μας η προβολή από το ΕΕΚ της άποψης ότι «…ο νόμος της αξίας εξακολουθεί να δρα στο σοσιαλισμό, στην πρώτη φάση του κομμουνισμού...»x ως κριτική προς το σταλινισμό, καθώς και η εμμονή του στην προσπάθεια θεωρητικής θεμελίωσης αυτής της άποψης με εξόφθαλμη παρερμήνευση σχετικών χωρίων του Μαρξ και του Λένιν, που ανάγεται σε σχετικές παρερμηνείες του Τρότσκιxi.
Στην αντιεπιστημονική του προσπάθεια να αποδείξει την (υπαρκτή μονάχα στη φαντασία του) γενετική σχέση γραφειοκρατίας και σοσιαλισμού σε συνθήκες ένδειας ή σπανιότητας αγαθών (!) ο Τρότσκι, μεταφέρει νομοτέλειες της διανομής από το σοσιαλισμό στη μεταβατική περίοδο της δικτατορίας του προλεταριάτου και δέχεται ως ουσιαστική την τυπική ομοιότητα που υπάρχει ανάμεσα στο νόμο της αξίας (ανταλλαγή ισοδύναμων εμπορευμάτων) και στην αρχή διανομής των ατομικών μέσων κατανάλωσης ανάμεσα στους παραγωγούς της α΄ φάσης της κομμουνιστικής κοινωνίας με βάση την ποσότητα εργασίας που πρόσφεραν στην κοινωνία.xii Η αρχή της διανομής αυτής είναι η ίδια με την αρχή της ανταλλαγής ισοδύναμων εμπορευμάτων μόνο στο βαθμό που η τελευταία είναι ανταλλαγή ίσων και όχι άνισων αξιώνxiii, ενώ κατά την πραγμάτωσή της δε γίνεται καμιά ανταλλαγή εμπορευμάτων. Ο κάθε εργαζόμενος παίρνει από την κοινωνική παρακαταθήκη μέσων κατανάλωσης τόσα, όσα αντιστοιχούν στην ατομική ποσότητα εργασίας που πρόσφερε στην κοινωνία μείον οι κοινωνικές κρατήσεις. Ο ατομικός εργάσιμος χρόνος του κάθε παραγωγού δεν είναι χρόνος αυτόνομης και ανεξάρτητης ιδιωτικής εργασίας, αλλά τμήμα της άμεσα κοινωνικής εργάσιμης μέραςxiv. Από την άλλη, η εργασία η υλοποιημένη στα ατομικά μέσα κατανάλωσης είναι με άμεσο τρόπο κοινωνική εργασία, δεν επιφαίνεται πια ως αξία αυτών των προϊόντων, ως εμπράγματη, επιχωριάζουσα σε αυτά ιδιότηταxv, δεν παίρνει δηλ. τη μορφή της αξίας- με αποτέλεσμα να καταργούνται μαζί με την αξία και ο φορέας της, το εμπόρευμα και ο φετιχισμός του εμπορεύματος και η αδιαφάνεια των οικονομικών σχέσεων.
Επεκτείνοντας παραπέρα την αντιεπιστημονική συλλογιστική του, ο Τρότσκι προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο Λένιν, στη βάση αυτού του γεγονότος, προβλέπει τη διατήρηση της κατασταλτικής λειτουργίας και του κατασταλτικού μηχανισμού τού εργατικού κράτους (τη διατήρηση του χωροφύλακα, όπως το εκφράζει στην εικονική-παραστατική του γλώσσα) και στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίαςxvi. Η κατασταλτική λειτουργία του κράτους όμως, είναι κατ΄ εξοχήν πολιτική λειτουργία, λειτουργία του πολιτικού κράτους. Αν δε θέλουμε λοιπόν να αναθεωρήσουμε τη μαρξιστική άποψη που θέλει το πολιτικό κράτος και το πολιτικό κύρος εξαφανισμένα στο σοσιαλισμό, και αν δεν επιθυμούμε να προσχωρήσουμε στις θέσεις του Στάλιν για διατήρηση του κράτους και στις δύο φάσεις της κομουνιστικής κοινωνίας, θα πρέπει να δεχτούμε ότι το "κράτος" που θα αναλάβει να πραγματώσει την αστική αρχή της διανομής σύμφωνα με την ποσότητα της εργασίας, θα είναι το απολιτικό κράτος- ένα "κράτος" του οποίου οι δημόσιες λειτουργίες θα έχουν απεκδυθεί τον πολιτικό τους χαρακτήρα και θα έχουν μετατραπεί σε απλές διοικητικές λειτουργίες που προστατεύουν τα κοινωνικά συμφέρονταxvii.
Δε νομίζουμε όμως ότι το ΕΕΚ επιμένει μόνο για λόγους διατήρησης της παραδοσιακής ιδεολογικής του ταυτότητας, στην άποψη ότι ο νόμος της αξίας εξακολουθεί να δρα στο σοσιαλισμό. Η αποδοχή και η προβολή αυτής της αντίληψης που εξιδανικεύει την εμπορευματική παραγωγή, είναι ένα όλο νόημα κλείσιμο του ματιού προς το μέρος των μικροαστών εμπορευματοπαραγωγών και εμπόρων, και προς τη μεριά των ιδεολογικοπολιτικών τους εκπροσώπων, προς τη μεριά των αντικαπιταλιστών· είναι έκφραση μιας συγκατάβασης, αν όχι κατάφασης, στο αίτημα των αντικαπιταλιστών για διαιώνιση της ιδιωτικής μη κεφαλαιοκρατικής ιδιοκτησίας και στο κεφαλαιοκρατικό παρόν και στο σοσιαλιστικό μέλλον.
Σήμερα αυτή η συγκατάβαση εκφράζεται με την άκριτη και αυθόρμητη επίνευση σε μικροαστικές διεκδικήσεις και πρακτικές, όπως οι ατομικές επιδοτήσεις των μικροαστών, η πυρπόληση μεγάλων επιχειρήσεων από οργισμένους αντικαπιταλιστές κλπ., χωρίς -στην πράξη κι όχι φραστικά- να απαιτείται από τους μικρομεσαίους να υιοθετήσουν την προλεταριακή οπτική των κοινωνικών πραγμάτων. Αύριο αυτή η συγκατάβαση μπορεί να εκφραστεί με την αποδοχή διαιώνισης της συνεταιριστικής, μη καπιταλιστικής, ιδιωτικής ιδιοκτησίας στην προοπτική της αυθόρμητης απονέκρωσής της στην πορεία οικοδόμησης της κομμουνιστικής κοινωνίας, αφού «…ο μαρξισμός θεωρεί ότι το κράτος και το χρήμα μπορούν να εκλείψουν σβήνοντας, με την άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας και την εξάλειψη της φτώχειας και των κοινωνικών διαφοροποιήσεων, της αντίθεσης πόλης χωριού, της πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας.xviii»
Η άποψη ότι το χρήμα, δηλ. η χρηματική μορφή της αξίας, δηλ. ο νόμος της αξίας σβήνει αλλά δεν καταργείται, μας παραπέμπει στις απόψεις του Μπουχάριν που βλέπει τους συνεταιρισμούς των εμπορευματοπαραγωγών να συγχωνεύονται με το δημόσιο τομέα της μεταβατικής οικονομίας μέσα από μιαν αυθόρμητη και αργόσυρτη διαδικασία αλληλοδιαπλοκής. Η άποψη του Μπουχάριν που σιωπηρά υιοθετήθηκε από όλες τις μετασταλινικές ηγεσίες της Σοβιετικής Ένωσης παραβλέπει τον ιδιωτικό χαρακτήρα των συνεταιρισμών αυτών και την αναγκαιότητα το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου να ασκήσει συνειδητά την απαλλοτριωτική του δραστηριότητα και σε αυτούς τους συνεταιρισμούςxix είτε με τη μέθοδο της συνεχώς διευρυνόμενης υποχρεωτικής συμμετοχής του στα συνεταιριστικά κεφάλαια είτε με την υποβολή των κερδών τους σε βαριά προοδευτική φορολογία είτε με την εξαγορά τους κλπ. Απομακρύνει επίσης από το οπτικό μας πεδίο τον αμοιβαία ιδιωτικό χαρακτήρα των διαφορετικών δημόσιων τομέων ακόμα και των εργατικών κρατών, στο βαθμό που οι εθνικές δικτατορίες του προλεταριάτου δεν έχουν συνενωθεί σε μια παγκόσμια προλεταριακή δημοκρατία και σε μια ενιαία παγκόσμια οικονομία που να ρυθμίζεται σύμφωνα με ένα γενικό σχέδιο από το προλεταριάτο όλων των εθνών.xx
Η εθελοντική συνένωση των μικρών εμπορευματοπαραγωγών σε συνεταιρισμούς με τη βοήθεια του προλεταριακού κράτους πραγματοποιείται για να υψωθούν στο επίπεδο της μεγάλης και αποδοτικότερης παραγωγής οι μικρές επιχειρήσεις (μικρές αγροτικές καλλιέργειες, μικρές βιοτεχνίες, μικρά καταστήματα κλπ.), χωρίς οι εργαζόμενοι ιδιοκτήτες τους να περάσουν μέσα από την Οδύσσεια του κοινωνικού τους διαφορισμού σε λίγους εύπορους κεφαλαιοκράτες και σε πολλούς εξαθλιωμένους προλετάριους.xxi Εξασφαλίζεται έτσι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των συλλογικών ιδιοκτητών τους, δεν εξασφαλίζεται όμως η μετατροπή των τελευταίων σε μέλη της μεγάλης κοινότητας του δημόσιου τομέα με ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις, δεν εξασφαλίζεται η ανύψωση της συνεταιριστικής τους επιχείρησης σε επιχείρηση που ανήκει σε όλους τους εργαζομένουςxxii. Αντίθετα, χωρίς την απαλλοτριωτική παρέμβαση του εργατικού κράτους, διαιωνίζεται η ιδιωτική ιδιοκτησία και η δυνατότητα γενίκευσης των εμπορευματικών σχέσεων, αναβάλλεται διαρκώς η υπέρβαση του οικονομικού ορίου που χωρίζει τη μεταβατική περίοδο της δικτατορίας του προλεταριάτου από το σοσιαλισμό-πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας. Η απονέκρωση του κράτους προϋποθέτει την κατάργηση του χρήματος, την κατάργηση όλων των τάξεων σε παγκόσμιο επίπεδο, δηλ. την πλήρη και οριστική κατάργηση της ιδιωτικής παραγωγής που είναι εμπορευματική παραγωγή, την πλήρη και οριστική κατάργηση του νόμου της αξίας. Όποιος το παραβλέπει αυτό έχει ήδη κάνει το πρώτο και αποφασιστικό βήμα προς την ιδεολογική του συγχώνευση με τα μη κεφαλαιοκρατικά στοιχεία του αστισμού xxiii(Bürgertum).
Το θετικό στην υπόθεση είναι πως, όταν στις δημόσιες συζητήσεις επισημαίνεται ο επισφαλής χαρακτήρας της άποψης περί ισχύος του νόμου της αξίας στο σοσιαλισμό, οι σύντροφοι του ΕΕΚ σπεύδουν να την αποσύρουν ή να αναγνωρίσουν την προβληματικότητά της. Επειδή όμως dicta volent, scripta manent (τα λόγια πετούν, τα γραπτά μένουν), δεν αρκεί η προφορική παράκαμψη του προβλήματος, απαιτείται η γραπτή, επιστημονική διαλεύκανσή του. Σε τελευταία ανάλυση, η μαρξιστική κριτική του σταλινισμού δεν μπορεί να τελεσφορήσει με το να ενστερνιζόμαστε εν μέρει τις μικροαστικές θέσεις του Στάλιν για να κριτικάρουμε το "σοσιαλισμό" του!
i Ν. Μπουχάριν, Ο δρόμος προς το σοσιαλισμό και η συμμαχία με την αγροτιά, εκδόσεις: γερ. αναγνωστίδη, Αθήνα χχ
iiΙ.Β. Στάλιν, Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού, "Μνήμη" , Αθήνα 1977
iiiΚ. Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τ. 1ος, σ. 101 , Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978
iv Ι.Β. Στάλιν, ό. π., σ.78
v Κ. Μαρξ: Το Κεφάλαιο, τ. 1ος, σ. 56 , Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978: «Μονάχα τα προϊόντα αυτοτελών και ανεξάρτητων της μιας από την άλλη ιδιωτικών εργασιών αντιπαραθέτονται το ένα στο άλλο σαν εμπορεύματα». Η διόρθωση της μετάφρασης από "ατομικών" σε "ιδιωτικών εργασιών" έγινε με βάση το πρωτότυπο (MEW,τ. 23,σ. 57) που μιλάει για Privatarbeiten και όχι για Individualarbeiten. Επίσης MEW, τ. 20, σ. 286, και Φρ. Ένκελς, Αντι- Ντύρινγκ, σ.456-457, Αναγνωστίδης, Αθήνα 1953, με τις ίδιες επιφυλάξεις για τη μετάφραση του Privatperson ως " άτομο"
6 Λένιν, Ο Ιμπεριαλισμός…, σ. 59, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1975
vi7 Ένγκελς, ό. π., σ. 461
vii8 Ένγκελς, ό. π., σ. 46
ix Κ.Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 3ος, σ. 1046, σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978
xΘόδωρος Κουτσουμπός, "18ο Συνέδριο του ΚΚΕ: Οι «Θέσεις για το σοσιαλισμό» με γερή δόση σταλινίνης", ΝΕΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ, 20-12-2008, σ.12
xi Ό.π. σ.12-13
xii Λ.Τρότσκι, Η προδομένη επανάσταση, σ. 50-53,Εκδόσεις "ΑΛΛΑΓΗ", Αθήνα 1984
xiii Κ. Μπατίκας, Μεταβατική περίοδος και μέτρα μετάβασης στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό, ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ,τ. 18, σ. 72-73
xiv Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, στο Διαλεχτά Έργα, σ.13 , τ. 2, Γνώσεις, Αθήνα χχ
xv Ό.π. σ.12 , τ. 2, Γνώσεις, Αθήνα χχ
xvi Τρότσκι, ό.π., σ. 51-52
xvii Λένιν , Κράτος κι Επανάσταση, σ. 133-134, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1976
xviii Θόδωρος Κουτσουμπός, όπ., σ. 13
xix Για την αναγκαιότητα εύρεσης μεθόδων εξάλειψης του ιδιωτικού χαρακτήρα αυτών των συνεταιρισμών, βλέπε Ένγκελς, Το αγροτικό ζήτημα στη Γαλλία και τη Γερμανία, στο Διαλεχτά Έργα, σ.507-508, τ. 2, Γνώσεις, Αθήνα χχ
xx Λένιν, Θέσεις, Εισηγήσεις στα συνέδρια της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1919-1822), σ. 47, Εκδόσεις Καζαντζά, Αθήνα 1977
xxi Ό π., σ. 509
xxii Ό.π. σ. 508
xxiii Για τη διάκριση ανάμεσα σε αστική τάξη(Bourgeoisie= κεφαλαιοκράτες) και αστισμό(Bürgertum= κεφαλαιοκράτες+ μικροαστοί και λοιπά ενδιάμεσα στρώματα μεταξύ προλεταριάτου και αστικής τάξης) βλέπε MEW, τ.6, σ. 107
