Οι κοινωνικές τάξεις σήμερα (μέρος α')

Εισαγωγή
 

Από τα ερωτήματα που συζητιούνται πολύ σε εκδηλώσεις της αριστεράς και ιδιαίτερα της ριζοσπαστικής είναι το: «Ποια είναι η σημερινή εργατική τάξη;». Ο τόνος βέβαια, πέφτει πάντα στο ‘’σημερινή’’, κάτω από το βάρος των νεωτερίστικων θεωριών που θέλουν να μας πείσουν ότι ο σημερινός καπιταλισμός είναι ριζικά αλλαγμένος σε σχέση με την εποχή των κλασσικών του μαρξισμού. Κατά συνέπεια, η μαρξιστική – λενινιστική θεωρία είναι ανίκανη να αναλύσει τη σημερινή πραγματικότητα. Η δική μας οπτική είναι ριζικά διαφορετική. Ο μαρξισμός απαντάει ολοκληρωμένα το ζήτημα και οι αλλαγές τις οποίες υφίσταται η κοινωνική διαστρωμάτωση ακολουθούν τους νόμους της ιστορίας, όπως αυτοί νοούνται από τον ιστορικό υλισμό. Ωστόσο, και ανάμεσα στους μαρξιστές υπάρχουν διαφορετικά ρεύματα και οπτικές και επομένως και διαφορές στον τρόπο ανάλύσης της ταξικής διαστρωμάτωσης. Αυτό το ζήτημα προσπαθούμε να διαπραγματευτούμε με αυτό το άρθρο. Στο πρώτο μέρος, που δημοσιεύεται σήμερα, αναφέρουμε τα κριτήρια ταξικής ένταξης, εξετάζουμε την εξέλιξη της σκέψης του Μαρξ σε σχέση με το ζήτημα και απαντάμε σε ερωτήματα και, κατά τη γνώμη μας, συγχύσεις που είναι πλατιά διαδεδομένες στην αριστερά. Στο δεύτερο μέρος, που θα δημοσιευτεί στο επόμενο φύλλο, θα δούμε αναλυτικά τις τάξεις στη σημερινή κοινωνία, την ταξική κινητικότητα και τους νόμους που τη διέπουν, καθώς και την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης, της μοναδικής, μέχρι το τέλος, επαναστατικής τάξης.

 

 

Κριτήρια διαχωρισμού των τάξεων – η Μαρξιστική μεθοδολογία

Ερωτήματα και αστικές αντιλήψεις

 

Κατά τους Μαρξ και Ένγκελς «όλη η ως τώρα γραπτή ιστορία είναι ιστορία ταξικών αγώνων». Αν και ο Μαρξ δεν απαντάει σε ένα ξεχωριστό τμήμα του έργου του το ζήτημα του ορισμού των τάξεων (το χειρόγραφο στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου διακόπτεται στο 52ο κεφάλαιο με τίτλο «Οι τάξεις»), τα κριτήρια για τον ορισμό των τάξεων υπάρχουν διάχυτα στο Κεφάλαιο και άλλα έργα των κλασσικών και συμπυκνώθηκαν στο χωρίο που περιλαμβάνεται στο άρθρο του Λένιν «Η μεγάλη Πρωτοβουλία»:


«Τάξεις ονομάζονται μεγάλες ομάδες ανθρώπων που ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τη θέση που κατέχουν μέσα σ’ ένα ιστορικά καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, από τη σχέση τους (στο μεγαλύτερο μέρος κατοχυρωμένη και διατυπωμένη σε νόμους) προς τα μέσα παραγωγής, από το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας, και συνεπώς, από τους τρόπους που ιδιοποιούνται τη μερίδα του κοινωνικού πλούτου που διαθέτουν και από το μέγεθος αυτής της μερίδας. Τάξεις είναι οι ομάδες εκείνες ανθρώπων, που η μία μπορεί να ιδιοποιείται την δουλειά της άλλης χάρη στη διαφορά της θέσης που κατέχει μέσα σ’ ένα καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής οικονομίας».


Κριτήρια δηλαδή, για την ταξική ένταξη είναι: η θέση στην παραγωγή, η σχέση με τα μέσα παραγωγής, η θέση στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και το ύψος του εισοδήματος, παρμένα όχι ξεχωριστά αλλά στο σύνολό τους.

Επομένως, στην εργατική τάξη ανήκουν όσοι δεν κατέχουν μέσα παραγωγής, ασκούν εκτελεστική εργασία και το εισόδημά τους προέρχεται κυρίως από την πώληση της εργατικής τους δύναμης και κυμαίνεται γύρω από τον μέσο εργατικό μισθό.


Το κατά πόσον αυτά τα κριτήρια γίνονται αποδεκτά σήμερα από την αριστερά, είναι ένα κατ’ αρχήν πρόβλημα. Για παράδειγμα, σχετικά διαδεδομένη είναι η αντίληψη ότι στην εργατική τάξη ανήκουν μόνο όσοι παράγουν υπεραξία. Περιέργως, όσοι πιστεύουν κάτι τέτοιο, συνήθως δεν κάνουν λάθος σε σχέση με το ποιους εντάσσουν στην εργατική τάξη. Επικρατεί όμως, σύγχυση σχετικά με το τι ακριβώς είναι η υπεραξία και η αξία και γι’ αυτό θεωρούν ότι όλη η εργατική τάξη παράγει υπεραξία με κάποιο τρόπο. Η αντίληψη αυτή είναι εντελώς λαθεμένη. Υπεραξία αποσπάται στην υλική παραγωγή, εκεί δηλαδή που παράγεται νέα αξία. Επομένως, μόνο η εργατική τάξη που απασχολείται στην υλική παραγωγή παράγει υπεραξία. Η παραγωγή υπεραξίας όμως, δεν αποτελεί κριτήριο για την ένταξη στην εργατική τάξη. Έτσι, στην εργατική τάξη ανήκουν και όσοι βοηθούν στην πραγμάτωση της υπεραξίας, όσοι δηλαδή εργάζονται στη σφαίρα της κυκλοφορίας του κεφαλαίου, όπως οι εμποροϋπάλληλοι και οι τραπεζοϋπάλληλοι. Επίσης, στην εργατική τάξη ανήκουν και μισθωτοί εργάτες που απλά συμβάλλουν στην αύξηση του κέρδους του εργοδότη τους.


Άλλη άποψη που κυκλοφορεί και επίσης δε λαμβάνει υπ’ όψη της τη μαρξιστική ανάλυση, είναι ότι στην εργατική τάξη ανήκουν οι χειρώνακτες εργάτες και πως όσοι δεν απασχολούνται χειρωνακτικά αλλά κάνουν διανοητική εργασία δεν ανήκουν στην εργατική τάξη αλλά τουλάχιστον στα μεσαία στρώματα. Και αυτή η άποψη είναι λαθεμένη. Κριτήριο για την ταξική ένταξη είναι η θέση στον καταμερισμό εργασίας κι επομένως όλοι οι μισθωτοί εργαζόμενοι που ασκούν μια απλή εκτελεστική εργασία, ανεξάρτητα από το αν η εργασία τους είναι χειρωνακτική ή διανοητική, ανήκουν στην εργατική τάξη.


Οι επιμέρους συγχύσεις καθώς και λανθασμένες αντιλήψεις, σχετίζονται συνήθως και με την αποσπασματική μελέτη του μαρξισμού. Ο Μαρξ κατά τη συγγραφή του Κεφαλαίου εξέτασε αποσπασματικά το ζήτημα της ταξικής διαίρεσης της κοινωνίας και ορισμένα αποσπάσματα του έργου του μπορούν να οδηγήσουν σε παρανοήσεις.


Εξετάζοντας, ο Μαρξ, στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου την υλική παραγωγή και πιο συγκεκριμένα την παραγωγή που ενσωματώνεται σε προϊόντα, διακρίνει στο επίπεδο των κοινωνικών τάξεων από τη μία μεριά τους βιομηχάνους καπιταλιστές, που είναι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, και από την άλλη τους βιομηχανικούς εργάτες, από τους οποίους αποσπάται η υπεραξία και δίνει έναν ορισμό για τις τάξεις που μένει σε αυτό το επίπεδο. Ο ορισμός αυτός θα συμπληρωθεί στον 2ο τόμο. Εκεί, εξετάζοντας φαινόμενα που αφορούν την κυκλοφορία του κεφαλαίου (εμπόριο, τράπεζες κλπ), διακρίνει ότι σε αυτό το επίπεδο έχουμε όχι μόνο βιομηχάνους καπιταλιστές αλλά και έμπορους και τραπεζίτες στη μεριά της αστικής τάξης, και πέρα από τους βιομηχανικούς εργάτες έχουμε εμποροϋπάλληλους, τραπεζοϋπαλλήλους κλπ στη μεριά της εργατικής τάξης. Δηλαδή, σε αυτό το επίπεδο, στην εργατική τάξη ανήκουν όχι μόνο εκείνοι που παράγουν άμεσα υπεραξία, αλλά και όλοι οι μισθωτοί που βοηθούν στην πραγματοποίηση της υπεραξίας.


Τέλος, στον 3ο τόμο του κεφαλαίου έχουμε ακόμα ένα επίπεδο αφαίρεσης, αυτό του κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού. Εδώ λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους οι σχέσεις των τάξεων με τα μέσα παραγωγής, ο ρόλος στην οργάνωση της εργασίας, καθώς και το ύψος και ο τρόπος απόκτησης του εισοδήματος. Με βάση αυτά τα κριτήρια, στην αστική τάξη εντάσσονται πέρα από τους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου και οι ανώτεροι διευθυντές των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, εφόσον έχουν διευθυντικό ρόλο στην οργάνωση της παραγωγής και λαμβάνουν και υψηλό εισόδημα, καθώς και τα ανώτερα στελέχη της κρατικής πυραμίδας. Αντίστοιχα τα κατώτερα στρώματα της αστικής κρατικής μηχανής εντάσσονται στην εργατική τάξη (εκτός προφανώς από τα σώματα ασφάλειας).


Τέλος, στην εργατική τάξη ανήκει και ο εφεδρικός στρατός, δηλαδή οι άνεργοι. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η μαρξιστική διάκριση σε ενεργό και εφεδρικό στρατό της εργατικής τάξης είναι μεθοδολογική και όχι οντολογική. Δεν είναι δηλαδή δυο διαφορετικές τάξεις.

Εκτός, όμως, από την παράβλεψη των μαρξιστικών κριτηρίων που γίνεται είτε από άγνοια είτε από εμπειρισμό, εμφανίζονται ερωτήματα και σε σχέση με την ορθότητά τους. Κατ’ αρχήν από την πλευρά των θεωρητικών της αστικής τάξης, που υποστηρίζουν ότι τείνουμε στην εξάλειψη των τάξεων, και ειδικά της εργατικής, και ότι αυξάνεται η μεσαία τάξη, ενώ προπαγανδίζουν και τη βασική αστική αντίληψη για την ειρηνική συνύπαρξή των τάξεων. Ταυτόχρονα, από συγχυσμένους αριστερούς εκφράζονται αμφιβολίες, που βασίζονται σε διάφορα νέα ή «νέα» φαινόμενα τα οποία υποτίθεται ότι δεν μπορεί να ερμηνεύσει ο μαρξισμός. Ας δούμε μερικά ζητήματα:


1. Για τη σχέση με τα μέσα παραγωγής. Οι κάτοχοι μετοχών επιχειρήσεων είναι κάτοχοι μέσων παραγωγής, λένε ορισμένοι. Επομένως, όταν ένας εργάτης κατέχει μετοχές είτε παύει να ανήκει στην εργατική τάξη είτε εμφανίζεται ένα νέο φαινόμενο που δεν μπορεί να εξηγηθεί από τον «παραδοσιακό» μαρξισμό. Αυτή η αντίληψη γνώρισε μεγάλη άνθηση επί της διακυβέρνησης Θάτσερ στην Αγγλία, όταν και ένα από τα βασικά συνθήματα του ανερχόμενου τότε φιλελεύθερου ρεύματος ήταν ο «λαϊκός καπιταλισμός». Σύμφωνα με το δόγμα αυτό, η διασπορά των μετοχών στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα θα εξαφάνιζε τις ταξικές διαφορές και τις κοινωνικές εντάσεις και θα οδηγούσε σε αυτό που ο διάδοχος της Θάτσερ, ο Τζων Μέητζορ, προσδιόριζε σαν στόχο της διακυβέρνησης των Τόρις, τον «αταξικό καπιταλισμό»!!! Πράγματι, τη δεκαετία του ’90 στην Μ. Βρετανία οι κάτοχοι μετοχών αυξήθηκαν από 10 σε 15 εκατομμύρια. Όμως, η συντριπτική πλειοψηφία αυτών – περίπου 12 εκατομμύρια – κατείχαν μία ή δύο μετοχές, ενώ όσοι κατείχαν πάνω από 10 μετοχές μειώθηκαν σε απόλυτους αριθμούς. Είναι ξεκάθαρο στον καθένα, ότι όποιος εργάτης κατέχει μία, δύο ή και λίγο περισσότερες μετοχές μιας εταιρείας σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί κάτοχος μέσων παραγωγής, κατ΄ αρχήν γιατί δεν ορίζει τίποτα από την επιχείρηση η οποία υποτίθεται ότι κατά ένα μέρος του ανήκει, ενώ και το εισόδημά του δεν μεταβάλλεται κατά κανένα τρόπο και η βασική πηγή του εισοδήματός του εξακολουθεί να είναι η πώληση της εργατικής του δύναμης. Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι η «διασπορά των μετοχών» δεν είναι νέο φαινόμενο και ειδικά για τη Μ. Βρετανία. Ήδη από το 1916, ο Λένιν στο έργο του «Ιμπεριαλισμός το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» αναφέρει την ακόλουθη δήλωση του Γερμανού βιομήχανου Ζήμενς: «Η μετοχή της μίας λίρας στερλίνας είναι η βάση του βρετανικού ιμπεριαλισμού».


Τα πιο σοβαρά ερωτήματα για το κριτήριο που αφορά τη σχέση με τα μέσα παραγωγής είναι εκείνα που αφορούν τα κατεστραμμένα μεσαία στρώματα, που όμως, διατηρούν τμήμα της ιδιοκτησίας τους, και πολλές φορές και τη συνείδηση της προηγούμενης ταξικής τους θέσης. Π.χ. οι αγρότες που κάτω από το βάρος του ανταγωνισμού συσσωρεύουν χρέη και είτε αναγκάζονται να πουλήσουν τη γη τους είτε τα χωράφια τους δημεύονται από τις τράπεζες, συνήθως διατηρούν μικρό τμήμα της ιδιοκτησίας τους, που φυσικά είναι μέσο παραγωγής. Και σε αυτήν την περίπτωση, η μηχανιστική πρόσληψη του μαρξισμού και η αποσπασματική ανάγνωση των κριτηρίων ταξικής ένταξης μπορεί να οδηγήσει στο πέρα για πέρα λάθος συμπέρασμα ότι αυτά τα στρώματα ανήκουν μέχρι και στην αστική τάξη αφού κατέχουν μέσα παραγωγής. Η ολοκληρωμένη προσέγγιση του ζητήματος όμως, αποδεικνύει ότι αυτά τα κατεστραμμένα μεσαία στρώματα αναγκάζονται πλέον να πουλούν την εργατική τους δύναμη και από την εργασία τους προέρχεται και το κύριο εισόδημά τους. Η γη που κατόρθωσαν να διατηρήσουν στην ιδιοκτησία τους, απλά τους προσφέρει ένα συμπληρωματικό εισόδημα που δεν αρκεί όμως για να διατηρήσουν τη θέση τους σαν μεσαία στρώματα. Αυτοί οι μισοπρολετάριοι της υπαίθρου οπωσδήποτε είναι τμήμα της εργατικής τάξης.


2. Η θέση στον καταμερισμό εργασίας. Στις σημερινές επιχειρήσεις, φαίνεται πολλές φορές δύσκολη η διάκριση ανάμεσα στο ποιος ασκεί εκτελεστική εργασία και ποιος έχει ενδιάμεσο ή διευθυντικό ρόλο, καθώς κάτω από την καθοδήγηση του σύγχρονου μάνατζμεντ, αρέσκονται στο να απονέμουν τίτλους προϊσταμένων και υπευθύνων. Ωστόσο, στο επίπεδο της κάθε εταιρείας κάτι τέτοιο είναι συνήθως πολύ εύκολο. Αν παραβλέψουμε τους τίτλους και τα «γαλόνια», είναι ευδιάκριτο το ποιοι έχουν διευθυντικό ρόλο, ποιοι είναι πραγματικοί προϊστάμενοι και έχουν ενδιάμεσο ρόλο στον καταμερισμό εργασίας κανονίζοντας τη δουλειά άλλων εργαζόμενων, και ποιοι, ανεξάρτητα από τίτλους, ασκούν εκτελεστική εργασία. Η ύπαρξη μισθωτών εργαζόμενων που έχουν ενδιάμεσο ρόλο στον καταμερισμό εργασίας δεν είναι, βέβαια, νέο φαινόμενο. Οι εργαζόμενοι αυτοί (εργοδηγοί, μηχανικοί παραγωγής, προϊστάμενοι κλπ.) αποτελούν τα νέα μισθωτά μεσαία στρώματα (ΝΜΜΣ), το ποσοστό τους παραμένει μικρό στον συνολικό οικονομικά ενεργό πληθυσμό και η οριακή αύξησή τους τις τελευταίες δεκαετίες δε μπορεί σε καμία περίπτωση να στηρίξει τις αστικές θεωρίες που μιλάνε για αύξηση της μεσαίας τάξης. Αντίθετα, η γενική τάση συρρίκνωσης των μεσαίων στρωμάτων εξακολουθεί να είναι παρούσα και σήμερα με τον τρόπο που περιέγραφε ο Μαρξ, ενώ ακόμα και σε περιόδους που τα μεσαία στρώματα (παραδοσιακά και μισθωτά) πρόσκαιρα αυξάνονται, η οικονομική τους δύναμη μειώνεται. «Στις χώρες όπου αναπτύχθηκε ο σύγχρονος πολιτισμός, διαμορφώθηκε μια καινούργια τάξη μικροαστών, που ταλαντεύεται ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη και που σαν συμπληρωματικό κομμάτι της αστικής κοινωνίας ξαναδημιουργείται πάντα από την αρχή, που τα μέλη της όμως εκσφενδονίζονται διαρκώς προς τα κάτω, προς το προλεταριάτο, και που ακόμα, με την ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας, βλέπουν να πλησιάζει η στιγμή που θα εξαφανιστούν ολότελα σαν αυτοτελές τμήμα της σύγχρονης κοινωνίας και θα αντικατασταθούν στο εμπόριο, στη μανιφακτούρα και στη γεωργία με επιστάτες και υπηρέτες.» (Μαρξ – Ένγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού κόμματος»)


Μια ματιά στις πιο αναπτυγμένες ιμπεριαλιστικές χώρες αρκεί για να μας πείσει για την ορθότητα αυτής της πρόβλεψης.


3. Το ύψος του εισοδήματος. Οι αντιρρήσεις στο κριτήριο για «το μέγεθος της μερίδας του πλούτου», κυρίως αναλώνονται στο ερώτημα: «που μπαίνει ο πήχης για την ένταξη στην εργατική τάξη;»


Το ζήτημα αυτό, δεν απαντιέται με το να ορίσουμε ένα νούμερο, που θα αποτελεί το απαραβίαστο όριο για την ένταξη στην εργατική τάξη. Μπορούμε όμως, να πούμε ότι στην εργατική τάξη εντάσσονται, όσοι μισθωτοί εργαζόμενοι έχουν εισόδημα που δεν υπερβαίνει κατά πολύ το μέσο εργατικό μισθό. Ο μέσος εργατικός μισθός είναι μέγεθος μετρήσιμο. Έτσι, γίνεται εύκολα κατανοητό, ότι η αμοιβή της συντριπτικής πλειοψηφίας των μισθωτών, δεν υπερβαίνει κατά πολύ τον μέσο εργατικό μισθό. Είναι εξ’ ίσου κατανοητό ότι δεν μπαίνει ζήτημα και όσον αφορά ένα ελάχιστο κομμάτι μισθωτών που έχουν υπέρογκες αμοιβές και οι οποίοι ανήκουν στα μεσαία στρώματα ή και την αστική τάξη (π.χ. διευθυντές επιχειρήσεων). Λαμβάνοντας υπ’ όψη επίσης, ότι το κριτήριο αυτό δεν είναι το μοναδικό, αλλά είναι συναρτημένο με τα υπόλοιπα κριτήρια, καταλήγουμε στο ότι, μια τέτοια συζήτηση σε σχέση με το εισόδημα, αφορά λίγες περιπτώσεις μισθωτών που έχουν σχετικά υψηλό εισόδημα χωρίς όμως να εντάσσονται στα ΝΜΜΣ με βάση τη θέση τους στον καταμερισμό εργασίας.


Πρέπει ωστόσο να ξέρουμε, ότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της τάξης, διαφοροποιήσεις όχι στη συνείδηση αλλά στο «είναι» της και οι οποίες αφορούν το εισόδημα, τον τρόπο εργασίας κλπ και κυρίως να έχουμε υπ’ όψη μας ότι: «Ο καπιταλισμός δεν θα ήταν καπιταλισμός αν το ‘καθαρό’ προλεταριάτο δεν ήταν περιτριγυρισμένο από ένα σωρό εξαιρετικά πολύμορφους μεταβατικούς τύπους από τον προλετάριο ως τον μισοπρολετάριο (εκείνον που κατά το μισό βγάζει το ψωμί του πουλώντας την εργατική του δύναμη), από τον μισοπρολετάριο ως τον μικροαγρότη [...] αν μέσα στο ίδιο το προλεταριάτο δεν υπήρχαν διαιρέσεις σε περισσότερο και λιγότερο ανεπτυγμένα στρώματα, διαιρέσεις τοπικές, επαγγελματικές κλπ.» (Λένιν- Ο αριστερισμός παιδική αρρώστια του κομμουνισμού).