Η απουσία της επαναστατικής Αριστεράς από την εκλογική μάχη

Η απουσία της επαναστατικής Αριστεράς από την εκλογική μάχη


Τα αποτελέσματα της κάλπης της 16ης Σεπτέμβρη σκόρπισαν χαμόγελα στις δυνάμεις της Αριστεράς. Εκατοντάδες χιλιάδες ήταν οι ψηφοφόροι που μετακινήθηκαν από τα κόμματα εξουσίας και σε αυτές τις εκλογές επέλεξαν κάποιο αριστερό ψηφοδέλτιο. Η Αριστερά καταγράφει αθροιστικά το μεγαλύτερο ποσοστό της μεταπολίτευσης.


Η εκλογική αυτή στροφή σίγουρα δεν είναι αμελητέα. Δείχνει κυρίως, την έλλειψη προσδοκιών από την αστική διαχείριση και συνάμα την αδυναμία της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων να ικανοποιήσει τις εργατικές και λαϊκές ανάγκες. Αυτή η έλλειψη προσδοκιών της εργατικής τάξης, την στρέφει προς τα αριστερά γιατί σε αυτές τις δυνάμεις οι εργαζόμενοι αναγνωρίζουν αυτούς που παλεύουν για τα συμφέροντά τους. Αυτές τις δυνάμεις βλέπουν στα συνδικάτα και στους αγώνες. Η εκλογική επιβράβευση της Αριστεράς μπορεί να μην σηματοδοτεί κάποια επαναστατική στροφή όπως θα θέλαμε ενδεχομένως, αντιστοιχεί όμως σε μια σχετική ωρίμανση της εργατικής συνείδησης.


Θα μπορούσε αυτό το εποτέλεσμα, κάτω από άλλες συνθήκες να σηματοδοτεί μια επαναστατική στροφή ή έστω την επαναστατική αναζήτηση τμημάτων της εργατικής τάξης. Όχι όμως σε αυτές τις εκλογές, με βάση τη στάση και το πολιτικό προφίλ που επέλεξαν ή μπόρεσαν να προβάλουν τα αριστερά ψηφοδέλτια όλων των αποχρώσεων. Με λίγα λόγια η επαναστατική αντίληψη ήταν απούσα και από αυτή την εκλογική μάχη.


Το μαζικότερο κόμμα της Αριστεράς, το ΚΚΕ, απέφυγε να προβάλλει ακόμα και το συγχυσμένο πρόγραμμα του για τη λαϊκή εξουσία, πρόγραμμα που απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί επαναστατικό. Η εκλογική του καμπάνια δεν θύμιζε σε τίποτα αυτήν του 2004, όταν η λαϊκή εξουσία ήταν σε πρώτο πλάνο. Στόχος του αυτήν την φορά ήταν η διάχυτη δυσαρέσκεια και σε αυτήν προσανατόλισε την προπαγάνδα του, καταφέρνοντας να διευρύνει την εκλογική του επιρροή, καθώς έχει καταγραφεί σαν η πολιτική δύναμη που κάνει αγώνες – ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά τους – και παλεύει για την υπεράσπιση των λαϊκών δικαιωμάτων. Σαν τέτοια δύναμη ενισχύθηκε και όχι σαν η δύναμη που παλεύει για να αλλάξει τα πράγματα ή που στοχεύει στην επανάσταση και τον κομμουνισμό.


Ο ΣΥΡΙΖΑ παρέμεινε σταθερά προσανατολισμένος στο μεταρρυθμισμό, με κάποιες θολές αναφορές σε «έναν άλλο κόσμο» που ως γνωστόν «είναι εφικτός» για τα μάτια των εξωκοινοβουλευτικών συμμάχων του.


Σημαντική απόσταση από την επαναστατική πολιτική είχαν και τα ψηφοδέλτια της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Οι οργανώσεις που τα στήριξαν δεν έδρασαν σαν δυνάμεις της επαναστατικής Αριστεράς, δεν κατάφεραν ή δεν προσπάθησαν καν να συνδέσουν την εκλογική μάχη με τον «τελικό σκοπό», με την πάλη για την επανάσταση και μια άλλη κοινωνία. Κατέβηκαν στον εκλογικό στίβο, παίζοντας στο ίδιο γήπεδο με ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ, προσπαθώντας να υπερφαλαγγίσουν την κοινοβουλευτική Αριστερά στο ζήτημα των αγώνων και της αντίστασης στην αστική πολιτική.


Όμως, η κοινοβουλευτική Αριστερά διαπραγματεύεται καλύτερα τα ζητήματα που θέτει η εξωκοινοβουλευτική, είναι η Αριστερά που γνωρίζει ο πολύς κόσμος και γι’ αυτό μπορεί και καρπώνεται καλύτερα την αγανάκτηση και τη διαμαρτυρία.


Τα ψηφοδέλτια της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς κατάφεραν και αυτά να ενισχυθούν έστω οριακά. Ακόμα και τα πενιχρά αποτελέσματα που κατέγραψαν αυτά τα ψηφοδέλτια, θα ήταν σημαντικά αν η μάχη των εκλογών δινόταν στη βάση ενός επαναστατικού προγραμματικού πλαισίου και ήταν ενταγμένη σε μια αντίστοιχη τακτική.


Αυτήν την κατεύθυνση δεν μπορούσαν να την υπηρετήσουν τα ΚΚΕ (μ-λ) και Μ-Λ ΚΚΕ, με δεδομένο τον προγραμματικό τους στόχο για αστικοδημοκρατική επανάσταση σαν άμεσο καθήκον. Με μια τέτοια προγραμματική βάση δεν θα μπορούσαν να κάνουν κάτι παραπάνω από το να καλέσουν σε αντίσταση στη κυρίαρχη πολιτική και σε αγώνες.


Τα άλλα δύο εξωκοινοβουλευτικά ψηφοδέλτια ωστόσο, συγκροτήθηκαν από δυνάμεις που σε γενικές γραμμές, δέχονται σαν άμεσο στόχο τη σοσιαλιστική επανάσταση. Και αυτά τα ψηφοδέλτια όμως, δεν κατέθεσαν επαναστατική προγραμματική πρόταση. Δεν έλειψαν από τις διακηρύξεις τους οι αναφορές στο σοσιαλισμό, στην Οκτωβριανή επανάσταση, στην εργατική εξουσία. Οι αναφορές αυτές όμως ήταν ασύνδετες, έμεναν μετέωρες καθώς δεν κατέληγαν σε μια ξεκάθαρη και συνεκτική αντίληψη.


Στη μεν ΕΝΑΝΤΙΑ, κυριάρχησε η μάχη ενάντια στο «μαξιμαλισμό» στα πλαίσια ενός πολιτικού σχεδίου σύμφωνα με το οποίο προείχε η οικοδόμηση δεσμών με τις μάζες στη βάση ενός χαμηλών προσδοκιών περιεχομένου. Στη συνέχεια αυτοί οι δεσμοί θα αξιοποιούνταν για τη ρυμούλκηση αυτών των μαζών στην επαναστατική αντίληψη. Οι περιορισμένες επαναστατικές προγραμματικές αναφορές ήταν στην περίπτωση αυτού του ψηφοδελτίου συνειδητή επιλογή.


Η περίπτωση του ΜΕΡΑ είναι διαφορετική. Εκεί περίσσεψαν οι επαναστατικές κορώνες – και για λόγους διαχωρισμού από την ΕΝΑΝΤΙΑ – χωρίς όμως να συνδέονται με ένα αντίστοιχο πολιτικό περιεχόμενο. Η έλλειψη συνεκτικής πολιτικής αντίληψης στα πλαίσια του ΜΕΡΑ, οδήγησε τελικά σε μνημειώδεις διακηρυκτικές διατυπώσεις που προσπαθούσαν να συνδέσουν τα ασύνδετα και να καλύψουν όλες τις τάσεις.


Το ζήτημα φυσικά, δεν είναι οι διακηρύξεις, αλλά το πως τις συνδέεις με το πρακτικό εργατικό κίνημα. Δυστυχώς όμως, τα ψηφοδέλτια που εμφανίστηκαν από την πλευρά της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς έδειξαν έλλειμα και σε διακηρυκτικό επίπεδο. Οι αναφορές στην εργατική εξουσία, το σοσιαλισμό και την Οκτωβριανή επανάσταση δεν αξίζουν φράγκο αν δεν καταλήγουν στην ανάδειξη του στόχου. Η εργατική εξουσία δεν είναι απλά δύο λέξεις αλλά σημαίνει: δημοκρατία των εργατικών συμβουλίων, εθνικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων και παραγωγικών μονάδων, κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας, εργατικό έλεγχο σε όλη την κλίμακα της παραγωγής.


Αυτά είναι που έπρεπε κατ’ αρχήν να πει η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά και δεν μπόρεσε να τα ψελίσει καθώς βολοδέρνει ανάμεσα στον καουτσκισμό και τις μεταμοντέρνες αντιλήψεις που πρεσβεύουν ότι το κίνημα θα βρει νέους δρόμους για τον κομμουνισμό, αποφεύγοντας ίσως και τα βάσανα της μεταβατικής περιόδου.


Ακόμα σημαντικότερο καθήκον – και ακόμα μακρύτερα από τις δυνατότητες απ’ ότι φαίνεται - αποτελεί η σύνδεση του προγραμματικού πλαισίου με την καθημερινή πάλη. Η επίμονη προπαγάνδιση π.χ. της ανάγκης γενικών συνελεύσεων και αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών στα σωματεία, δεν έχει να κάνει μόνο με την οργάνωση της πάλης, αλλά στοχεύει και στη διαπαιδαγώγηση της εργατικής τάξης ότι μπορεί να ελέγξει και να διοικήσει τα σωματεία της και τους αγώνες της σήμερα και την κοινωνία ολόκληρη αύριο.


Σε αυτήν την κατεύθυνση και προσπαθώντας να απαντήσει και αυτά τα ζητήματα διατυπώθηκε και η πρόταση της κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ για την εκλογική μάχη.

 

Τα ζητήματα φυσικά δεν κλείνουν με την εκλογική μάχη. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο που μπορεί να αποδειχθεί αρκετά ενδιαφέρουσα από πλευράς πολιτικών εξελίξεων και να αναδείξει ευκαιρίες για την επαναστατική Αριστερά. Σε τέτοιες περιόδους είναι που τα ζητήματα της προγραμματικής φυσιογνωμίας και της πολιτικής κατεύθυνσης επανέρχονται πιο επίμονα στο προσκήνιο, μαζί με την ανάγκη για εξαγωγή συμπερασμάτων από τις μάχες και τις ήττες του παρελθόντος.


Β. Θεοφανόπουλος