Για το αγροτικό ζήτημα

Οι πρόσφατες αγροτικές κινητοποιήσεις έληξαν χωρίς να ικανοποιηθεί το παραμικρό από τα αιτήματα της μικρομεσαίας αγροτιάς. Οι αγωνιζόμενοι αγρότες συνάντησαν την αδιαλλαξία της κυβέρνησης της ΝΔ, ακριβώς όπως συνέβαινε και τα προηγούμενα χρόνια με τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. Σ’ αυτό τίποτα δεν άλλαξε. Αν φέτος υπάρχει κάτι το διαφορετικό σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, αυτό είναι, ότι οι αγρότες κατέβηκαν σε ξεχωριστές κινητοποιήσεις και με διαφορετικά αιτήματα, όπως δείχνει το παράδειγμα των βαμβακοπαραγωγών.


Οι αγροτοσυνδικαλιστές που πρόσκεινται στη ΝΔ, στη δική τους κινητοποίηση, ζητούσαν να επιδοτηθούν οι επιπλέον ποσότητες βαμβακιού, πέραν εκείνων που προβλέπονταν από τους κανονισμούς, οι οποίες προέρχονταν από την αυξημένη παραγωγή λόγω της αύξησης των στρεμματικών αποδόσεων. Παράλληλα, ζητούσαν να απορριφθούν ως παράνομες και να μην επιδοτηθούν οι ποσότητες βαμβακιού που προέρχονταν από τις επιπλέον εκτάσεις που καλλιεργήθηκαν «παράνομα», πέραν των προβλέψεων του κανονισμού.


Οι της ΠΑΣΥ, που πρόσκεινται στο ΚΚΕ, στη δική τους κινητοποίηση, ζητούσαν να επιδοτηθούν όλες οι ποσότητες που παρήχθησαν από αγρότες που καλλιέργησαν μέχρι 100 ιδιόκτητα στρέμματα ή μέχρι 150 ενοικιαζόμενα. Κατηγόρησαν τους αγροτοσυνδικαλιστές της ΝΔ ότι περιορίζουν τα αιτήματα στη λογική της νομιμότητας στην Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), στους κανονισμούς και τις υπουργικές αποφάσεις και ότι έχουν αυταπάτες. Αυταπάτες βέβαια δεν είχαν, τα ταξικά τους συμφέροντα εκπροσωπούσαν, τίποτα λιγότερο και τίποτε περισσότερο.


Η χωριστή οργάνωση των κινητοποιήσεων δεν έγινε με κομματικά κριτήρια, η βάση της δεν ήταν οι κομματικές διαφορές, δεν χώρισαν λόγω του χρώματος της κομματικής ταυτότητας. Εκείνο που τους χώρισε ήταν το ταξικό συμφέρον.


Όπως είναι γνωστό, η ΕΕ με την ΚΑΠ επιβάλλει στις χώρες μέλη συγκεκριμένες ποσότητες παραγωγής στα διάφορα προϊόντα της γεωργίας και της κτηνοτροφίας (ποσοστώσεις) και σε περίπτωση υπέρβασης πρόστιμα «συνυπευθυνότητας». Επιδοτούνται φυσικά, οι ποσότητες που προβλέπονται στη συγκεκριμένη ποσόστωση. Οι κυβερνήσεις των χωρών – μελών αναλαμβάνουν να υλοποιήσουν τις κατευθύνσεις της ΚΑΠ με συγκεκριμένους κανονισμούς που προβλέπουν ποιοι θα παράγουν, σε πόσα στρέμματα και με βάση ένα μέσο όρο στρεμματικής απόδοσης που φυσικά είναι αυθαίρετο και, σίγουρα, αποκλίνει πάντα από το πραγματικό.


Για την Ελλάδα, τη χρονιά που πέρασε, η ποσόστωση στο βαμβάκι ήταν 782.000 τόνοι. Μόνο αυτή η παραγωγή δικαιούται να επιδοτηθεί. Η πραγματική, όμως, παραγωγή βαμβακιού στην Ελλάδα κυμάνθηκε γύρω στο 1.200.000 τόνους και η αύξηση προήλθε είτε από τη μη τήρηση των κανονισμών και την υπέρβαση των προβλεπόμενων καλλιεργούμενων εκτάσεων, είτε από την αύξηση των στρεμματικών αποδόσεων (μεγαλύτερες αποδόσεις από τις αυθαίρετα προβλεπόμενες στον κανονισμό).


Οι βαμβακοπαραγωγοί λοιπόν, αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα. Εκτός από το γεγονός ότι η τιμή του βαμβακιού είναι μικρότερη από πέρσι, θα ζημιωθούν επιπλέον γιατί η πέραν της ποσόστωσης παραγωγή τους θα μείνει απούλητη ή θα τους την αρπάξουν οι εκκοκκιστικές βάμβακος στη εξευτελιστική τιμή των 65 δραχμών (μια τιμή που διαμορφώνεται από τα μεγάλα διεθνή μονοπώλια της κλωστοϋφαντουργίας και οδηγεί στην καταλήστευση των φτωχών αγροτών του τρίτου κόσμου).


Φυσικό ήταν να μην μείνουν με σταυρωμένα τα χέρια. Προσπάθησαν να αντιδράσουν και το έκαναν. Οι μεγάλοι παραγωγοί, στα κτήματα των οποίων παράχθηκαν κυρίως επιπλέον ποσότητες λόγω αυξημένης στρεμματικής απόδοσης, ζήτησαν το δίκιο τους, να επιδοτηθούν δηλαδή, ακριβώς αυτές οι ποσότητες και να αποκλειστούν από την επιδότηση οι επιπλέον ποσότητες που παράχθηκαν «παράνομα» λόγω τις υπέρβασης των κανονισμών. Οι μεσαίοι και κάποιοι μικροί παραγωγοί ζήτησαν επίσης το δικό τους δίκιο. Δεν βλέπουν το λόγο να αφήσουν ακαλλιέργητα κάποια στρέμματα ή κάποια τετραγωνικά μέτρα. Ζήτησαν λοιπόν, να επιδοτηθούν όλες οι παραχθείσες ποσότητες βαμβακιού για όλους όσοι καλλιέργησαν μέχρι 100 ιδιόκτητα στρέμματα ή μέχρι 150 ενοικιαζόμενα. Τα αντικρουόμενα ταξικά συμφέροντα δεν μπορούσαν να γεφυρωθούν.


Τι στάση κράτησαν τα πολιτικά κόμματα ; Ανάλογη με τα ταξικά συμφέροντα που εκπροσωπούν! ΝΔ, ΠΑΣΟΚ αλλά και ΣΥΝ δεν μπορούσαν ούτε της αστικής τάξης του χωριού τα αιτήματα να υιοθετήσουν. Τάχθηκαν ομόφωνα υπέρ της παραλαβής και επιδότησης μόνο των «νόμιμων» ποσοτήτων βαμβακιού. Αρνήθηκαν κατηγορηματικά να θίξουν τη νομιμότητα της ΚΑΠ, των κοινοτικών οδηγιών και των κυβερνητικών αποφάσεων, τη νομιμότητα των ποσοστώσεων και των προστίμων «συνυπευθυνότητας». Αυτό κάνουν συνολικά για όλα τα αγροτικά προϊόντα, η πολιτική τους είναι πλήρως ενταγμένη στις κατευθύνσεις της ΚΑΠ και της ΕΕ.


Η κυβέρνηση βέβαια έκανε ένα «ρουσφετάκι» στην αστική τάξη του χωριού. Εκπόνησε και τοιχοκόλλησε σε όλα τα χωριά τις λίστες των «παράνομων» - τις λίστες της ντροπής (όπου αναφέρονται ονομαστικά όλοι οι παραγωγοί που καλλιέργησαν ένα στρεμματάκι ή κάποια τετραγωνικά μέτρα πέραν των προβλεπομένων). Το πράγμα δείχνει βέβαια σε τι γελοιότητες έχει φτάσει ο καπιταλισμός αλλά είναι μια συνειδητή παρέμβαση της μεγαλοαστικής τάξης που θέλει να στρέψει την οργή των μεγαλο-αγροτών προς τη μικρή αγροτιά, για να μη στραφεί εναντίον της και υπάρξουν ρήγματα στο μπλοκ της αστικής τάξης.


Το ΚΚΕ, πέρα από την υποστήριξη στα συγκεκριμένα αιτήματα των μικρομεσαίων βαμβακοπαραγωγών, προσφέρει την υποστήριξη του σε ολόκληρη τη μικρή και μεσαία αγροτιά. Αντιτίθεται στο μονόδρομο της ΚΑΠ και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). Ζητάει ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας χωρίς ποσοστώσεις και πρόστιμα, για να αξιοποιηθούν, όπως λέει, όλες οι παραγωγικές δυνατότητες της χώρας και να καλυφθούν οι σύγχρονες διατροφικές ανάγκες του λαού. Ζητάει την ανατροπή της ΚΑΠ και την εφαρμογή μιας φιλοαγροτικής πολιτικής. Είναι ενάντια στην ΕΕ, υπέρ της εξόδου της χώρας από αυτή, αν και οι συνδικαλιστές του στον αγροτικό χώρο μόνο περιθωριακά θέτουν το αίτημα της εξόδου από την ΕΕ. Βλέπει τη λύση του αγροτικού προβλήματος στον παραγωγικό συνεταιρισμό, ο οποίος οφείλει να αποτελέσει βασικό μοχλό ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας, ένα παραγωγικό συνεταιρισμό που πρέπει να τύχει της ολόπλευρης στήριξης του κράτους. Όλα αυτά τα εντάσσει στο πλαίσιο της λαϊκής εξουσίας και οικονομίας, ένα πλαίσιο ωστόσο άκρως αντιφατικό και επιδεχόμενο πολλές ερμηνείες.


Κάνει εντύπωση, ότι το ΚΚΕ πουθενά δεν διατύπωσε τα αιτήματα των εργατών γης, που ζουν και εργάζονται σε άθλιες συνθήκες και χωρίς να έχουν το δικαίωμα που έχουν όλοι οι μισθωτοί, να ασφαλίζονται δηλαδή στο ΙΚΑ. Και όχι μόνο αυτό αλλά και σε ορισμένα κείμενα του κάνει έκκληση στους εργάτες γης να συνεργάζονται με τα αφεντικά τους χάριν της εργατοαγροτικής συμμαχίας. Πρόσφατη είναι εξάλλου η εμπειρία από την στάση του ΚΚΕ απέναντι στους μισοπρολετάριους του χωριού, όταν τάχθηκε υπέρ του μητρώου αγροτών αποκλειστικής απασχόλησης που απέκλειε τους μισοπρολετάριους από κάθε κρατικό ευεργέτημα.


Η όλη στάση του ΚΚΕ δείχνει ότι δεν ξεπέρασε το πλαίσιο μιας μικροαστικής αντιμετώπισης του αγροτικού ζητήματος. Και το σύγχρονο αγροτικό ζήτημα έχει μόνο δύο λύσεις. Η μια είναι αυτή που εφαρμόζεται από την ΕΕ και την αστική πολιτική της χώρας, από το σύγχρονο καπιταλισμό. Είναι μια πολιτική που οδηγεί σε ταξικές διαφοροποιήσεις, στην ενίσχυση της αστικής τάξης του χωριού και στο μαζικό εκτοπισμό των μικροπαραγωγών από την αγροτική παραγωγή, στην προλεταριοποίηση και στη διεύρυνση της στρατιάς των ανέργων. Είτε μέσα στην ΕΕ, είτε έξω απ’ αυτήν, αυτή είναι η μοίρα της αγροτιάς στον καπιταλισμό.


Η άλλη, είναι η πολιτική του επαναστατικού εργατικού κινήματος, για τη συσπείρωση την εργατών γης, των μισοπρολετάριων και της μικρής αγροτιάς καθώς και τμήματος της μεσαίας, γύρω από την εργατική τάξη, για την έξοδο και διάλυση της ΕΕ και την ανατροπή του καπιταλισμού. Ένα τέτοιο επαναστατικό κίνημα δεν έκανε την εμφάνιση του τα τελευταία χρόνια στις αγροτικές κινητοποιήσεις, ούτε αυτήν τη χρονιά.


Ένα κίνημα που θα συσπειρώσει τη φτωχολογιά του χωριού από της σκοπιά του μέλλοντος και όχι του παρελθόντος της. Που θα εξηγήσει στους φτωχούς αγρότες ότι η μικροϊδιοκτησία δεν έχει σωτηρία, αποτελεί βραχνά. Που θα τις καλέσει στην πάλη για την εξουσία της εργατικής τάξης και της φτωχής αγροτιάς όπου, όσο αυτό θα είναι οικονομικά αναγκαίο, θα υπάρξει κρατική βοήθεια στη συνεταιριστική μορφή οργάνωσης της αγροτικής οικονομίας. Όχι για να σωθεί η μικροϊδιοκτησία αλλά για να μετασχηματιστεί ολόκληρη η ιδιωτική ιδιοκτησία, μεγάλη και μικρή, και να μετατραπεί σε ιδιοκτησία κοινωνική, σε κοινή ιδιοκτησία των παραγωγών, που μπορεί να είναι ιδιοκτησία μόνο ισότιμων ανθρώπων που έχουν την ίδια σχέση με τα μέσα παραγωγής. Και δεν έχουν ταξικές διακρίσεις μεταξύ τους.


Μόνο μια τέτοια προοπτική μπορεί να συσπειρώσει σήμερα τη μεγάλη πλειοψηφία του αγροτικού πληθυσμού και να οδηγήσει αποτελεσματικούς αγώνες. Και την πλειοψηφία του αγροτικού πληθυσμού την αποτελούν το αγροτικό προλεταριάτο (εργάτες γης), οι μισοπρολετάριοι του χωριού και η μικρή αγροτιά. Αν προστεθούν και τμήματα της μεσαίας αγροτιάς, τα οποία επίσης απειλούνται με καταστροφή, τότε η πλειοψηφία γίνεται συντριπτική. Μόνο μέσα από μια τέτοια προοπτική, σε συμμαχία με το εργατικό κίνημα, μπορεί να δημιουργηθεί ένα αξιόμαχο αγροτικό κίνημα και να φέρει αποτελέσματα και στη σημερινή καθημερινή πάλη της φτωχής αγροτιάς.