Πίσω από το τείχος της ντροπής

Πίσω από το τείχος της ντροπής


Στα σύνορα του Έβρου η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αποφάσισε να δείξει τη πολιτική της απο-φασιστικότητα υψώνοντας φράχτη, ούτως ώστε να περιορίσει την διέλευση στη χώρα ανθρώπων που ξεριζώθηκαν από τους τόπους τους είτε για οικονομικούς λόγους είτε γιατί στη πατρίδα τους διεξάγονται οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι των «πολιτισμένων» Δυτικών. Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Χ. Παπουτσής, συντονισμένος πλήρως με το πλαίσιο κοινής μεταναστευτικής πολιτικής της ΕΕ, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το λεγόμενο «Δουβλίνο 2», προανήγγειλε τη κατασκευή τείχους στα χερσαία σύνορα του Έβρου, τη χρησιμοποίηση άδειων στρατοπέδων για το στοίβαγμα των μεταναστών και τη δημιουργία ανεξάρτητης αρχής για τη χορήγηση πολιτικού ασύλου. Η συμφωνία του Δουβλίνου, αυτό που προέκρινε ως αποδεκτή λύση για το μεταναστευτικό, ήταν η αυστηρότερη φύλαξη των συνόρων της ΕΕ. Μια πρώτη φάση της υλοποίησης της σκληρής αυτής γραμμής ήταν το FRONTEX.

Το FRONTEX εφαρμόστηκε ως επί το πλείστον στα θαλάσσια σύνορα της χώρας, έχοντας ως στόχο να περιορίσει την είσοδο μεταναστών από την Τουρκία. Υπήρξε πράγματι μια μείωση στα ποσοστά μεταναστών που εισέρχονταν στην Ελλάδα από το Αιγαίο, αυτό όμως συνέβη όχι λόγω των βάρβαρων τακτικών της FRONTEX, αλλά λόγω της διαφοράς στη τιμή εισόδου που υπήρχε μεταξύ χερσαίας και θαλάσσιας πρόσβασης στην Ελλάδα (3.000 ευρώ μέσω θαλάσσης, 300 ευρώ μέσω ξηράς). Από κει ξεκινά και το ιδεολόγημα αναγκαιότητας του τείχους στον Έβρο. Αλλά ας δούμε τις πραγματικές αιτίες που οδήγησαν την κυβέρνηση της τρόικας στη κίνηση αυτή.

Ένας πρώτος λόγος που μπορεί κάποιος να διαγνώσει είναι η ευχαρίστηση «των μοναδικών αξιόπιστων συνομιλητών της κυβέρνησης», σύμφωνα με τον Πάγκαλο, του ακροδεξιού ΛΑΟΣ. Η κυβέρνηση, αισθανόμενη την ολοένα αυξανόμενη κοινωνική της απομόνωση, με τη κίνηση της αυτή καταφέρνει να τσιμεντάρει σε μεγαλύτερο βαθμό τη στήριξη του ΛΑΟΣ στην εφαρμογή της αντεργατικής της μνημονιακής πολιτικής, ασπαζόμενη τις ξενοφοβικές τοποθετήσεις των εκπροσώπων του ΛΑΟΣ. Πέρα απ το τείχος της ντροπής, υπάρχουν και οι δηλώσεις Λοβέρδου ότι για την απελπιστική κατάσταση στο ΕΣΥ ευθύνονται οι μετανάστες!

Σε δεύτερο επίπεδο ενισχύεται το ιδεολόγημα της εθνικής ενότητας - στην οποία καλεί σα χαλασμένο κασετόφωνο ο Παπανδρέου - απέναντι στον κοινό εχθρό του έθνους, τους μετανάστες. Προφανώς, το φάντασμα της Τουρκίας δεν είναι τόσο πειστικό καθώς πλέον αποτελεί εταίρο εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων πετρελαίου στο Αιγαίο και οι μνησίκακες έχθρες κάνουν κακό στις μπίζνες. Η πρακτική αυτή θα έκανε περήφανο τον Γκέμπελς που έλεγε ότι «η συσπείρωση απέναντι σε ένα κοινό εχθρό είναι ευκολότερη από τη συσπείρωση απέναντι σε ένα κοινό σκοπό». Στην προκειμένη περίπτωση, στόχος είναι η διάσπαση της ενότητας της εργατικής τάξης, ο διαχωρισμός της με βάση την εθνικότητα και η στοίχιση των ελλήνων εργαζομένων πίσω από την αστική τους τάξη.

Ένα τρίτο στοιχείο που πρέπει να έχουμε κατά νου, είναι και ποια κατασκευαστική εταιρεία θα αναλάβει την εργολαβία για την ολοκλήρωση του έργου αυτού και αν μέσω της ανάθεσης αυτής ξεπληρώνεται η ακραιφνής στήριξη της αντιλαϊκής κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ από συγκεκριμένους μιντιακούς ομίλους.

Από κει και ύστερα, η κατασκευή ενός τέτοιου τείχους ντροπής δεν αποτελεί μια ρηξικέλευθη ιδέα του Παπουτσή, αλλά έχει συνδεθεί με μερικές από τις πιο αντιδραστικές κυβερνήσεις της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας όπως π.χ. του Ισραήλ και του τείχους του στη Λωρίδα της Γάζας, του Μπους στα σύνορα με το Μεξικό και της Ισπανίας στα σύνορα με το Μαρόκο. Και στην Ελλάδα του 2011 από τους σοσιαλιστές του ΠΑΣΟΚ! Το όλο πλαίσιο συμπληρώνεται από τη «μέριμνα για τη περίθαλψη» των μεταναστών που εισέρχονται στη χώρα σε άδεια στρατόπεδα, μέχρι να επαναπροωθηθούν στις χώρες προέλευσής τους. Με άλλα λόγια νομοθετούν τη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Και η απάντηση των επαναστατών…

Το μεταναστευτικό ζήτημα αποτελεί μέρος της ατζέντας της αριστεράς εδώ και πολλά χρόνια, χωρίς ποτέ να καταφέρει να αρθρώσει μια απάντηση που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της πραγματικότητας. Δυστυχώς, η επικρατούσα αντίληψη βάσει της οποίας προσεγγιζόταν το θέμα ήταν αυτή της φιλανθρωπίας και της υπεράσπισης των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μεταναστών. Το βασικό πρόβλημα της προσέγγισης αυτής, πέρα του ότι σε θέτει a priori σε διαφορετική θέση από τους μετανάστες, είναι ότι είναι αφομοιώσιμη και αναποτελεσματική. Ως κ.ο. Ανασύνταξη θεωρούμε ότι η προσέγγιση μας πρέπει να γίνεται στη βάση των πραγματικών υλικών αναγκών των μεταναστών και όχι στα πλαίσια μιας θολής προοδευτικότητας. Καταγγέλλουμε κάθε είδους κατασταλτικό μέτρο (FRONTEX, τείχος στον Έβρο, δυσκολία στην παραχώρηση πολιτικού ασύλου) εκ μέρους της εκάστοτε κυβέρνησης, που πραγματικό στόχο έχει να κρατάει δέσμιους σε παράνομο καθεστώς μεγάλο ποσοστό ανέργων, διασπώντας την ενότητα της εργατικής τάξης και συμπιέζοντας το κόστος εργασίας για το σύνολο των εργατών.

Πρέπει επίσης, να γίνει αντιληπτό ότι η Ελλάδα ΔΕΝ αποτελεί το προορισμό της συντριπτικής πλειοψηφίας των μεταναστών, αλλά ένα σταθμό στο δρόμο για τη κεντρική Ευρώπη. Το γεγονός ότι παραμένουν στην Ελλάδα συμβαίνει γιατί δεν μπορούν να φύγουν επειδή δεν έχουν τα απαραίτητα έγγραφα, βαλτώνοντας ουσιαστικά στην Ελλάδα. Είναι επιτακτικό λοιπόν να απειθαρχήσουμε στο Δουβλίνο 2, παλεύοντας για την παροχή των απαραίτητων εγγράφων σε όλους τους μετανάστες ώστε να μπορούν να πάνε στη χώρα της αρεσκείας τους. Σε όσους επιθυμούν να παραμείνουν στην Ελλάδα (που με τους πιο τραβηγμένους υπολογισμούς δε ξεπερνάνε το 17% του συνόλου) θα πρέπει να χορηγηθούν τα απαραίτητα έγγραφα για πλήρη πολιτικά, εργασιακά και συνδικαλιστικά δικαιώματα με αυτόματη χορήγηση ιθαγένειας στα παιδιά τους.

Η εργατική τάξη δε μπορεί να περιμένει τη πραγμάτωση αυτών των αιτημάτων ούτε από τη πιο προοδευτική αστική κυβέρνηση, πόσο μάλλον τώρα, στο φόντο της μεγαλύτερης καπιταλιστικής κρίσης της ιστορίας. Ο αγώνας αυτός θα δοθεί στους τόπους δουλειάς, στα σωματεία, στα συνδικάτα και τους δρόμους. Ήδη τα πρώτα ρήγματα δημιουργούνται με τις νίκες των Σενεγαλέζων εργατών στα Γιάννενα, καλλιεργώντας τη κοινή συνείδηση της τάξης και της εργατικής αλληλεγγύης. Τα αιτήματα των μεταναστών αποτελούν οργανικό κομμάτι του επαναστατικού προγράμματος, ενώ η αναγκαιότητα κατάδειξης του γεγονότος ότι Έλληνες και ξένοι εργάτες έχουν να σπάσουν τις ίδιες αλυσίδες και κοινό κόσμο να κτίσουν, είναι πιο πρόδηλη παρά ποτέ.