Ο Εργατικός Έλεγχος της Παράγωγης
Με αφορμή τη συμπλήρωση δύο χρόνων από το χαμό του Κώστα Μπατίκα, δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από άρθρο του στο περιοδικό Αριστερή Ανασύνταξη, γραμμένο πριν 7 χρόνια, πλην όμως διαχρονικό και επίκαιρο.
Ο Εργατικός Έλεγχος της Παράγωγης
Στις λαϊκές επαναστάσεις του 20ού αιώνα η ταξική πάλη της εργατικής τάξης ανέδειξε σχεδόν παντού στην Ευρώπη αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο μια νέα μορφή οργάνωσης, τις εργοστασιακές επιτροπές (εργοστασιακά συμβούλια ή σοβιέτ).Όπως κάθε νέο φαινόμενο, έτσι και οι εργοστασιακές επιτροπές έγιναν αντικείμενο έντονης ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στα διάφορα ρεύματα που επιδρούν στο εργατικό κίνημα, ανάμεσα στην αστική επιρροή και την προλεταριακή αντίληψη.
Ο εργατικός ρεφορμισμός είδε σ' αυτή τη νέα εργατική οργάνωση ένα ακόμη όργανο για τη διεξαγωγή της οικονομικής πάλης και το μόνο ιδιαίτερο καθήκον που της παραχώρησε σε σχέση με τα συνδικάτα, ήταν ο έλεγχος των συνθηκών (ωράρια εργασίας, μέτρα ασφαλείας κ.λπ.). Ο επαναστατικός μαρξισμός, αντιθέτως, διέκρινε στα εργοστασιακά συμβούλια μια νέα δυναμική, τα είδε ως όργανα για τη διεξαγωγή του ελέγχου της παραγωγής, του εργατικού ελέγχου πάνω στους καπιταλιστές, τα αναγνώρισε ως έμβρυα της νέας, της επαναστατικής εργατικής εξουσίας.
Εργατικός έλεγχος, ρεφορμιστική συμμετοχή και εργατική διαχείριση
Ο εργατικός έλεγχος είναι η έμπρακτη αμφισβήτηση της οικονομικής εξουσίας των καπιταλιστών στη διαδικασία της παραγωγής. Είναι τα πρακτικά μέτρα που παίρνει η εργατική τάξη για να βάλει υπό την επιτήρηση της το διευθυντικό δικαίωμα του καπιταλιστή, για να καταργήσει τη μονοκρατορία, την απόλυτη εξουσία και το κουμάντο των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής. Ο εργατικός έλεγχος της παραγωγής δεν είναι ακόμα η κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, καταργεί όμως τα ανεξέλεγκτα προνόμια των καπιταλιστών. Δεν είναι ακόμα η κατάλυση της δυνατότητας να αποσπούν και να ιδιοποιούνται υπεραξία οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, δεν είναι η κατάργηση του καπιταλιστικού κέρδους αλλά ο περιορισμός του. Δεν καταργεί δηλαδή τη ληστεία αλλά βάζει χαλινάρι στη ληστεία των καπιταλιστών. Εργατικός έλεγχος σημαίνει έλεγχο της εργατικής τάξης στο τι και πως παράγεται, στα κέρδη και σε ολόκληρη τη σφαίρα της παραγωγικής διαδικασίας (επενδύσεις, προμήθειες, τιμές, οργάνωση της παραγωγής).
Πρόκειται για την επιβολή της εργατικής θέλησης σε μια διαδικασία κατάργησης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας εκεί όπου και όταν δεν υπάρχουν ακόμα οι συνθήκες για την άμεση απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών και απαιτούνται προπαρασκευαστικά μέτρα γι' αυτή την απαλλοτρίωση.
Ο εργατικός έλεγχος δεν γνωρίζει κανενός είδους εμπορικά μυστικά και κανενός είδους απόρρητα. Η κατάργηση του απορρήτου και η πλήρης δημοσιότητα όλων των στοιχείων της υπό εργατικό έλεγχο επιχείρησης είναι βασικό ζήτημα, είναι κατά τον Λένιν, “το κλειδί για τον εργατικό έλεγχο”. Σ' αυτό, “στην κατάργηση του απορρήτου βρίσκεται το πιο ευαίσθητο στοιχείο του κεφαλαίου που ληστεύει το λαό”2.
Ο εργατικός έλεγχος για να είναι πραγματικός πρέπει φυσικά να ασκείται από την εργατική τάξη πάνω στους καπιταλιστές. Πρέπει να ασκείται από εργατικά όργανα. Στην περίπτωση που τα όργανα του ελέγχου είναι μεικτά τότε η πλειοψηφία τους πρέπει να αποτελείται από εργάτες ή οι συμμετέχοντες στον έλεγχοι εργάτες να έχουν το δικαίωμα του βέτο. Σε κάθε περίπτωση οι αποφάσεις στον έλεγχο πρέπει να είναι υποχρεωτικές για τους ιδιοκτήτες καπιταλιστές.
Αν δεν υπάρχουν οι παραπάνω όροι τότε δεν πρόκειται για πραγματικό εργατικό έλεγχο αλλά για συμμετοχή των εργατών στη διαχείριση των καπιταλιστικών υποθέσεων. Κάθε συμμετοχή εργατικών εκπροσώπων σε διάφορα όργανα που δεν πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις, που δεν επιβάλλουν υποχρεωτικά τις εργατικές αποφάσεις, που είναι δέσμια του εμπορικού μυστικού και του απορρήτου, που δεν έχουν ουσιαστικές αρμοδιότητες αποκάλυψης των μυστικών της εκμετάλλευσης και της κερδοσκοπίας, παρά τα όποια φτιασιδώματα και τις τυμπανοκρουσίες δεν αποτελούν εργατικό έλεγχο, αποτελούν προσπάθεια αποπροσανατολισμού και παραπλάνησης της εργατικής τάξης. Είναι αυτό που ο Λένιν ονόμασε “καπιταλιστικό – γραφειοκρατικό έλεγχο”.
Τέτοια είναι όλα τα μοντέλα συμμετοχής των εργαζομένων που υπήρχαν και υπάρχουν σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο, τόσο σε επίπεδο εργοστασίου και τόπου δουλείας, όσο και στο επίπεδο διοίκησης των καπιταλιστικών επιχειρήσεων.
Το χαρακτηριστικό αυτών των μοντέλων συμμετοχής είναι α) πενιχρές αρμοδιότητες των αμιγώς εργατικών οργάνων και περιορισμένες δυνατότητες, β) πλειοψηφία των εκπροσώπων των εκπροσώπων των καπιταλιστών στα μεικτά όργανα, γ) απαραβίαστο του εμπορικού μυστικού και του απορρήτου. Το απόρρητο είναι ιερό και απαραβίαστο, κατοχυρωμένο με νόμους του κράτους. Οι συμμετέχοντες εργατικοί εκπρόσωποι έχουν το “δικαίωμα της πληροφόρησης”, πληροφορούνται όμως τόσα και όσα κρίνουν ότι πρέπει να τους πληροφορήσουν οι καπιταλιστές και το σπουδαιότερο, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουν δημόσια ούτε και αυτές τις πληροφορίες, δεν επιτρέπεται καν να τις μεταφέρουν ούτε στους συναδέλφους τους που τους εξέλεξαν. Για τους παραβάτες σε πολλές νομοθεσίες προβλέπονται αυστηρές ποινές, μέχρι και η απόλυση.
Ο πραγματικός εργατικός έλεγχος μπορεί σποραδικά και σε μεμονωμένες περιπτώσεις να εφαρμοστεί και στα πλαίσια του συστήματος, όπου φυσικά δεν μπορεί να γενικευτεί με δεδομένη την παντοδυναμία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας που δεν επιτρέπει την έμπρακτη αμφισβήτηση της. Φυσικά, ιδεολογικά και προπαγανδιστικά ο εργατικός έλεγχος οφείλει να είναι παρών από το εργατικό κίνημα και στα πλαίσια του συστήματος.
Πιο διευρυμένα ανάλογα με τους συσχετισμούς μπορεί να εφαρμοστεί ο εργατικός έλεγχος σε επαναστατικές καταστάσεις, πριν την εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας.
Γενικός, πανεθνικός και πανταχού παρών, όμως, εργατικός έλεγχος μπορεί να υπάρξει μόνο μετά την κατάκτηση της εξουσίας και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου.
Σ' αυτήν την περίπτωση ο εργατικός έλεγχος εφαρμόζεται σε κείνες τις επιχειρήσεις που δεν μπορούν άμεσα να εθνικοποιηθούν και να παραδοθούν στα χέρια του εργατικού κράτους.
Η προλεταριακή εξουσία, που εθνικοποιεί, κρατικοποιεί τις μεγάλες επιχειρήσεις, δεν είναι δυνατό να αφήσει τους ιδιώτες καπιταλιστές που δεν μπορεί ακόμη να απαλλοτριώσει, να κερδοσκοπούν ανεξέλεγκτα. Δεν τους αφαιρεί εντελώς τα κέρδη, αλλά επιβάλλει τον εργατικό έλεγχο της παραγωγής. Όταν όλα τα μέσα παραγωγής περάσουν στα χέρια του εργατικού κράτους τότε ο εργατικός έλεγχος αυτής της μορφής εκπληρώνει το ρόλο του.
Εργατική διαχείριση
Στις επιχειρήσεις που πέρασαν στα χέρια του κράτους, σε όσες πέρασαν αρχικά με την κατάκτηση της εξουσίας και σε όλες, όταν η κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας ολοκληρωθεί, ο έλεγχος των εργατών δεν είναι πια εργατικός έλεγχος πάνω στους καπιταλιστές, είναι έλεγχος πάνω στην εργατική διοίκηση και διεύθυνση της επιχείρησης.
Σε όλες τις εθνικοποιημένες επιχειρήσεις επιβάλλεται η εργατική διαχείριση. Εκλέγονται δηλαδή συλλογικές διευθύνσεις από τις γενικές συνελεύσεις των εργατών.
Τα συλλογικά αυτά όργανα διεύθυνσης είναι, όπως και όλα τα κρατικά και οικονομικά όργανα της δικτατορίας του προλεταριάτου κάθε στιγμή ανακλητά από τη συνέλευση που τα εξέλεξε \ λογοδοτούν στη γενική συνέλευση, της οποίας οι αποφάσεις είναι υποχρεωτικές και δεν μπορούν να αναιρεθούν από τη διεύθυνση παρά μόνο από τον ανώτερο κρίκο της εργατικής εξουσίας, από το σοβιέτ της πόλης ή της περιοχής στο οποίο η γενική συνέλευση του συγκεκριμένου εργοστασίου εξέλεξε τον αντιπρόσωπο της.
Με την προσέλκυση των πλατιών εργατικών μαζών στην υπόθεση της διακυβέρνησης και της διεύθυνσης της παραγωγής, όλοι οι εργάτες συνηθίζουν στο έργο της διοίκησης και της διεύθυνσης και όταν και οι άλλες προϋποθέσεις εκπληρωθούν έρχεται μια εποχή που δεν διοικεί κανένας, η εποχή όπου κατακτήθηκε η κοινωνική ιδιοκτησία, η εποχή του σοσιαλισμού, πρώτης φάσης της κομμουνιστικής κοινωνίας όπου το πολιτικό κράτος απονεκρώνεται και στο υπόλειμμα κράτους που απομένει, το κράτος διαχείρισης στην εποχή του σοσιαλισμού, δεν υπάρχουν πλέον μόνιμες διευθύνσεις καθώς όλοι μπορούν να διευθύνουν και διευθύνουν εναλλάξ και επομένως κανένας δεν διευθύνει.
Τα όργανα του εργατικού ελέγχου και οι αρχές συγκρότησης και λειτουργίας τους
Τον εργατικό έλεγχο πάνω στην παραγωγή μπορούν να τον ασκήσουν διάφορες οργανώσεις και εκλεγμένα όργανα της εργατικής τάξης (συνδικάτα, εργοστασιακές επιτροπές, ειδικά εκλεγμένες επιτροπές ελέγχου). Οι εργοστασιακές επιτροπές, ωστόσο, ήταν τα κατεξοχήν όργανα άσκησης του εργατικού ελέγχου στην παραγωγή. Αυτό το περιεχόμενο είχε η δράση τους παντού και πάντοτε όποτε εμφανίστηκαν. Γύρω από το περιεχόμενο αυτών τω ν εργατικών οργάνων υπήρξε σκληρή σύγκρουση των δύο γραμμών στο εργατικό κίνημα. Η επαναστατική γραμμή έβλεπε τις εργοστασιακές επιτροπές (όπως και γενικά τα σοβιέτ και τα συμβούλια) ως όργανα της προλεταριακής εξουσίας στα εργοστάσια και τους τόπους δουλείας. Παντού όπου η εργατική επανάσταση νίκησε οι εργοστασιακές επιτροπές ανέλαβαν τον έλεγχο της παραγωγής.
Η ρεφορμιστική αντίληψη και γραμμή (μενσεβίκοι, Κάουτσκι κ.λπ) ήθελε και αυτές τις εργατικές οργανώσεις σε ρόλο ανάλογο με αυτό που έδινα και στα συνδικάτα, το περιεχόμενο της δράσης τους όφειλε να είναι η καλύτερη οργάνωση της οικονομικής πάλης και ειδικότερα η διεκδίκηση εργασιακών ζητημάτων, ο έλεγχος των συνθηκών δουλειάς, ζητήματα τήρησης του ωραρίου εργασίας και εφαρμογής μέτρων ασφάλειας στα εργοστάσια και τους τόπους δουλειάς. Όπου οι προλεταριακές επαναστάσεις ηττήθηκαν, οι εργοστασιακές επιτροπές (εργοστασιακά συμβούλια) που ήταν γέννημα της επαναστατικής περιόδου, απογυμνώθηκαν σιγά – σιγά από το επαναστατικό τους περιεχόμενο. Στις καπιταλιστικές χώρες καθ' όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα μπλέχτηκαν στα γρανάζια των διάφορων αστικών νόμων και μετατράπηκαν σε όργανα ταξικής συνεργασίας.
Οι εργοστασιακές επιτροπές, εκλέγονται από όλους τους εργάτες και υπαλλήλους του εργοστασίου ή της επιχείρησης, συνδικαλισμένους και μη, ανεξάρτητα από ειδικότητα, φύλο ή εθνικότητα, είναι όργανα αιρετά, κάθε στιγμή ανακλητά και η δράση τους διαφανής και σε πλήρη δημοσιότητα.
Η αιρετότητα είναι σημαντικό στοιχείο αν πρόκειται πραγματικά για γνήσια εργατικά όργανα. Οι εργοστασιακές επιτροπές (συμβούλια) ως όργανα του εργατικού ελέγχου πρέπει να αποτελούνται αμιγώς από μισθωτούς του εργοστασίου ή του τόπου δουλειάς. Σε περίπτωση μεικτών οργάνων ελέγχου όπου δηλαδή συμμετέχουν και εκπρόσωποι των μετόχων, οι εργάτες πρέπει να αποτελούν την πλειοψηφία ή να έχουν το δικαίωμα του βέτο. Οι αποφάσεις τους πρέπει να είναι υποχρεωτικές για την καπιταλιστική διοίκηση της επιχείρησης, αλλιώς μετατρέπονται σε διακοσμητικά όργανα και σε συνδιαχειριστές των καπιταλιστικών υποθέσεων.
Η αιρετότητα είναι πολύ σημαντικό στοιχείο αλλά όχι αρκετό για μια πραγματική διαδικασία ελέγχου της παραγωγής. Η αιρετότητα πρέπει να συνοδεύεται οπωσδήποτε με την ανακλητότητα. Οι εργάτες πρέπει να έχουν σε κάθε στιγμή τη δυνατότητα να ανακαλούν αυτούς που εξέλεξαν στην εργοστασιακή επιτροπή. Την αιρετότητα δεν την αρνείται ο ρεφορμισμός και αυτή καθ' εαυτή δεν ενοχλεί ούτε τους καπιταλιστές.
Το δικαίωμα της ανάκλησης είναι ουσιαστικό γιατί εμποδίζει τους καπιταλιστές να οργανώνουν αγοραπωλησίες εργατικών εκπροσώπων, μιας και ακυρώνει τις αγοραπωλησίες καθώς μόλις προχωρήσουν στην εξαγορά θα χάσουν τον εξαγορασμένο “εργατικό” εκπρόσωπο, αφού οι εργάτες θα τον ανακαλέσουν αμέσως. Η ανακλητότητα αποτελεί αποτελεσματικό όπλο στα χέρια της εργατικής τάξης ενάντια στις προσπάθειες διαφθοράς εργατών που εφαρμόζουν οι καπιταλιστές. Αφαιρεί τη δυνατότητα να υπάρξουν διάφοροι απατεώνες που, όπως στα αστικά κοινοβούλια, άλλα υπόσχονται προεκλογικά και εντελώς διαφορετικά πράττουν όταν εκλεγούν. Δρα ενισχυτικά και στους ίδιους τους εργατικούς εκπροσώπους και τους εμποδίζει να υποκύψουν και να συμβιβαστούν μόλις βρεθούν στη συντροφιά με τους καπιταλιστές. Αλλά και για ένα άλλο λόγο η ανακλητότητα είναι αναγκαία και χρήσιμη. Για τον απλούστατο λόγο ότι η συνέλευση μπορεί να αλλάξει γνώμη, να συνειδητοποιηθεί στην πορεία και να μην την εκφράζει πια η χτεσινή εκλογή της και να θέλει να την αλλάξει. Με την αλλαγή των συσχετισμών ή της στάσης της συνέλευσης οι εργάτες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να μην περιμένουν 1, 2 ή και 3 χρόνια ώσπου να μπορέσουν να μαυρίσουν τον εκπρόσωπο που εξέλεξαν, αλλά να είναι σε θέση κάθε στιγμή να τον αντικαθιστούν και να εναρμονίζουν την εκπροσώπηση τους με την επελθούσα νέα κατάσταση.
Το δικαίωμα της ανάκλησης δίνει τη δυνατότητα στους εργάτες να αλλάζουν κάθε στιγμή τους εκπροσώπους τους, είτε γιατί αυτοί πέρασαν στην αντίπερα όχθη, είτε γιατί δεν ανταποκρίνονται πια στα καθήκοντα που τους ανατέθηκαν από τη συνέλευση, είτε γιατί άλλαξαν οι συσχετισμοί.
Η αιρετότητα λοιπόν αποτελεί αποτελεσματικό μέσο μόνο σε περίπτωση που συμπληρώνεται και συνδυάζεται με το δικαίωμα της σε κάθε στιγμή άμεσης ανάκλησης. Αυτό αποτελεί ένα από τα ουσιαστικά διαφοροποιητικά στοιχεία ανάμεσα στον με επαναστατικό τρόπο εφαρμοζόμενο εργατικό έλεγχο και το γραφειοκρατικό εκφυλισμό του, τα διάφορα συμμετοχικά μοντέλα ταξικής συνεργασίας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι πουθενά στον καπιταλισμό, σε καμία αστική νομοθεσία δεν αναγνωρίζεται το δικαίωμα της ανάκλησης.
Το δικαίωμα της ανάκλησης είναι στην περίπτωση της μεταβατικής περιόδου, της δικτατορίας του προλεταριάτου, ζωτικής σημασίας για να αποτραπεί η αστικοποίηση, η γραφειοκρατικοποίηση των εργατικών διοικητικών και διευθυντικών στρωμάτων, για να μην κλέψουν τη νίκη από την εργατική τάξη οι ίδιοι οι εκπρόσωποι της, μια νίκη που κατέκτησε με πολύ κόπο και αίμα.
Οι εργοστασιακές επιτροπές δίνουν συνεχώς λόγο στη γενική συνέλευση που τις εξέλεξε, οι αποφάσεις τους και τα αποτελέσματα του ελέγχου τους είναι διαρκώς υπό την έγκριση της συνέλευσης.
Οι γενικές συνελεύσεις των εργατών στην περίοδο της δικτατορίας του προλεταριάτου είναι βασικό πολιτικό όργανο της εργατικής τάξης. Σ' αυτές βρίσκει την ενσάρκωση του το ενιαίο μέτωπο των εργατών που αποφάσισαν να θέσουν τέρμα στον καπιταλισμό και την εκμετάλλευση και να οικοδομήσουν τη νέα κοινωνία. Η γενική συνέλευση των εργατών στα εργοστάσια και τους τόπους δουλειάς αποτελεί το βασικό κύτταρο της εργατικής εξουσίας και της οργάνωσης και της διεύθυνσης της παραγωγής. Οι γενικές συνελεύσεις των εργατών εκλέγουν, ανακαλούν και ελέγχουν τα συλλογικά όργανα διεύθυνσης της παραγωγής και τους εκπροσώπους τους στα τοπικά σοβιέτ. Η εργατική εξουσία και η οργάνωση της διεύθυνσης της παραγωγής έχουν σ' αυτές τη βάση τους.
