Ευρωπαϊκή Ένωση: Στροφή στη δημοσιονομική πειθαρχία με στόχο τα εργατικά δικαιώματα

Ευρωπαϊκή Ένωση: Στροφή στη δημοσιονομική πειθαρχία με στόχο τα εργατικά δικαιώματα

Οι αποφάσεις της συνόδου της Ε.Ε στις 8 και 9 Δεκέμβρη, παγίωσαν την πολιτική στροφή σε μια ριζικά αντίθετη κατεύθυνση από την αρχική αντίδραση των καπιταλιστικών κρατών στην κρίση. Τέσσερα χρόνια πριν, κυριαρχούσαν οι προσπάθειες ανάσχεσης της κρίσης με τα παραδοσιακά εργαλεία αντικρισιακής πολιτικής, δηλαδή τη χρήση κρατικών κεφαλαίων για την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το πρόγραμμα «επανεκκίνηση της οικονομίας» στη Γαλλία που κατάφερε να διατηρήσει οριακά θετικό το ρυθμό ανάπτυξης για το 2010, αλλά διόγκωσε το δημόσιο χρέος κατά 9 μονάδες του ΑΕΠ. Όπως προκύπτει από τις πρόσφατες αποφάσεις, η πολιτική αυτή εγκαταλείπεται και τη θέση της παίρνει η νέα πολιτική κατεύθυνση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, πολιτική που οδηγεί την οικονομία σε βαθύτερη ύφεση και γι’ αυτό ίσως να φαίνεται παράδοξη σε πρώτη ανάγνωση.

Οι Ευρωπαίοι κεφαλαιοκράτες, όπως και οι κεφαλαιοκράτες σε ολόκληρο τον κόσμο βρίσκονται αντιμέτωποι με μια βαθιά και γενικευμένη κρίση του συστήματος. Σε αυτήν την κατάσταση τα παλιά εργαλεία αχρηστεύονται. Η αξιοποίηση των κρατικών δαπανών για ανάσχεση των υφεσιακών τάσεων με τόνωση της ζήτησης, δημιουργούσαν παράλληλα ένα πεδίο κερδοφορίας που ήταν ο κρατικός δανεισμός. Σήμερα, αφενός η κρατική παρέμβαση αδυνατεί να ανασχέσει το τσουνάμι της κρίσης και αφ ετέρου αυτό που αποκαλείται «κρίση χρέους» αγκαλιάζει μια σειρά από ευρωπαϊκές χώρες – τις λεγόμενες PIIGS – και απειλεί να πνίξει και ισχυρές οικονομίες του μεγέθους της Γαλλίας, δείχνοντας ότι η αξιοποίηση του συσσωρευμένου κεφαλαίου με την τοποθέτησή του σε κρατικά ομόλογα, δηλαδή μέσω του δανεισμού κρατών, φτάνει στα όριά του και γίνεται επισφαλής επένδυση, όπως φαίνεται και από το ελληνικό παράδειγμα που αποτελεί την πιο ακραία εκδοχή.

Με το εργαλείο της κρατικής παρέμβασης να βρίσκεται σε αχρηστία, οι καπιταλιστές είναι αναγκασμένοι να διαχειριστούν την κρίση με πιο ωμό και απροκάλυπτο τρόπο. Το πρόβλημα που καλούνται να αντιμετωπίσουν είναι η αδυναμία αξιοποίησης του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου ή για να το πούμε σχηματικά, η βελτίωση της σχέσης των κερδών προς το συσσωρευμένο κεφάλαιο. Και σε αυτό μπορούν να απαντήσουν κατ’ αρχήν με την αύξηση του αριθμητή, δηλαδή των κερδών ή του μεριδίου τους στο παραγόμενο προϊόν και αυτό επιτυγχάνεται κυρίως με τη συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης. Ωστόσο, η αύξηση αυτή δεν λύνει το πρόβλημα, αφού η μάζα των κερδών προστίθεται στο κεφάλαιο που έχει συσσωρευτεί και το οποίο με τη σειρά του πρέπει να αξιοποιηθεί. Έτσι είναι αναγκαία η μείωση του παρανομαστή, δηλαδή η καταστροφή μέρους του συσσωρευμένου κεφαλαίου, διαδικασία που είναι βέβαια ανταγωνιστική, καθώς κανένας καπιταλιστής δεν επιθυμεί την καταστροφή του κεφαλαίου που του ανήκει, αλλά επιδιώκει την καταστροφή του κεφαλαίου των ανταγωνιστών του.

Με την περιοριστική δημοσιονομική πολιτική και το βάθεμα της οικονομικής ύφεσης, οι Ευρωπαίοι κεφαλαιοκράτες επιδιώκουν να πετύχουν και τα δύο. Σε συνθήκες ύφεσης μπορούν ευκολότερα να εκβιάσουν την εργατική τάξη και να κλιμακώσουν την επίθεσή τους, ξεμπερδεύοντας με τις «δυσκαμψίες» -όπως τις ονομάζουν τα αστικά επιτελεία- στην αγορά εργασίας, δηλαδή με τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης. Με αυτόν τον τρόπο στοχεύουν να κερδίσουν πόντους στον ανταγωνισμό τους με τους Αμερικάνους και Ασιάτες κεφαλαιοκράτες. Παράλληλα, η εντεινόμενη ύφεση οδηγεί στην καταστροφή κεφαλαίου με την εκκαθάριση των πιο αδύναμων κεφαλαιοκρατών. Η διαδικασία αυτή οδηγεί σε καταστροφή τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οδηγώντας τα μικροαστικά στρώματα στην προλεταριοποίησή τους, αλλά θέτει σε κίνδυνο και μεγαλύτερες εταιρείες όταν αυτές εξαρτώνται αποκλειστικά από την εσωτερική αγορά μιας χώρας που βρίσκεται σε βαθιά ύφεση. Η διαδικασία αυτή επιταχύνει τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και από αυτήν θα επιβιώσουν οι ισχυρότερες μονοπωλιακές εταιρείες. Οι κεφαλαιοκράτες και τα επιτελεία τους προσμένουν ότι στο τέλος αυτού του δρόμου θα έρθει η πολυπόθητη οικονομική ανάκαμψη. Αυτό όμως δεν πρόκειται να συμβεί. Η ανάγκη για καταστροφή κεφαλαίου σε μεγάλη κλίμακα μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με τον πόλεμο. Για την επιβίωση του συστήματος δεν θα είναι αρκετή η εξαθλίωση της εργατικής τάξης, η φτώχεια και η πείνα. Θα χρειαστεί και άφθονο αίμα.

Οι επιπτώσεις στην Ελλάδα

Τις συνέπειες των αποφάσεων της Ε.Ε. ήδη τις βιώνουμε στην Ελλάδα με την ψήφιση από τη Βουλή του νέου μνημονίου και το παραπέρα πετσόκομμα μισθών και συντάξεων. Η απαίτηση της τρόικας για μείωση του κατώτερου μισθού, είναι προφανές ότι δεν είχε καμία σχέση με τον ισοσκελισμό του προϋπολογισμού ή την εξοικονόμηση πόρων για την αποπληρωμή του κρατικού χρέους. Αντίθετα μάλιστα, η ύφεση που θα προκληθεί από τη μείωση των μισθών δυσκολεύει κάθε προσπάθεια δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η απαίτηση της τρόικας – και ιδιαίτερα της Ε.Ε. – για μείωση των μισθών τέτοια ώστε η Ελλάδα να καταστεί η χώρα με το φθηνότερο κόστος εργασίας στην ευρωζώνη, εξυπηρετεί τα σχέδια του ευρωπαϊκού κεφαλαίου για σύνθλιψη του μισθολογικού κόστους σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. Σε αυτόν το σχεδιασμό, η Ελλάδα παίζει το ρόλο του παραδείγματος, αποτελώντας πλέον το «πάτωμα» σε σχέση με τις εργατικές αμοιβές στη ζώνη του ευρώ. Δεν ήταν καθόλου τυχαία μάλιστα, τα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ που κάνανε σύγκριση των μισθών στην Ελλάδα, με τους μισθούς σε Ισπανία και Πορτογαλία, που μέχρι πριν την ψήφιση του νέου μνημονίου ήταν οι χώρες με τους χαμηλότερους μισθούς στην ευρωζώνη. Θα πρέπει πλέον να αναμένουμε ότι ανάλογα μέτρα συμπίεσης του εργατικού κόστους, θα εφαρμοστούν και στις άλλες χώρες της Ε.Ε. Οι Ευρωπαίοι εργαζόμενοι που κινητοποιούνται με σύνθημα «είμαστε όλοι Έλληνες», μάλλον κατανοούν ότι και αυτοί σε λίγο καιρό θα αμείβονται αλά ελληνικά.