Ρατσισμός και εργατική τάξη

Ρατσισμός και εργατική τάξη

Δυστυχώς πλέον, η νεολαία που άλλοτε συνιστούσε ένα ριζοσπαστικό κομμάτι της κοινωνίας και προνομιακός χώρος για την αριστερά, δείχνει σημάδια απομάκρυνσης από μια νοοτροπία η οποία διακατεχόταν από αξίες όπως αυτές της ισότητας, της αλληλεγγύης, της ελευθερίας και ευρύτερα από αξίες ανθρωπιστικού χαρακτήρα. Κυρίως αναφέρομαι στο κομμάτι της νεολαίας που βρίσκεται στα σχολεία. Τα κρούσματα φασιστικών- ρατσιστικών επιθέσεων από έλληνες μαθητές προς αλλοδαπούς συμμαθητές τους αυξάνονται. Τα παραδείγματα είναι αρκετά. Ενδεικτικά μόνο, πριν δύο μήνες μεγάλη ομάδα παιδιών διαφόρων ηλικιών μαζί με ενήλικες τραμπούκιζαν αλλοδαπούς στο Ηράκλειο Κρήτης. Επίσης και στην πόλη των Χανίων έχουν σημειωθεί ανάλογα κρούσματα ρατσιστικής- φασιστικής βίας όπως ήταν η φωτιά στην εβραϊκή συναγωγή, η επίθεση κατά καθηγήτριας που παρέδιδε μαθήματα ελληνικών σε μετανάστες καθώς και αρκετοί ξυλοδαρμοί αλλοδαπών μαθητών. Το φαινόμενο δεν περιορίζεται φυσικά μονάχα σε αυτές τις δύο πόλεις. Η περίπτωση της Σπάρτης, όπου ομάδα μαθητών επιχείρησε να κάψει ζωντανούς μετανάστες βάζοντας φωτιά στο σπίτι όπου διέμεναν είναι επίσης χαρακτηριστική. Το ίδιο χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση συμμορίας μαθητών στους Αμπελόκηπους στην Αθήνα, όπου τραμπούκιζαν μετανάστες αλλά και Έλληνες μαθητές που αντέτειναν στις φασιστικές τους πρακτικές. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι γιατί; Τι συνετέλεσε και αυτή την στιγμή γίνεται, αργά μεν αλλά σταθερά, μια τόσο αντιδραστική στροφή στην συνείδηση των μαθητών.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Τα περισσότερα κρούσματα φασιστικής βίας γίνονται σε τεχνικά λύκεια και σε σχολεία εργατικών- λαϊκών περιοχών όπου εκεί ο συντριπτικός αριθμός των μαθητών είναι γόνοι της εργατικής τάξης ή χαμηλών λαϊκών στρωμάτων και φυσικά εκεί υπάρχουν και πολλοί μετανάστες. Αν θεωρήσουμε λοιπόν, το σχολείο σαν μικρογραφία της κοινωνίας, σαν ένα καθρέφτη που αντικατοπτρίζει μέρος του κοινωνικού γίγνεσθαι τα πράγματα μοιάζει να ξεκαθαρίζουν.

Από την στιγμή που ξέσπασε η οικονομική κρίση και στην Ελλάδα, η εργατική τάξη και τα χαμηλά λαϊκά στρώματα βλέπουν καθημερινά τους όρους ζωής τους να δυσχεραίνουν όλο και περισσότερο μέρα με την μέρα. Στο πλαίσιο του μνημονίου, αρχίζουν οι απολύσεις, οι μειώσεις μισθών και συντάξεων, οι περικοπές στο δημόσιο και οι αναδιαρθρώσεις στον εργασιακό τομέα με αποκορύφωμα την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Οι προσλήψεις μειώνονται δραστικά στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, με αποτέλεσμα η ανεργία να αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς. Σε αυτό το πλαίσιο, ολόκληρο το αστικό πολιτικό σύστημα με την αγαστή βοήθεια των ΜΜΕ, ζητούν εθνική ενότητα ούτως ώστε –υποτίθεται- να ξεπεραστεί η κρίση και να εξέλθει της θλιβερής αυτής κατάστασης η χώρα. Πως όμως να επιτευχθεί μια τέτοια ενότητα; Πώς να δεχτεί η εργατική τάξη και τα υπόλοιπα πληττόμενα στρώματα να συναινέσουν σε μια πολιτική που τους κλέβει το παρόν και το μέλλον; Αφού είναι φανερό πως δεν ευθύνονται οι ίδιοι για την υπάρχουσα κατάσταση.

Η απάντηση στο πρόβλημα αυτό, είναι γνωστή και προφανής για τα αστικά πολιτικά επιτελεία, και την είχε δώσει ο Γκέμπελς λέγοντας πως « Η συσπείρωση απέναντι σε ένα κοινό εχθρό είναι ευκολότερη από την συσπείρωση απέναντι σε ένα κοινό σκοπό». Στο μήκος λοιπόν της γκεμπελικής αυτής λογικής, αρχίζει μια ξέφρενη προπαγάνδα κατά των μεταναστών και η καλλιέργεια κλίματος φόβου. Οι διάφορες παρακρατικές φασιστικές οργανώσεις σπεύδουν να προσφέρουν τα μέγιστα διατρανώνοντας πως οι μετανάστες ευθύνονται για τους χαμηλούς μισθούς, ότι οι μετανάστες ευθύνονται για την ανεργία, ότι οι μετανάστες ευθύνονται για την αύξηση της εγκληματικότητας. Παράλληλα το ΠΑΣΟΚ προχώρησε στην ανέγερση φράχτη στα σύνορα του Έβρου για να περιορίσει την διέλευση ανθρώπων στην χώρα μας, ανθρώπων που ξεριζώθηκαν από τις πατρίδες τους είτε για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους είτε γιατί στις χώρες τους διεξάγονται ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι των «ειρηνιστών και φιλήσυχων» Δυτικών.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα λοιπόν, και σε συνδυασμό με την αδυναμία της αριστεράς να αρθρώσει μια πολιτική πρόταση για το, όντως μεγάλο πρόβλημα του μεταναστευτικού ζητήματος, η οποία να είναι αντάξια των απαιτήσεων των καιρών, είναι λογικό να αρχίσουν να υιοθετούνται ρατσιστικές απόψεις και αντιλήψεις. Πόσο μάλλον από νέους ανθρώπους οι οποίοι κυριεύονται από θλίψη, απογοήτευση καθώς και από οργή για το αβέβαιο και δυσοίωνο μέλλον.

Η αριστερά, θα πρέπει να λάβει πολύ σοβαρά υπόψη της το μεταναστευτικό ζήτημα, και να πάψει να αναλώνεται σε μια θολή προοδευτικότητα, προσεγγίζοντας το υπό το πρίσμα της υπεράσπισης των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων ή μίας κάποιας φιλανθρωπικής διάθεσης. Μια τέτοια προσέγγιση είναι αφενός απόλυτα ενσωματώσιμη από οποιονδήποτε και αφετέρου θέτει την αριστερά εκ προοιμίου σε διαφορετική θέση από τους ίδιους τους μετανάστες. Το κοινωνικό αυτό ζήτημα, όπως και κάθε άλλο, πρέπει να εξετάζεται πάνω στην στερεή βάση των πραγματικών υλικών αναγκών. Ως εκ τούτου, το συγκεκριμένο πρέπει να θεωρηθεί υπό το πρίσμα των αναγκών των μεταναστών. Η συντριπτική πλειοψηφία λοιπόν αυτών των ανθρώπων, έβλεπε και βλέπει την Ελλάδα ως ένα ενδιάμεσο σταθμό, πριν φύγει για την κεντρική Ευρώπη. Ο λόγος που στην ουσία οι μετανάστες έχουν βαλτώσει στην χώρα μας, είναι γιατί δεν τους παρέχονται από το κράτος τα απαραίτητα χαρτιά. Η αιτία βρίσκεται στην περίφημη συνθήκη Δουβλίνο 2. Συνεπώς είναι στοιχειώδες καθήκον, να απειθαρχήσουμε απέναντι σε αυτή την συνθήκη και να παλέψουμε για την χορήγηση των απαραίτητων εγγράφων, ούτως ώστε οι μετανάστες να φύγουν προς τους προορισμούς της αρεσκείας τους. Από την άλλη για όσους επιθυμούν να παραμείνουν στην Ελλάδα, είναι απαραίτητος ο εφοδιασμός τους με τα αντίστοιχα έγγραφα καθώς η χορήγηση πλήρων πολιτικών, εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων καθώς και η άμεση χορήγηση ιθαγένειας στα παιδιά τους. Ο αγώνας για τους μετανάστες περνάει μέσα από τον αγώνα για την απελευθέρωση της ανθρωπότητας. Στην πράξη νικιέται ο φασισμός. Είναι απαραίτητο η εργατική τάξη να υιοθετήσουν ένα επαναστατικό πρόγραμμα το οποίο να θίγει άμεσα και καθαρά το ζήτημα της εξουσίας. Είναι περισσότερο αναγκαίο παρά ποτέ η εργατική τάξη και τα χαμηλά λαϊκά στρώματα να στοιχηθούν πίσω από το αίτημα της εργατικής κυβέρνησης, προκειμένου να δοθεί οριστικά μια λύση σε κάθε εκτροπή και κοινωνική παθογένεια, που όλες έχουν τις ρίζες τους στην άγρια εκμετάλλευση που υφίσταται αυτή την στιγμή ο κόσμος της εργασίας. Στην πράξη μόνο νικιέται ο φασισμός, σπάει ο φόβος και γεννιέται η ελπίδα.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που «διαρρέουν» βίντεο με στρατιωτικές ασκήσεις καταστολής διαδηλώσεων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι η καταστολή αυξάνεται συνεχώς και γίνεται όλο και πιο άγρια. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, που μετά τα φασιστικά πογκρόμ η αστυνομία δεν προέβη σε συλλήψεις ή καταστολή του φασιστικού συρφετού που κυκλοφορούσε στο κέντρο της Αθήνας. Δοκιμάζονται οι αντοχές της κοινωνίας πάνω σε σπέρματα χουντικών πολιτικών και πρακτικών. Δοκιμάζονται για να γίνει και το επόμενο πιο σκληρό πιο αντιδημοκρατικό, πιο αντεργατικό, πιο δικτατορικό βήμα. Στόχος είναι ο φασισμός να γίνει κυρίαρχη νοοτροπία. Να γίνει μια κατάσταση διάχυτη στην κοινωνία και αυτό φαίνεται από τα δελτία των οκτώ και τον τρόπο με τον οποίο ο κάθε ρουφιάνος και χαφιές πρασινοφρουρός δημοσιογράφος καταδικάζει τις απεργίες και κάθε άλλη μορφή που μπορεί να πάρουν οι εργατική και νεολαιίστικοι αγώνες.

Οι μετανάστες αποτελούν σαρξ εκ της σαρκός της εργατικής τάξης και τα αιτήματά τους αναπόσπαστο κομμάτι του επαναστατικού προγράμματος. Η αναγκαιότητα να γίνει αντιληπτό, ότι οι μετανάστες και Έλληνες εργάτες έχουν ίδια ταξικά δεσμά να σπάσουν και κοινό κόσμο να χτίσουν είναι εντονότερη και πιο επιτακτική από όσο ποτέ άλλοτε.