Κεντρικό άρθρο (φ.1)

Σε λίγες μέρες, κλείνει ένας χρόνος από την εκλογική νίκη της ΝΔ και, παρά τα όποια προβλήματα, η κυβερνητική φθορά είναι ελάχιστη. Για να υπάρξει, άλλωστε, πολιτική φθορά της κυβέρνησης, σε συνθήκες σαν τις σημερινές που η επαναστατική πρόταση απουσιάζει από το πολιτικό προσκήνιο, πρέπει να υπάρχει κάποια αστική πολιτική δύναμη που να την προκαλέσει, παρουσιάζοντας μια στοιχειωδώς διαφορετική πρόταση διακυβέρνησης. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να το κάνει το ΠΑΣΟΚ, το κόμμα που, στην διάρκεια των 11 χρόνων της κυβερνητικής θητείας του, υλοποίησε μέχρι κεραίας το πρόγραμμα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει το διάστημα 1990 – ’93.


Η πιο σημαντική πολιτική πρωτοβουλία της κυβέρνησης, μέχρι τώρα, ήταν ο νόμος για τον «βασικό μέτοχο». Ο νόμος αυτός, σύμφωνα με την κυβερνητική πλευρά, στόχευε στο να χτυπήσει την «διαπλοκή», δηλαδή τη σύμφυση ανάμεσα σε επιχειρηματικούς ομίλους, μέσα μαζικής ενημέρωσης και πολιτικούς.


Στόχος του νόμου, ήταν βέβαια, η αναδιανομή της πίττας ανάμεσα στους μονοπωλιακούς ομίλους. Αυτό ήταν και το μοναδικό σημείο στο οποίο είπε την αλήθεια το ΠΑΣΟΚ, που κατά τ’ άλλα εκπροσώπησε σθεναρά τους θιγόμενους κεφαλαιοκράτες, καταφέρνοντας να χάσει πολιτικά και σε αυτό το ζήτημα αποκαλύπτοντας την πολιτική του γύμνια και τις «στενές» σχέσεις του με το κεφάλαιο.


Το χτύπημα της «διαπλοκής» ήταν, φυσικά, ένα πρόσχημα. Η «διαπλοκή» είναι οργανικό στοιχείο της λειτουργίας του καπιταλισμού και εκδηλώνεται σε όλες τις πλευρές της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Σκόπιμα, τα φερέφωνα του συστήματος περιορίζουν το πρόβλημα στους εργολήπτες δημοσίων έργων που έχουν στην κατοχή τους ΜΜΕ κι επομένως και την δύναμη να εκβιάζουν κυβερνήσεις για να αναλαμβάνουν εργολαβίες. Η διαπλοκή όμως είναι κυρίως αλλού: από την εκλογή της συντριπτικής πλειοψηφίας των βουλευτών των αστικών κομμάτων με τη στήριξη επιχειρηματικών ομίλων και την παρουσία ενός μικρού κύκλου πολιτικών στα κανάλια (με ποιο κριτήριο άράγε καλούνται αυτοί και όχι κάποιοι άλλοι;), εώς την απόφαση της κυβέρνησης Σημίτη για στήριξη του χρηματιστηρίου με τα λεφτά των ασφαλιστικών ταμείων και τα «δωράκια» δισεκατομμυρίων ευρώ προς το κεφάλαιο, μέσω του προϋπολογισμού.


Ο σκυλοκαυγάς ανάμεσα στα κέντρα του κεφαλαίου, δείχνει ότι το κεφάλαιο δεν μπορεί να είναι ενωμένο, ειδικά σε μια περίοδο που παίζει σχεδόν χωρίς αντίπαλο, αφού το εργατικό κίνημα είναι ξεδοντιασμένο και απουσιάζει από τη διαμόρφωση των εξελίξεων. Επιπλέον συμπέρασμα, είναι ότι το πολιτικό προσωπικό έχει μια σχετική αυτονομία και γι’ αυτό το κεφάλαιο έχει ανάγκη ικανούς πολιτικούς για να διαχειριστούν τις υποθέσεις του. Η αυτονομία αυτή, κινείται βέβαια σε ένα προκαθορισμένο πλαίσιο στόχων, που είναι η εξυπηρέτηση των καπιταλιστικών συμφερόντων, η ενίσχυση του αστικού καθεστώτος και η διατήρηση της κοινωνικής συναίνεσης.



Σκάνδαλα: Προσπάθεια για κάθαρση ή ξεκαθάρισμα λογαριασμών;


Δημοσιογράφοι που «τα παίρνουν», δικαστές που λαδώνονται, δεσπότες μπλεγμένοι σε κάθε δυνατή παρανομία. Το προσκήνιο της επικαιρότητας, τον τελευταίο μήνα, κυριαρχείται από σκάνδαλα κάθε είδους.


Το ερώτημα δεν είναι πως θα «καθαρίσει» ο δημόσιος βίος από αυτά τα φαινόμενα, αφού αυτά υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν σε κάθε καπιταλιστικό κράτος, αλλά γιατί αυτά βγαίνουν τώρα στη δημοσιότητα;


Η σκανδαλολογία είναι μέθοδος ξεκαθαρίσματος λογαριασμών μεταξύ τμημάτων της αστικής τάξης. Ο κύκλος αυτός θα κλείσει, με κάποιου τύπου «κάθαρση», όταν και θα έχει επιτευχθεί νέα ισορροπία που θα αντικατοπτρίζει τον σημερινό συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στις αστικές μερίδες.


Ο θόρυβος, για παράδειγμα, για τους δημοσιογράφους που «τα παίρνουν», δεν έχει στόχο να καθαρίσει το χώρο του τύπου, αλλά να πιέσει δημοσιογράφους για αλλαγή στρατοπέδου. Μπορούμε να τον θεωρήσουμε σαν συνέχεια της προσπάθειας της κυβέρνησης για έλεγχο των ΜΜΕ, όπως εκδηλώθηκε με το νόμο για το βασικό μέτοχο. Παρόμοιες είναι και οι επιδιώξεις για τους δικαστές, ενώ οι «αποκαλύψεις» για την εκκλησία, φαίνεται να στοχεύουν στον περιορισμό του πολιτικού ρόλου της εκκλησίας και του αρχιεπισκόπου.



Ο επόμενος γύρος θα είναι ενάντια στην εργατική τάξη


Με το κλίμα σκανδαλολογίας και την εκλογή προέδρου, κλείνει ένας γύρος κυβερνητικής δραστηριότητας που είχε στόχο να διαμορφώσει όρους για μακρόχρονη κυριαρχία της Ν.Δ. και των αστικών μερίδων που εκπροσωπεί. Απο’ δω και στο εξής, έχοντας, πλέον, ρυθμίσει η κυβέρνηση αυτά τα ζητήματα, και εξασφαλίζοντας ευπρόσωπη στήριξη από τα ΜΜΕ, μπορεί να προχωρήσει στη διευθέτηση των κύριων ζητημάτων που παραμένουν ανοιχτά για το ελληνικό κεφάλαιο και αφορούν την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς του στο διεθνές περιβάλλον, όπως είναι το ασφαλιστικό, οι εργασιακές σχέσεις και η αναδιάρθρωση στην εκπαίδευση.


Στη μάχη αυτή, η κυβέρνηση και η αστική τάξη θα χρησιμοποιήσουν όλα τους τα όπλα. Από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και τα ΜΜΕ, ως τους διεθνείς οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ήδη βλέπουν το φως της δημοσιότητας παραινέσεις του ΔΝΤ για «άρση των δυσκαμψιών στη αγορά εργασίας», ενώ η ΕΕ συνεχίζει να «ανησυχεί» για το δημοσιονομικό πρόβλημα.


Σε σχέση με το ασφαλιστικό, η τακτική που φαίνεται να επιλέγεται είναι η «σαλαμοποίηση» του ζητήματος. Ήδη, έχει ανοίξει το ασφαλιστικό των τραπεζών και των ΔΕΚΟ, ενώ για τους υπόλοιπους εργαζόμενους ο υπουργός οικονομικών εξήγγειλε την έναρξη διαλόγου.


Παράλληλα, συνεχίζεται η σύγκρουση για την απελευθέρωση του ωραρίου, ενώ και επιμέρους μάχες βρίσκονται σε εξέλιξη, με πιο σημαντική την πρόταση της διοίκησης του ΟΤΕ για εθελούσια έξοδο 6000 εργαζομένων και την πρόσληψη στη θέση τους 2000 νέων εργαζόμενων χωρίς μονιμότητα.


Όλα αυτά, στο φόντο της λιτότητας («ήπια προσαρμογή» την ονόμασε ο υπουργός οικονομίας). Η δημοσιονομική απογραφή που έκανε η κυβέρνηση, είχε στόχο να δικαιολογήσει τη διαιώνιση της λιτότητας, την απόκρουση αιτημάτων που θα έπρεπε να καλύψει το δημόσιο (π.χ. την πληρωμή των κρατικών οφειλών στα ασφαλιστικά ταμεία) και την εξασφάλιση της στήριξης της ΕΕ σε αυτή την πολιτική. Σε αυτή την κατεύθυνση αξιοποιήθηκε και το υπέρογκο κόστος των Ολυμπιακών αγώνων.


Σημαντικό είναι και το ζήτημα της εκπαίδευσης, όπου η ελληνική αστική τάξη θέλει να συμβαδίσει με τους ομολόγους και ανταγωνιστές της στην Ευρωπαϊκή Ένωση (βλ. Σελ. 10).


Ο ρόλος της Ε.Ε., σαν μέσο πίεσης απέναντι στο λαϊκό κίνημα, φαίνεται σε όλα τα ζητήματα. Η ελληνική αστική τάξη και η κυβέρνησή της, δεν υποτάσσονται στην Ε.Ε., αλλά εξυπηρετούν και τα δικά τους συμφέροντα υλοποιώντας τις κατευθύνσεις που οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις από κοινού σχεδίασαν.




Συναίνεση ΠΑΣΟΚ, αδυναμία της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος


Η συμφωνία του δεύτερου αστικού κόμματος, του ΠΑΣΟΚ, σε αυτή την πολιτική, είναι επαρκής προϋπόθεση για να εμπεδωθεί κλίμα συναίνεσης. Η συμφωνία ΠΑΣΟΚ – ΝΔ για την από κοινού εκλογή προέδρου της δημοκρατίας, είναι ένα ακόμα στοιχείο που χρωματίζει συναινετικά το πολιτικό σκηνικό.


Σε αυτό το πολιτικό περιβάλλον, η αντιπολίτευση από την εργατική τάξη, τη μόνη δύναμη που μπορεί να ανατρέψει την κατάσταση, είναι ζητούμενο. Η ιστορική περίοδος που διανύουμε, χαρακτηρίζεται, βέβαια, από τον δυσμενή, για την εργατική τάξη, συσχετισμό. Η αδυναμία της Αριστεράς είναι βασική πλευρά του προβλήματος.


Αν κάτι αποκάλυψε με δραματικό τρόπο την αδυναμία αυτή, και της αριστεράς, αλλά και του εργατικού κινήματος συνολικά, ήταν οι ολυμπιακοί αγώνες και το μεταολυμπιακό σκηνικό. Ο πολιτικός και ιδεολογικός αφοπλισμός της κοινοβουλευτικής αριστεράς, φάνηκε σε όλη την περίοδο, από την ανάληψη των αγώνων ως τη διεξαγωγή τους, όταν και, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ψέλιζε επιμέρους διαφωνίες «στα σημεία».


Και μετά τους αγώνες όμως, όταν και προέκυψαν ζητήματα όπως το κόστος των αγώνων και οι παραβιάσεις των δημοκρατικών δικαιωμάτων με το εκτεταμένο δίκτυο παρακολούθησης (κάμερες), ελάχιστα πράγματα έγιναν από τις δυνάμεις της Αριστεράς είτε στο πεδίο της δράσης, είτε προπαγανδιστικά.


Η αδυναμία αυτή αφορά και την επαναστατική αριστερά που, παρ’ όλο που σήκωσε τη σημαία της αντίθεσης στους αγώνες, έμεινε αμήχανη μετά τον Σεπτέμβριο και δεν κατόρθωσε να παρέμβει στα ζητήματα που άνοιξαν.


Σήμερα, εν’ όψει των επερχόμενων αναμετρήσεων, προβάλλει σαν αδήριτη ανάγκη ο ιδεολογικός εξοπλισμός του εργατικού κινήματος, η διαμόρφωση μαζικού πολιτικού ρεύματος με επαναστατική προγραμματική κατεύθυνση και η ανασυγκρότηση των συνδικάτων (πολιτική και οργανωτική).

 

Η εκπλήρωση αυτών των στόχων, ωστόσο, είναι υπόθεση που θα κριθεί σε βάθος χρόνου και όχι αύριο. Οι μάχες που θα συναντήσουμε, ανεξάρτητα από την έκβασή τους, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να αποκρυσταλλώνουν βήματα σε αυτή την κατεύθυνση.