Διπλωματία αστών και αριστερών, Η στάση της Αριστεράς στις πρόσφατες εξελίξεις στο Μακεδονικό

«Δεν θέλουμε θλιμμένους στη γιορτή μας»

Ουδεμία απορία προκάλεσαν τα διακριτά χαμόγελα της Ντόρας και του Καραμανλή κατόπιν της Συνόδου του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι. Πως θα μπορούσε άλλωστε αφού πίσω από την κυβέρνηση στοιχήθηκε σύσσωμος ο καθωσπρέπει «πολιτικός κόσμος» καθιστώντας δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ της διπλωματίας της ελληνικής κυβέρνησης και της αριστεράς στην πλειοψηφία της.
Ήταν τέτοιο το σημείο σύμπλευσης που φθάνει κάποιος στο σημείο να απορεί, αν θα πρέπει η αριστερά να διατρανώνει το δικαίωμα στην αξιοποίηση της θέσης της Ελλάδας στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα και της συμμετοχής στο ΝΑΤΟ; ή το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των εθνών με εργατικό και επαναστατικό τρόπο; Το ΚΚΕ επέλεξε εμφανώς το πρώτο. Συμφώνησε η κυβέρνηση να σηκώσει κεφάλι, να πάρει θαρραλέες ενέργειες και να θέσει βέτο που θα πιάσει. Σε αυτό το πλαίσιο άσκησε κριτική ότι το βέτο ήταν «διαδικαστικό» και ολίγον τι απαλό!!! Ταυτόχρονα, δεν ήταν αρνητικό σε σύγκλιση συμβουλίου πολιτικών αρχηγών και έκανε ουκ ολίγες φορές συστάσεις στην Ντόρα ως προς το πως θα πρέπει να ασκηθεί το βέτο (!) εντασσόμενο και αυτό στην αστική διαταξική καραμέλα ότι τα εθνικά θέματα είναι υπερκομματικά και πρέπει να λύνονται με γνώμονα το εθνικό συμφέρον.
Για να μην κακοχαρακτηριστεί όμως η αστικοδιπλωματική γραμμή του ΚΚΕ δεν παρέλειψε να αναφέρει:
“Το κυριότερο δεν είναι το θέμα της ονομασίας, αλλά η διασφάλιση των σχέσεων ειρηνικής συνεργασίας και ανάπτυξης σχέσεων καλής γειτονίας, διασφάλισης του απαραβίαστου των συνόρων των δύο χωρών, αποφυγή κάθε αλυτρωτικής προπαγάνδας, καθώς και ενεργειών που δυσκολεύουν την προσέγγιση και τη συνεργασία των δύο κρατών.”
Μάλλον το ΚΚΕ έχε ξεχάσει τις ήδη υφιστάμενες σχέσεις «καλής γειτονίας» με την Δημοκρατία της Μακεδονίας. Έχει ξεχάσει τις εξαγορές επιχειρήσεων από το Ελληνικό κεφάλαιο, τη μείωση των καταβαλλόμενων μισθών για τους έλληνες καπιταλιστές από 800 ευρώ (στην Ελλάδα) σε 80 ευρώ που δίνουν στην Δημοκρατία της Μακεδονίας, τις επενδύσεις που φθάνουν στο 1/3 του ΑΕΠ της γείτονας χώρας. Αρκεί λοιπόν να υπάρξουν σχέσεις καλής γειτονίας; Σε ποιες σχέσεις αναφέρεται; Μάλλον στις παλιές γνώριμες σχέσεις εκμετάλλευσης.


Γεωγραφικός προσδιορισμός και μειονότητα

“Ο όρος Μακεδονία ή σχετικό παράγωγο εκφράζει αποκλειστικά και μόνο γεωγραφική έννοια, πράγμα που αναιρεί την ύπαρξη μακεδονικής εθνότητας και την έγερση μειονοτικών ζητημάτων.” ανέφερε η Παπαρήγα.  Στο ίδιο μήκος κύματος με την δήλωση του Φλωράκη το ‘88, ότι δεν υπάρχει μακεδονική μειονότητα,  η Παπαρήγα λύνει το ζήτημα με μαγικό τρόπο. Δεν υπάρχετε κύριοι και αν διεκδικείτε να υπάρχετε το πράττετε ως πιόνια του ιμπεριαλισμού είτε του ευρωπαϊκού είτε του αμερικάνικου! Συν τοις άλλοις, αυτή η θέση δικαιώνει και την πολιτική της κρατικής καταστολής και αφομοίωσης που άσκησε η ελληνική κυβέρνηση από το 1913. Εφόσον – σύμφωνα με το ΚΚΕ - δεν υπάρχει κάποια μειονότητα, δεν υπήρξε και ζήτημα καταστολής.
Είναι ένα πράγμα να καταδεικνύεις και να πολεμάς την αξιοποίηση εθνικών ζητημάτων από ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και είναι εντελώς άλλο να διαγράφεις ως ανύπαρκτες μειονότητες και εθνικές καταπιέσεις.
Δεν θα επαναλάβουμε εδώ την σημασία του αυτοπροσδιορισμού και της αυτοδιάθεσης στο έργο του Λένιν, θα επισημάνουμε όμως προσυπογράφοντας, ότι η “προλεταριακή δημοκρατία είναι χίλιες φορές πιο δημοκρατική από οποιαδήποτε αστική δημοκρατία”(Β.Ι. Λένιν,”Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι”).  Βάσει αυτής της θέσης του Λένιν ανακύπτει το εξής ερώτημα: εφόσον η αστική δημοκρατία καταφέρνει και αναγνωρίζει μειονότητες ως έναν βαθμό, το εργατικό κράτος τι οφείλει να πράξει; Να κάνει πως δεν υπάρχουν; Ή να παλέψει ώστε να αποσπαστούν οι μειονότητες και εθνότητες από διαφόρους καλοθελητές προστάτες;

Με την ίδια ευκολία που εξαφάνισε το ΚΚΕ τη μακεδονική εθνική ταυτότητα , εξαφάνισε και την ύπαρξη ζητήματος καταπίεσης για τους Κοσσοβάρους. Αναφέρει: “Είμαστε εμείς που αποκαλύψαμε τις δύσκολες ώρες, ότι Γερμανοί και Ούγγροι μισθοφόροι φόρεσαν στολές Σέρβων και τους έστειλαν να δολοφονούν Αλβανούς για να ανάψουν τη φλόγα του εμφυλίου πολέμου.”
Κανένα όμως υποκριτικό πρόσχημα της ιμπεριαλιστικής επέμβασης το 1999 δεν καθιστά τα εθνικά ζητήματα τεχνητά και δημιουργημένα εκ του μηδενός, ειδάλλως θα αρκούσε να ντύνονται αποκριάτικα οι ιμπεριαλιστές και να προκαλούν πολέμους. Διότι είναι πλήρως υπαρκτά γεγονότα, ότι οι Αλβανόφωνοι εξεγέρθηκαν μεταπολεμικά το 1968 όπως και το 1981, ενώ με την ακύρωση της αυτονομίας τον Οκτώβριο του 1989 ξεσπάσανε άγριες συγκρούσεις με νεκρούς. Αυτό οδήγησε σε εκατέρωθεν βούλιαγμα στον εθνικισμό με αποτέλεσμα ο ιμπεριαλισμός να αξιοποιήσει το υπαρκτό εθνικό ζήτημα προς το συμφέρον του.

Αριστεροί συνοριοφύλακες

Σχεδόν το σύνολο της αριστεράς με την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ φαντάζει σαν να έχει πελαγώσει και έχει υπεισέλθει σε μια γραμμή ήττας που αρκείται στο «να σώσουμε οτιδήποτε κι αν σώζεται». Από την μεριά του ΚΚΕ ο διεθνισμός ταυτιζόταν με τις ερπύστριες των τανκ του Συμφώνου Βαρσοβίας και εφόσον τελείωσε αυτή η περίοδος, δείχνει να νοσταλγεί τον “καλύτερο διεθνή συσχετισμό δυνάμεων” και τα σύνορα του 1945.  Τα εν λόγω σύνορα βεβαίως σε καμία περίπτωση δεν χαράχτηκαν με δημοκρατικό τρόπο αλλά αποτέλεσαν προϊόν της συμφωνίας μεταξύ της γραφειοκρατίας της ΕΣΣΔ και των ιμπεριαλιστών στις Συνθήκες Γιάλτας και Ποτσδαμ. Τοιουτοτρόπως περιφρουρήθηκαν με τα γραφειοκρατικά τανκ, μέχρι να καταρρεύσουν πλήρως απαξιωμένα στα μάτια της εργατικής τάξης αυτών των χωρών που κάθε άλλο παρά τα υπερασπίστηκε. Δεν είναι μόνο όμως το ΚΚΕ που έχει καταστεί τερματοφύλακας και συνοριοφύλακας, το ίδιο δηλώνουν τόσο ο ΣΥΝ (με την πάγια θέση του για «λύσεις» εντός των πλαισίων της ΕΕ και του ΟΗΕ),  αλλά και οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που υιοθετούν το σύνθημα της μη αλλαγής συνόρων (ΝΑΡ,ΑΡΑΝ).

Μπορεί να αντιτείνει κάποιος: και τι επιθυμείς, να αφήσεις τον ιμπεριαλισμό με λυμένα χέρια να ξαναχαράξει όλον τον χάρτη της Ευρώπης και των Βαλκανίων;

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να αναφερθεί ότι για την καταπόντιση της αριστεράς και του κομμουνιστικού κινήματος σε αυτές τις χώρες μερίδιο ευθύνης έχουν και τα ελληνικά φερέφωνα των εκάστοτε γραφειοκρατών που λιβάνιζαν αυτά τα καθεστώτα ως σοσιαλιστικά. Μη παραλείποντας να στέλνουν στο πυρ το εξώτερον ως πράκτορα, οποιονδήποτε άλλο ισχυρίζονταν κάτι διαφορετικό. Που πήγαν αυτά τα κάστρα του σοσιαλισμού και του αντιρεβιζιονισμού (π.χ.Αλβανία), τα ΚΚ και οι τιμημένες εργατικές τους τάξεις; Μήπως αυτά τα κομμάτια της αριστεράς έχουν μερίδιο ευθύνης για τον κατά τα άλλα αρνητικό διεθνή συσχετισμό δυνάμεων που τόσο δεν τους αρέσει;
Επιπλέον, ρόλος της  επαναστατικής αριστεράς δεν είναι να προσεύχεται μην αλλάξουν τα σύνορα, αλλά να καταδεικνύει ότι οι διεθνείς συμφωνίες και συνθήκες, καθώς και τα κάθε φορά υφιστάμενα σύνορα, δεν αντιπροσωπεύουν παρά την αποκρυστάλλωση του συσχετισμού δύναμης σε μια ορισμένη χρονική στιγμή. Είναι επίσης αναπόφευκτο, ότι εθνικά ζητήματα ολοένα και θα ανακύπτουν δεδομένης της ανισόμετρης ανάπτυξης που πλήττει πρώτα και κύρια τις περιοχές των μειονοτήτων (που δεν υπάρχει Βαλκανική χώρα να μην έχει τουλάχιστον από μια). Διόλου απίθανο επίσης, η καθήλωση των ρυθμών ανάπτυξης παγκοσμίως να αποτελέσει πεδίο δημιουργίας περαιτέρω κεντρόφυγων δυνάμεων που ενδέχεται να πάρουν και τον χαρακτήρα νέων εθνικών κινημάτων.
Με γνώμονα αυτά, η επαναστατική αριστερά πρέπει να ορθώσει το ανάστημα της ώστε να αποσπάσει τα εθνικά κινήματα και την εργατική τάξη από την επιρροή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, ανατρέποντας τον συσχετισμό και απαιτώντας σαφέστατα και ρητά να ξεκουμπιστούν όλοι οι μεγάλοι προστάτες από τα βαλκάνια μαζί και οι αστικές τάξεις των χωρών. Αυτό έπραττε το σοσιαλιστικό κίνημα από  το 1908 με την Φεντερασιόν και την σύνδεση με την Β' Διεθνή, την Βαλκανική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία(1910), την μετέπειτα Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία που προσχώρησε στην Γ' Διεθνή (1919). Ο γραφειοκρατικός εκφυλισμός του κομμουνιστικού κινήματος με την επικράτηση του Σταλινισμού σηματοδότησε και το τέλος της διεθνούς (τυπική διάλυση της Διεθνούς το 1943) και της παραχάραξης και της έννοιας του προλεταριακού διεθνισμού.
Το ότι σήμερα μπορεί να φαντάζει μακρύς ο δρόμος για μια διεθνή στα Βαλκάνια (και για αυτό όπως επισημάνθηκε φταίνε πρώτα και κύρια οι διαστρεβλωτές του σοσιαλισμού και κομμουνισμού) δεν αναιρεί ότι πρέπει κάποιος να πάρει απόφαση αν επιθυμεί να διαβεί αυτόν τον δρόμο ή όχι. Αν θα πρέπει να λάβει υπόψη του το πλέον μικρό σκίρτημα της εργατικής τάξης έναντι των αστικών κυβερνήσεων ή θα αφορίζει για αμερικανόδουλους λαούς (ΠΡΙΝ 8/6/08 Δελαστίκ: για τους σλαβόφωνους Μακεδόνες) σαν να εξαφανίστηκε η ταξική πάλη βορείως της Ελλάδος.

Αλυτρωτισμός και ταξική πάλη στα Βαλκάνια
Το πολιτικό σκηνικό στη Δημοκρατία της Μακεδονίας

Για να κατανοήσουμε το ποίες είναι οι κυρίαρχες πολιτικές στην Δημοκρατία της Μακεδονίας θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ένα ελάχιστο ιστορικό της πολιτικής ιστορίας της χώρας. Από το 1991 ως το 1998 στην κυβέρνηση βρίσκεται η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση Μακεδονίας, δηλαδή το πρώην γραφειοκρατικό κόμμα, με ηγέτη τον Κίρο Γκλιγκόροφ. Η περίοδος Γκλιγκόροφ θα σφραγιστεί από μια μετριοπαθή θέση ότι οι Μακεδόνες είναι Σλάβοι και συνεπώς δεν είναι απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων.
Το VMRO-DPMNE από την μεριά του, αρχικά την περίοδο αυτή ως αντιπολίτευση ζητεί την εδαφική ενοποίηση του μακεδονικού λαού. Πλην όμως, το ίδιο αυτό εθνικιστικό κόμμα σε συνέδριο του 1995 κατανοεί ότι για να καταστεί κυβέρνηση και κατά συνέπεια αξιόπιστη δύναμη στα πλαίσια της Ευρώπης και του ΝΑΤΟ, πρέπει να απαλείψει παράλογες αξιώσεις ενός αλυτρωτικού εθνικισμού που περισσότερο εκθέτει το κόμμα παρά βοηθά. Προσαρμόζεται σε μια Ευρωπαϊκή πορεία και 3 χρόνια αργότερα θα βγει κυβέρνηση (1998), συγκυβερνώντας με Αλβανικό κόμμα, γεγονός φαινομενικά ασύμβατο με την σκληρή του αντιπολιτευτική εθνικιστική στάση ως το 95. Παρόλα αυτά, η Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν θα γλιτώσει τις ένοπλες συμπλοκές με Αλβανικές ομάδες με αποτέλεσμα έναν μικρής έντασης εμφύλιο πόλεμο το 2001.
Αυτά συντελούνται με κυβέρνηση του VMRO. Οι εχθροπραξίες θα σταματήσουν μετά την συμφωνία της Οχρίδας το 2001, που έδινε αρκετά δικαιώματα στις μειονότητες και στην Αλβανική, αλλάζοντας το Σύνταγμα της χώρας. Το 2002 η εξουσία θα επανέλθει στην Σοσιαλδημοκρατική Ένωση ως το 2006, από τότε τα ηνία έχει αναλάβει ο Γκρούεφσκι του VMRO που ήταν και ο νικητής των τελευταίων εκλογών.

Το 2004 είχε επιχειρηθεί η διενέργεια δημοψηφίσματος για την αναίρεση των δικαιωμάτων των Αλβανών και των μειονοτήτων, πλην όμως το δημοψήφισμα θεωρήθηκε μη γενόμενο καθότι δεν προσήλθε ο απαραίτητος αριθμός (25% ήταν η επίσημη προσέλευση). Διαβάζοντας κανείς το πρόγραμμα του κυβερνώντος κόμματος θα δει ότι δεν διακατέχεται από ιδιαίτερη πρεμούρα για αλλαγή συνόρων και χαμένων εδαφών, αντιθέτως το όλο βάρος έχει ριχτεί στην διευθέτηση των ζητημάτων με τους Αλβανούς και φυσικά την απεγνωσμένη προσέλκυση κεφαλαίων από οπουδήποτε είναι δυνατόν, ώστε να επιτευχθεί η είσοδος σε ΕΕ και ΝΑΤΟ.

Συχνά χρησιμοποιείται στην Ελλάδα το επιχείρημα ότι απόδειξη του αλυτρωτισμού της ΔτΜ, είναι συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος της χώρας. Το επιχείρημα αυτό χρησιμοποιείται όχι μόνο από το ΥΠΕΞ, αλλά και από το ΚΚΕ. Προσφάτως η Κανέλλη, μετά το βέτο, στις ερωτήσεις δημοσιογράφου αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι οι χειρισμοί ήταν σωστοί από την Ελληνική κυβέρνηση αλλά δεν έμεινε ικανοποιημένη ως προς το Σύνταγμα και τις αλυτρωτικές διατάξεις του!  Περί τίνος πρόκειται όμως; Ο λόγος για το άρθρο 49 όπου αναφέρεται ότι: “η Δημοκρατία μεριμνά για τη θέση και τα δικαιώματα των Μακεδόνων, οι οποίοι ζουν στις γειτονικές χώρες και φροντίζει για την πολιτιστική ανάπτυξη τους και προωθεί τους δεσμούς μαζί τους” (εκδοχή του 1992). Το 2002 προστέθηκε: “Στην άσκηση αυτού του ενδιαφέροντος η Δημοκρατία δεν θα εμπλακεί στα κυριαρχικά δικαιώματα άλλων χωρών ή στις εσωτερικές της υποθέσεις”.
Αφήνουμε την προσθήκη του 2002 που συνηγορεί ενάντια στον αλυτρωτισμό και παραπέμπουμε την Κανέλλη το ΚΚΕ και άλλους Έλληνες πολιτικούς παράγοντες στο Ελληνικό Σύνταγμα! Η ειρωνεία είναι πως το ελληνικό σύνταγμα περιέχει ένα άρθρο απολύτως ανάλογο με το άρθρο 49 του μακεδονικού συντάγματος. Το άρθρο 108 του ελληνικού συντάγματος προβλέπει πως “το κράτος μεριμνά για τη ζωή του απόδημου ελληνισμού και τη διατήρηση των δεσμών του με τη μητέρα Πατρίδα” και πράγματι η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει δραστήρια τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας της Αλβανίας κ.α.
Επιπρόσθετα, το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, με αστικοδημοκρατικούς όρους εμφανίζεται πιο γενναιόδωρο στο θέμα των μειονοτήτων από αυτό της Ελλάδας. Συγκεκριμένα αναφέρει και αναγνωρίζει τους Αλβανούς, Τούρκους, Βλάχους, Σέρβους, Ρόμα, Βόσνιους, ως ισότιμους πολίτες του κράτους της Μακεδονίας, ενώ ως γνωστόν, εν ελλάδι αναγνωρίζεται μόνο η φάρσα της «μουσουλμανικής μειονότητας».
Αλυτρωτισμός φυσικά και υπάρχει από διάφορους παράγοντες (ακόμη και στα σχολικά εγχειρίδια), όπως υπάρχει και εδώ, πλην όμως, η κυρίαρχη  αστική γραμμή διαφέρει και συγκυριακά καταφεύγει σε αυτόν.
Η εικόνα που παρουσιάζει η αριστερά για την γείτονα χώρα είναι μιας τρύπας στην ταξική πάλη, σαν να εξαφανίστηκε ως δια μαγείας η εργατική τάξη και η ταξική πάλη έχει υποσκελιστεί από τον τρισκατάρατο αλυτρωτισμό που σιγοντάρεται από τους Αμερικάνους. Το πλέον αστείο βέβαια, στην όλη υπόθεση, είναι η αναγόρευση σε σφοδρούς επικριτές της αμερικανοφιλίας της γείτονας χώρας, δημοσιογράφων όπως ο Πρετεντέρης, ο Ευαγγελάτος μέχρι κι η βαμμένη δεξιά Μαριάνα Πυργιώτη (ΑΝΤ1) η οποία σκανδαλίστηκε από την ανέγερση αμερικάνικης βάση στην Μακεδονία. Προφανώς η ύπαρξη βάσεων στην Ελλάδα επί 50 χρόνια δεν της προξενούν την ίδια εντύπωση.

Εξαφανίστηκε όμως όντως η εργατική τάξη  από την Δημοκρατία της Μακεδονίας; Οι αντιφάσεις η ελπίδα μας

Η οικονομία της Δημοκρατίας της Μακεδονίας χαρακτηρίζεται από υψηλότατα ποσοστά ανεργίας (35%) και μαύρης οικονομίας (15 – 42% του ΑΕΠ). Η κατάρρευση της σαπισμένης Γιουγκοσλαβίας επέφερε τις γνωστές μεταμορφώσεις των πρώην ΚΚ σε άκριτους υποστηρικτές της παλινόρθωσης και των ιδιωτικοποιήσεων. Η Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Ο Γκλιγκόροφ και η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση που κυβερνούσε τα πρώτα 8 χρόνια, δεν άφησε ούτε χαραμάδα παρεξήγησης στο Σύνταγμα του 92, όπου κατοχυρώθηκε «η ελευθερία της αγοράς και της επιχειρηματικότητας» ως βασική αρχή (άρθρο 8). Πιστοί στα λόγια τους οι πολιτικοί πάσης απόχρωσης διαγωνίζονται ως σήμερα στις ιδιωτικοποιήσεις τα ξεπουλήματα και το κυνήγι ξένων επενδύσεων προς τον «εθνικά διακηρυγμένο» στόχο της Ευρωατλαντικής ενσωμάτωσης (και όχι της κατάκτησης της Θεσσαλονίκης όπως φαντάζονται διάφοροι άσχετοι έλληνες αριστεροί και μη). Το ρευστό από τις ιδιωτικοποιήσεις καταφέρνει προσωρινώς να φουσκώσει τους ρυθμούς ανάπτυξης. Ως γνωστόν, από τα ξεπουλήματα κάθε άλλο παρά παραπονεμένη έχει μείνει η ελληνική πλευρά, αντιθέτως το ξεπούλημα του μοναδικού διυλιστηρίου (ΟΚΤΑ) στα Ελληνικά Πετρέλαια το 1999 με αδιαφανείς διαδικασίες προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων.

Και η εργατική τάξη; Η εργατική τάξη, χωρίς οποιαδήποτε δόση εξιδανίκευσης, έχει δείξει σκιρτήματα εναντίωσης, ειδικά το 2002, προ και μετά των εκλογών. Ένα μήνα μετά την εκλογή της κυβέρνησης της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης, η χώρα παρέλυσε με απεργίες σε 17 επιχειρήσεις και την καθήλωση του σιδηροδρομικού δικτύου, με αιτήματα την πληρωμή χρωστούμενων, την επαναφορά της προηγούμενης νομοθεσίας για τα εργατικά δικαιώματα και της κατοχύρωσης της αποζημίωσης, κατόπιν κλεισίματος 30 επιχειρήσεων. Τον Φλεβάρη του 2002 δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι, απέργησαν ενάντια σε μέτρα του ΔΝΤ και συγκρούστηκαν με τις δυνάμεις καταστολής έξω από το κοινοβούλιο, μαζί με εργαζόμενους σε χρεοκοπημένες επιχειρήσεις. Απεργίες συνεχίστηκαν και τον Μάη με αιτήματα κατώτατου μισθού στα 120 ευρώ (ως σήμερα ο κατώτατος κυμαίνεται στα 80). Το 2000 20% του πληθυσμού ήταν κάτω από το όριο της φτώχειας στο 2002 ανέβηκε στο 25% και το 2006 30% (το όριο μεταφράζεται σε 50 ευρώ το μήνα).
Πολλοί αριστεροί, μαθημένοι στην πάλαι ποτέ γραφειοκρατική σχολή, θα αρκεστούν στην εθνοκεντρική εναντίωση στους Αμερικάνους, που και πέραση έχει και δόσεις αντι-ιμπεριαλισμού μπορεί κάποιος να επικαλεστεί ακόμα και αν αυτό μεταφράζεται σε συμπαράταξη με την Ντόρα.
Πέραν λοιπόν της πρωταρχικής αντίθεσης μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας που έχει ξεχαστεί από διαφόρους ελέω ΗΠΑ και της ενδοεθνοτικής αντίθεσης (Αλβανόφωνων – Σλαβόφωνων) δεν λείπει και μια αντίθεση ενάντια στο ΝΑΤΟ (που δεν ξεφεύγει όμως από τα όρια του εθνικισμού).  Λίγοι προφανώς θα γνωρίζουν ότι τον Ιούνη του 2001 μετά την διάσωση από τις ΗΠΑ ανταρτών του Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού (Αλβανών του Αχμέτι), χιλιάδες σλαβόφωνοι Μακεδόνες διαδήλωσαν με συνθήματα «Θάνατος στους Αλβανούς», «Έξω το ΝΑΤΟ», «Το ΝΑΤΟ θέλει να Αλβανοποιήσει την χώρα» καίγοντας και φωτογραφίες του τότε επίτροπου της ΕΕ Σολάνα. Όπως στα ψιλά πέρασε ο θάνατος ενός Βρετανού στρατιώτη της αποστολής του ΝΑΤΟ από εκτοξευόμενο βλήμα τον Αύγουστο του 2001.


Ο. Π.

Αναζήτηση

Γνώμες