Ο Γενάρης μήνας εκλογών σε Ιράκ και Παλαιστίνη

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι κάλπες στη Γάζα και τη Ραμάλα, έχουν ήδη αποκαλύψει τον επόμενο διάδοχο του Αραφάτ. Η επικράτηση του Μαχμούτ Αμπάς δεν ήταν απροσδόκητο αποτέλεσμα, παρά τις διφορούμενες τοποθετήσεις του. Απ’ τη μια μεριά σε συνέντευξή του στην ισραηλινή εφημερίδα Maariv καλούσε το Ισραήλ σε διάλογο, αποδεχόμενος τον «οδικό χάρτη» και καταδικάζοντας τις επιθέσεις Παλαιστινίων σε Ισραηλινούς στόχους (είναι άλλωστε γνωστή η αντίθεσή του με την Ιντιφάντα), από την άλλη σε προεκλογική περιοδεία του στη συνοικία Χαν Γιουνίς κατακεραύνωνε τον «σιωνιστή εχθρό» που δολοφονεί αθώους Παλαιστινίους.


Η όποια επαναστατική του ρητορεία όμως γρήγορα μαζεύτηκε, καθώς μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, φαίνεται αποφασισμένος να υλοποιήσει τη συμβιβαστική (έως τελείως ενδοτική) πολιτική του απέναντι σε Ισραήλ και Αμερικανούς. Αυτός είναι και ο λόγος που χαίρει της υποστήριξής τους, πράγμα που φάνηκε και από το γεγονός ότι δεν ενοχλήθηκε καθόλου από τους Ισραηλινούς κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου (σε αντίθεση π.χ. με τις δυο συλλήψεις από τον Ισραηλινό στρατό του κύριου ανταγωνιστή του, Μουσταφά Μπαργούτι) ενώ και η πλειοψηφία των διεθνών μέσων τον πρόβαλλαν ως τον μοναδικό άξιο εγγυητή της ειρήνης στη περιοχή.


Παρ’ όλα αυτά, τουλάχιστον όσον αφορά στο παλαιστινιακό λαό, ο δρόμος του Αμπάς δε θα είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Θεωρείται βέβαιο ότι υπάρχουν δυνάμεις (ακόμα και μέσα στη Φατάχ που φαίνεται σύσσωμη να στηρίζει τον Αμπάς προς το παρόν) που δεν είναι διατεθειμένες να ξεπουλήσουν τα πάντα. Ίσα-ίσα ο παλαιστινιακός λαός έχει αποδείξει ότι ξέρει να αγωνίζεται μέχρις εσχάτων. Θα πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι οι μάρτυρες της Ιντιφάντα δε θυσιάστηκαν για το τίποτα και πως η ενδοτική πολιτική του Μαχμούτ Αμπάς αργά ή γρήγορα θα γεννήσει σοβαρές αντιδράσεις.


Στη χώρα που οι ποιητές τραγουδούσαν για χίλιες και μια νύχτες, δεν ξημερώνει μέρα που να μην θρηνούν νεκρούς από τις βαρβαρότητες των Αμερικάνων. Δυστυχώς όμως για τους κατακτητές η ιρακινή αντίσταση φροντίζει ώστε να μην περάσει ούτε μέρα ούτε νύχτα που να μη μεγαλώνει ο εξευτελισμός των κατοχικών δυνάμεων. Ο περίπατος που πίστευαν ότι θα κάνουν οι πεζοναύτες τείνει να εξελιχθεί σε νέο Βιετνάμ. Πάνω από 1350 οι νεκροί Αμερικάνοι στρατιώτες, δεκάδες χιλιάδες οι βαριά τραυματισμένοι. Ολόκληρες επαρχίες είναι πλέον υπό τον έλεγχο της αντίστασης. Έτσι στα μέσα του Γενάρη το Πεντάγωνο αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως η «χούφτα τρομοκρατών» (έτσι είχαν βαφτίσει το ιρακινό αντάρτικο) αποτελείται από 200.000 οργανωμένους μαχητές με πλατιά στήριξη από το λαό. Τα νούμερα μπορεί να είναι και μικρότερα της πραγματικότητας, γεγονός όμως είναι πως η Ιρακινή αντίσταση που αποτελείται από ένα μωσαϊκό δεκάδων οργανώσεων διαφορετικής ιδεολογικής και πολιτικής αφετηρίας (ισλαμιστές, μπααθικοί, κομμουνιστές, εθνικιστές κ.α.) μέχρι τώρα τα έχει καταφέρει πολύ καλά. Οι δεκάδες καθημερινές επιθέσεις σε επιλεγμένους στρατιωτικούς -και όχι μόνο- στόχους του κατακτητή και των ντόπιων συμμάχων του, φανερώνει την πολύ καλή δικτύωση και πληροφόρηση των ανταρτών. Επιθέσεις και συγκρούσεις, που συνεχίζονται ασταμάτητα, αναγκάζουν τους Αμερικάνους να βάλουν πάνω από 35.000 στρατιώτες να φυλάνε τα εκλογικά τμήματα. Δημοκρατικές εκλογές σ’ όλο τους το μεγαλείο δηλαδή. Οι εναγώνιες προσπάθειες της διορισμένης από τις ΗΠΑ κυβέρνησης του Ιγιάντ Αλάουι, αλλά και των κυβερνήσεων των γύρω χωρών (στις αρχές του Γενάρη έγινε σύνοδος στην Ιορδανία για την υποστήριξη των εκλογών που συμμετείχαν Τουρκία, Σαουδική Αραβία, Κουβέιτ, Συρία Αίγυπτος, Μπαχρέιν, Ιράκ, ΟΗΕ) να προσδώσουν κύρος στις εκλογές της 30ης Ιανουαρίου δεν απέδωσαν καρπούς.


Το τι ακριβώς συνέβη εκείνη τη μέρα θα περάσει καιρός για να το μάθουμε. Πρέπει να σημειωθεί πως διεθνείς παρατηρητές στο Ιράκ υπήρξαν ελάχιστοι και ακόμη λιγότεροι ήταν παρόντες στα εκλογικά τμήματα εξαιτίας του φόβου για επιθέσεις. Επίσημα αποτελέσματα δεν υπάρχουν. Οι πρώτες πληροφορίες, αμφιβόλου αξιοπιστίας, μιλάνε για συμμετοχή του 60%, περίπου, από τα 14 εκατομμύρια εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους, σε σύνολο 18 εκατομμυρίων με δικαίωμα ψήφου. Στις σουνιτικές περιοχές η συμμετοχή ήταν ελάχιστη σε αντίθεση με τις κουρδικές. Στις σιϊτικές ήταν σχετικά υψηλή, αν και τμήμα – και μάλιστα πληβειακό- δεν συμμετείχε ακολουθώντας την στάση του ηγέτη της «ριζοσπαστικής» πτέρυγας των Σιϊτών, Μοκντάντ Αλ Σαντρ. Ο συνδυασμός που υποστηρίχτηκε από τον αγιατολάχ Αλ Σιστανί φαίνεται – και η πλευρά αυτή ισχυρίζεται – πως πλειοψηφεί, έναντι του συνδυασμού του – ασφαλώς προτιμότερου για τους Αμερικάνους- Αλάουι. Το παρασκηνιακό μαγείρεμα για τη διαμόρφωση των μετεκλογικών ισορροπιών θα διαρκέσει αρκετά καθώς η κατάσταση είναι εξαιρετικά εύθραυστη και το τελευταίο που επιθυμούν οι Αμερικάνοι είναι να μην ελέγχουν απόλυτα - εκτός από μεγάλες εκτάσεις της χώρας – ούτε την κυβέρνηση. Στον αντίποδα, η αντίσταση δυναμώνει και φαίνεται να είναι σε θέση να τσακίσει τις «εκλογικές» ελπίδες των κατακτητών για «ομαλοποίηση» της κατάστασης.