Αδύναμη κυβέρνηση με μεγάλες φιλοδοξίες

Αδύναμη κυβέρνηση με μεγάλες φιλοδοξίες


Η κάλπη της 16ης Σεπτέμβρη έβγαλε κυβέρνηση τη Ν.Δ. όπως αναμενόταν. Παράλληλα, αποτυπώθηκε η απελπισία των λαϊκών στρωμάτων από δύο δεκαετίες νεοφιλελεύθερης πολιτικής και η απουσία προσδοκιών από το πολιτικό σύστημα: αυξημένη αποχή, αύξηση σε λευκά και άκυρα, σημαντική αύξηση των ποσοστών της Αριστεράς. Ένας στους πέντε από όσους επέλεξαν κάποιο ψηφοδέλτιο, το έκανε χωρίς το άγχος να εκλέξει κυβέρνηση, χωρίς προσδοκία να εκπροσωπηθεί η ψήφος του σε επίπεδο κυβερνητικής εξουσίας.

Η νίκη της Νέας Δημοκρατίας, παρά τον περιορισμό των ποσοστών της, ήταν σχετικά εύκολη απέναντι σε έναν αντίπαλο που δεν μπόρεσε να κάνει αντιπολίτευση πουθενά. Η ταύτιση των δύο κομμάτων εξουσίας σε θέσεις και στην πολιτική διαχείριση, δίνει το πλεονέκτημα σε αυτό που κατέχει την κυβερνητική εξουσία. Γι’ αυτό και το αποτέλεσμα ήταν απολύτως προβλέψιμο.


Προβλέψιμο ήταν και το ότι η κυβέρνηση που θα προέκυπτε από τις εκλογές αυτές θα ήταν πιο αδύναμη από την προηγούμενη. Και αυτό δείχνει να επιβεβαιώνεται. Η ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι η λιγότερο σημαντική πλευρά αυτής της αδυναμίας. Το αποτέλεσμα των εκλογών αποτελεί εκδήλωση της δυσαρέσκειας της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων απέναντι στην κυρίαρχη πολιτική. Αυτή η δυσαρέσκεια αποτελεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν αγώνες, δυσκολεύοντας ή ανατρέποντας τα σχέδια του κεφαλαίου και της κυβέρνησής του. Από εκεί προκύπτει η βασική αδυναμία του σημερινού κυβερνητικού σχήματος.


Ωστόσο, παρά τις αδυναμίες της, η κυβέρνηση αυτή εμφανίζεται με μεγάλες φιλοδοξίες. Όπως φαίνεται από μια σειρά κινήσεις (δηλώσεις Αναλυτή, πάγωμα του νόμου για την παιδεία), προσανατολίζεται στο άνοιγμα του ασφαλιστικού. Ζήτημα κομβικό για το κεφάλαιο διεθνώς, καταπώς δείχνουν ανάλογες κινήσεις σε Γαλλία και Γερμανία, αλλά και επικίνδυνο για κάθε κυβέρνηση. Γι’ αυτό και η σπουδή να κλείσουν τα υπόλοιπα μέτωπα, όπως αυτό της παιδείας. Και γι’ αυτό και η κυβέρνητική πλευρά δεν έχει ανοίξει ακόμα τα χαρτιά της ως προς το τι ακριβώς θα αλλάξει και εξαντλείται προς το παρόν στην αναγνώριση του εδάφους, αναμένοντας και τις εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ.


Η κρίση στο ΠΑΣΟΚ: Κρίση στρατηγικής της σοσιαλδημοκρατίας


Στη δύσκολη θέση της κυβέρνησης συμβάλλει και η κρίση στο ΠΑΣΟΚ. Κρίση που ξέσπασε ανοιχτά με αφορμή την εκλογική πτώση, αλλά προϋπήρχε σαν κρίση στρατηγικής της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα και διεθνώς. Η άτακτη υποχώρηση του εργατικού κινήματος σε όλα τα μέτωπα, κάτω από το βάρος της κατάρρευσης του «υπαρκτού σοσιαλισμού», με συνέπεια την πλήρη επικράτηση της πιο επιθετικής πολιτικής του κεφαλαίου – του νεοφιλελευθερισμού – σε ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη, διαμόρφωσαν την σημερινή πολιτική φυσιογνωμία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Η έλλειψη πίεσης από το εργατικό κίνημα και την Αριστερά, οδήγησε στην πλήρη ενσωμάτωση της σοσιαλδημοκρατίας στη νεοφιλελεύθερη πολιτική. Από εκεί προκύπτει η αδυναμία αντιπαράθεσης με τα καθαρόαιμα συντηρητικά κόμματα. Σε χώρες όπως η Ελλάδα, με σημαντική παράδοση ταξικών αγώνων και σχετικά ισχυρή Αριστερά, η σοσιαλδημοκρατία είναι αναγκασμένη για να επιβιώσει, να εμφανίζεται με «αριστερό προφίλ», κάτι που είναι πια σχεδόν αδύνατο.

Η κρίση του ΠΑΣΟΚ αποτελεί σημαντικό πρόβλημα για την αστική τάξη, καθώς διακυβεύεται η σταθερότητα ολόκληρου του αστικού πολιτικού συστήματος. Στη θέση που βρίσκεται σήμερα το ΠΑΣΟΚ, δύσκολα θα μπορέσει να χειριστεί τις αντιδράσεις στην κυβερνητική πολιτική και να κατευθύνει τους αγώνες σε ανώδυνες κατευθύνσεις και στην ήττα, χωρίς να μπει σε δοκιμασία το ίδιο και χωρίς να υποστεί ανεπανόρθωτη φθορά.


Με βάση αυτά τα δεδομένα, τα περιθώρια ελιγμών για την αστική τάξη είναι αρκετά περιορισμένα. Πιο πιθανή είναι η επιλογή ευέλικτης τακτικής όπως η «σαλαμοποίησης» των μέτρων για το ασφαλιστικό. Παράλληλα, είναι ανοιχτό και το σενάριο της συνολικής αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού στην περίπτωση που το ΠΑΣΟΚ δεν δείχνει σημεία ανάκαμψης.


Μάχη στη βάση της τακτικής του ενιαίου μετώπου


Από όλες τις εξελίξεις, προκύπτει ότι οδηγούμαστε σε σύγκρουση με την κυβέρνηση και την πολιτική της στο πεδίο του ασφαλιστικού. Και αυτό ανεξάρτητα από την τακτική που θα επιλέξει η κυβερνητική πλευρά, ανεξάρτητα δηλαδή από το αν θα προτείνει μέτρα «ήπιας προσαρμογής» ή θα επιλέξει σαρωτικές αλλαγές, ανεξάρτητα από το αν θα στοχεύσει σε συγκεκριμένα τμήματα των εργαζομένων στη λογική της «σαλαμοποίησης» των μέτρων ή θα συμπεριλάβει ολόκληρη την εργατική τάξη.

Οι δυνάμεις της κοινοβουλευτικής Αριστεράς είναι βέβαιο ότι θα προσπαθήσουν να παίξουν ρόλο στους αγώνες. Πρέπει άλλωστε να εκπροσωπήσουν τον κόσμο που τις εμπιστεύθηκε εκλογικά, είναι υποχρεωμένες να αποδείξουν ότι είναι σε θέση να υπερασπιστούν τα δικαιώματα του. Το ίδιο θα προσπαθήσουν και οι δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς που πάντα πρωτοστατούν στους αγώνες.


Θα ενταθεί λοιπόν μοιραία η αντιπαράθεση που έτσι κι αλλιώς διεξάγεται, ανάμεσα στις διαφορετικές γραμμές και αντιλήψεις για το κίνημα. Στην αντιπαράθεση αυτή συγκρούονται ήδη εδώ και καιρό, η αντίληψη της πάση θυσία συμπόρευσης με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, κάτω από την ηγεμονία των αστικοποιημένων ηγεσιών, με τη διασπαστική γραμμή της συγκρότησης των εργαζόμενων και του κινήματός τους σε ιδεολογική βάση. Και οι δύο έχουν δείξει τα όριά τους και τα αδιέξοδα στα οποία οδηγούν.


Είναι ανάγκη σήμερα να ξεπεραστούν αυτές οι γραμμές και οι ταξικές δυνάμεις να κινηθούν και να δράσουν με την τακτική του ενιαίου μετώπου. Ενώνοντας τους εργάτες με βάση τα προβλήματά τους, επιδρώντας στην αγωνιζόμενη εργατική τάξη και στρέφοντάς την ενάντια στον καπιταλισμό και τις κυβερνήσεις των κεφαλαιοκρατών. Σήμερα, η κατάσταση είναι πολύ πιο ώριμη σε σχέση με τα περασμένα χρόνια για την επικράτηση αυτής της τακτικής, ιδιαίτερα στις δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς που κινούμενες χρόνια τώρα με διασπαστικές και άγονες τακτικές οδηγήθηκαν σε αποψίλωση των δυνάμεών τους, ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση του ΠΑΜΕ.


Δυνατότητες για νίκη στην επερχόμενη μάχη υπάρχουν και μάλιστα σημαντικές. Σε αυτό συντείνουν μια σειρά παράγοντες, όπως η αστάθεια του πολιτικού σκηνικού που προκαλεί η κρίση του ΠΑΣΟΚ. Φαίνεται προς το παρόν ότι οι δυνάμεις που φιλοδοξούν να δράσουν σε αγωνιστική κατεύθυνση είναι έτοιμες και ικανές να εκμεταλλευτούν αυτές τις ευκαιρίες. Σε αυτό το πεδίο άλλωστε θα κριθούν για μια ακόμα φορά οι όποιες διαφορετικές γραμμές.