Άρθρο 16: Διεύρυνση ή Κατάργηση;

Άρθρο 16: Διεύρυνση ή Κατάργηση;


Είναι αλήθεια πως η επίθεση της αστικής τάξης στο χώρο της εκπαίδευσης είναι συνολική και ως τέτοια πρέπει πάντοτε να αντιμετωπίζεται από το φοιτητικό κίνημα. Έτσι τόσο οι νόμοι για την αξιολόγηση, ΙΔΒΕ, ΔΟΑΤΑΠ, ο περιβόητος νόμος πλαίσιο αλλά και η αναθεώρηση της του άρθρου 16 του Συντάγματος είναι πλευρές της αναδιάρθρωσης της εκπαίδευσης με ένα και μόνο σκοπό: την περαιτέρω υπαγωγή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις ανάγκες του κεφαλαίου.


Ωστόσο η τακτική του φοιτητικού κινήματος θα πρέπει κάθε φορά να αλλάζει. Για να το πούμε πιο απλά θα πρέπει η ιεραρχία των στόχων πάλης να αναπροσαρμόζεται κάθε φορά ανάλογα και με την κίνηση του αντιπάλου. Όπως πριν από δύο χρόνια η προτεραιότητα ήταν ο νόμος για την αξιολόγηση (που ναι μεν έγινε νόμος του κράτους, είναι όμως μέχρι σήμερα ανενεργός), όπως το περασμένο καλοκαίρι προτεραιότητα ήταν ο νόμος πλαίσιο (που το φ.κ. πέτυχε την έπ’ αόριστον αναβολή του) έτσι και τώρα θα πρέπει να είναι η αναθεώρηση του άρθρου 16 η προτεραιότητα. Τα πράγματα όμως στην περίπτωση αυτή είναι τελείως διαφορετικά μιας και δεν μιλάμε για ένα ζήτημα που άπτεται των στενών ορίων της ακαδημαϊκής κοινότητας. Μιλάμε για ένα παιχνίδι πρωτίστως κοινοβουλευτικό και ευρύτατα κοινωνικό. Γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεται νηφαλιότητα στην ανάλυση και σοβαρότητα στην πράξη.

Ας δούμε όμως από πιο κοντά την ίδια την διάταξη για την οποία μιλάμε. Πρόκειται για μια ογκώδη διάταξη με εννέα παραγράφους η οποία στη γενικότητα της θεσπίζει την ελευθερία τηι η απαγόρευση σε ιδιώτες να συστήνουν ανώτατες σχολές (παράγραφος 5 και 8 αντίστοιχα). Κανείς όμως δεν κάνει λόγω για την παράγραφο 2 όπου θεσπίζεται ο σκοπός της παιδείας ο οποίος έγκειται : «στην ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλαση τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες». Η συγκεκριμένη διάταξη στο περιεχόμενο της δεν έχει αλλάξει καθόλου σε σχέση με προγενέστερα Συντάγματα. Απλώς η διατύπωση της έγινε πιο κομψή. Για την ιστορία αναφέρουμε πως η φράση «την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης» παλιότερα ήταν διατυπωμένη ως εξής : σκοπός της παιδείας είναι η διαπαιδαγώγηση των Ελλήνων σύμφωνα με τις αρχές του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού» ο οποίος στη συζήτηση στη Βουλή για το Σύνταγμα του 1946 οριζόταν ως αντίθετος προς τον ιστορικό υλισμό!!. Αυτά όμως δεν ενοχλούν την αστική τάξη και τα κόμματα της. Είναι προφανές πως οι ενοχλητικές διατάξεις είναι δύο : η 5 και η 8. στην πρώτη ορίζεται πως η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση ενώ στη δεύτερη ορίζεται ρητά η απαγόρευση σε ιδιώτες να συστήνουν ανώτατες σχολές.

Ενώ οι διατάξεις είναι ξεκάθαρες στο περιεχόμενο τους, σύγχυση φαίνεται να προκαλούν ορισμένα εκσυγχρονιστικά παπαγαλάκια με αφορμή τον όρο «πλήρης αυτοδιοίκηση» της παρ. 5. Το πρόβλημα κατ’ αυτούς είναι ότι τα πανεπιστήμια εξαρτώνται οικονομικά και θεσμικά από το κράτος και δεν μπορούν να αποδεσμευτούν από την «γραφειοκρατία της Μητροπόλεως» δηλαδή του υπουργείου Παιδείας. Προτείνουν πλήρη αυτοδιοίκηση των πανεπιστημίων, πράγμα που σημαίνει οικονομική και διοικητική αυτοτέλειά τους, δηλαδή η χρηματοδότησή τους θα προέρχεται από επιχειρηματίες και ιδιώτες. Οι άνθρωποι αυτοί ζητούν επί της ουσίας το ίδιο πράγμα με αυτούς που ζητούν ιδιωτικά παν/μια.


Από τα παραπάνω πρέπει όμως να καταλήξουμε στην εξής διαπίστωση: Το άρθρο 16 ανήκει σε εκείνη την ομάδα διατάξεων με τον τίτλο ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα. Μπορούμε σχηματικά να πούμε πως αυτά τα δικαιώματα είναι εκείνος ο χώρος που αναγνωρίζεται στους πολίτες και στον οποίο δεν έχει δικαίωμα να παρέμβει περιοριστικά η κρατική εξουσία. Ένα τέτοιο δικαίωμα είναι η ακαδημαϊκή ελευθερία που θεσπίζεται στο άρθρο 16. Η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι ατομικό δ/μα, στα πλαίσια πάντα της αστικής δημοκρατίας, που θεμελιώνει αξίωση απέναντι στην κρατική εξουσία να μην επεμβαίνει περιοριστικά στην διαδικασία κτήσης και μετάδοσης των γνώσεων. Αν αυτό θεωρούνταν ως κάτι δεδομένο το 1975 σήμερα δεν πρέπει να θεωρείται καθόλου ως τέτοιο. Ο λόγος αυτό απλός: Ο κοινωνικός συσχετισμός δυνάμεων «ανάγκαζε» την αστική τάξη να θεσπίζει τέτοιου είδους ελευθερίες και δικαιώματα. Επιπλέον την εποχή εκείνη μια σειρά τομείς όπως η παιδεία, η υγεία, η ασφάλιση δεν θεωρούνταν ως κερδοφόροι με αποτέλεσμα να επωμιστεί στο κράτος η μονοπώλησή τους. Αποκρυστάλλωση της κατάστασης η θέσπιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας και το μονοπώλιο της κρατικής μέριμνας της ανώτατης εκπαίδευσης που θεσπίζονται στο άρθρο 16 του Συντάγματος.


Πολλά όμως έχουν αλλάξει από τότε. Ο συσχετισμός δυνάμεων έχει αλλάξει κατά πολύ και πλέον όλοι οι παραπάνω τομείς πρέπει να υπαχθούν στις ανάγκες της αγοράς προκειμένου να εξυπηρετηθεί καλύτερα η καπιταλιστική κερδοφορία. Τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που είχαν κάποτε θεσπιστεί αναγνωρίζονται πλέον ως δεσμά της καπιταλιστικής ανάπτυξης και άρα πρέπει να καταργηθούν. Η αστική δημοκρατία τρώει τα ίδια της τα σωθικά. Αυτό είναι ένα συμπέρασμα που πρέπει να βγάζουν οι επαναστάτες αλλά και να το αναδεικνύουν προκειμένου να συνειδητοποιήσει η εργατική τάξη και η νεολαία την ταξικότητα του κράτους και τα όρια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.


Στην αρθρογραφία ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16 συχνά αναφέρονται οι συνέπειες μιας πιθανής αναθεώρησης. Πέρα από την απελευθέρωση της «αγοράς των πτυχίων» και την θεσμική αναγνώριση ήδη υπαρχόντων ιδιωτικών κολεγίων, η σοβαρότερη συνέπεια θα είναι η πίεση που θα δεχτεί το δημόσιο πανεπιστήμιο μέσα από τον ανταγωνισμό. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται να ιδρυθούν ιδιωτικά πανεπιστήμια αλλά πρόκειται να πιεστεί το δημόσιο πανεπιστήμιο να λειτουργεί ολοένα και περισσότερο με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, ολοένα και περισσότερο να «χορεύει» στους ρυθμούς της αγοράς. Δίδακτρα, αλλαγή προγραμμάτων σπουδών στην κατεύθυνση της ειδίκευσης και κατάτμησης επιστημονικών αντικειμένων, έρευνα υποταγμένη στις ανάγκες της αγοράς, αυταρχικό πλαίσιο φοιτητής, εντατικοποίηση της φοιτητικής ζωής θα είναι η νέα πραγματικότητα.


Πέρα όμως από το προφανές θα πρέπει οι επαναστάτες να ξεκαθαρίσουν την λογική από την οποία αντιτίθενται στην αναθεώρηση του άρθρου 16, μια λογική η ποία δείχνει ταυτόχρονα και την κατεύθυνση για το πέρασμα σε μια νέα κοινωνία των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών, τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Για να κάνουμε όμως κάτι τέτοιο θα πρέπει να θεμελιώσουμε την αναγκαιότητα της παιδαγωγίας και της εκπαίδευσης σε στέρεο έδαφος. Η εργασιακή δραστηριότητα υπήρξε ανέκαθεν ο παράγοντας εκείνος που έδινε ώθηση στην ανάπτυξη της κοινωνίας. Όσο πιο ανεπτυγμένος είναι ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας δηλαδή όσο τα μέσα που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος στην εργασιακή δραστηριότητα ενσαρκώνουν όλο και περισσότερες γνώσεις τόσο μεγαλύτερος ο όγκος των αναγκαίων γνώσεων που απαιτούνται για την συμμετοχή του κάθε ατόμου στην παραγωγική δραστηριότητα και την κοινωνική ζωή. Εδώ ακριβώς είναι σημαντικός ο ρόλος της εκπαίδευσης.


Για να το πούμε πιο απλά: η εκπαίδευση μέσα σε μια κοινωνία είναι εκείνος ο θεσμός που βοηθά τον νέο άνθρωπο να γνωρίσει τον ανθρώπινο πολιτισμό και να του δώσει τα κατάλληλα εργαλεία για να τον αναπτύξει παράλληλα. Όσο πιο πλατιά είναι η εκπαίδευση που παρέχεται στους πολίτες τόσο μεγαλύτερο το εύρος των γνώσεων, τόσο μεγαλύτερη η ανάπτυξη της κοινωνικότητας των πολιτών, τόσο ευκολότερη η προσαρμογή τους στην παραγωγική δραστηριότητα.


Στην σημερινή εποχή, της τεράστιας εξέλιξης της τεχνολογίας και των επιστημών, οι αστοί θέλουν ένα πανεπιστήμιο που να ειδικεύει, κοντολογίς που να παράγει ειδικευμένους ηλίθιους. Αντίθετα εμείς, μιλώντας από την σκοπιά της εργατικής τάξης, θέλουμε ένα πανεπιστήμιο που να διαμορφώνει συνολικά την προσωπικότητα και να εξοικειώνει τα άτομα με το σύνολο του ανθρώπινου πολιτισμού. Φυσικά δεν τρέφουμε αυταπάτες για το ρόλο της κυρίαρχης ιδεολογίας που είναι φυσιολογικό να αναπαράγεται στο πανεπιστήμιο όσο θα υπάρχει καπιταλισμός. Απλώς, αυτό για το οποίο παλεύουμε στις συνθήκες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι να εξασφαλίσουμε την θεσμική δυνατότητα σε όλους να σπουδάσουν και να μορφωθούν.


Ερχόμαστε έτσι στην άμεσα οικονομική και ταξική πλευρά της αναθεώρησης. Ιδιωτικό παν/μιο ή δημόσιο παν/μιο προσαρμοσμένο στις ανάγκες της αγοράς ισούται με απαγόρευση στα πλαίσια της εργατικής τάξης να σπουδάσουν, για κάτι τέτοιο απαιτούνται χρήματα.


Αυτή πρέπει να είναι η λογική από την οποία πρέπει οι κομμουνιστές να παλεύουν ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16 μέσα στο φοιτητικό κίνημα. Μια λογική που αναδεικνύει την ταξικότητα της παρεχόμενης γνώσης αλλά και την ταξικότητα του εκπαιδευτικού θεσμού αφού διαλύει τα παιδιά της εργατικής τάξης και ταυτόχρονα σηματοδοτεί το πέρασμα σε μια κοινωνία που δεν θα μορφωνόμαστε για να ζούμε, αλλα να ζούμε για να μορφωνόμαστε. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να πραγματοποιήσει σε συνθήκες καπιταλιστικής παραγωγής. Χρειάζεται να μεσολαβήσει η δημιουργική πράξη της επανάστασης.


Φυσικά, δεν πρέπει να μπαίνει η λογική αυτή ως προαπαιτούμενο προκειμένου να οικοδομηθεί μια πλατιά συμμαχία, πολιτική και κοινωνική, στην βάση του όχι της αναθεώρησης του άρθρου 16. Είναι περισσότερο σαν ένας βασικός άξονας πάνω στον οποίο πρέπει να αναπτυχθούν τα κεκτημένα αιτήματα του Φ.Κ. όπως αυτά αποτυπώθηκαν στο κίνημα του Μάη-Ιούνη. Αυτός είναι αναγκαίος όμως προκειμένου να αναπτυχθεί ένα φοιτητικό κίνημα που δεν θα παλεύει από την σκοπιά της υπεράσπισης του ήδη υπάρχοντος επιχειρηματικού πανεπιστημίου αλλά από την σκοπιά της διεκδίκησης πραγματικής δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης ενάντια στους ταξικούς φραγμούς.


Τα κοινοβουλευτικό παιχνίδι είναι στημένο μιας και γνωρίζουμε από τώρα το αποτέλεσμα. Αυτό που κανείς δεν γνωρίζει είναι το παιχνίδι που θα παιχτεί στα αμφιθέατρα, στους χώρους δουλειάς και τους δρόμους. Εκεί δηλαδή που εκτυλίσσεται η πραγματική ζωή.