Η πάλη για συλλογικές συμβάσεις στις νέες συνθήκες - Από την αλλαγή στάσης του ΟΜΕΔ στη διάλυση των κλαδικών συμβάσεων

Η πάλη για συλλογικές συμβάσεις στις νέες συνθήκες - Από την αλλαγή στάσης του ΟΜΕΔ στη διάλυση των κλαδικών συμβάσεων


Η πάλη για τις Συλλογικές Συμβάσεις αποτελεί ζήτημα πρώτης γραμμής για την εργατική τάξη διότι την ενοποιεί και δημιουργεί ενιαίο μέτωπο απέναντι στους καπιταλιστές. Είναι η πάλη στην οποία αποτυπώνονται οι συσχετισμοί δύναμης ανάμεσα στις τάξεις οι οποίες παρατάσσουν το σύνολο των δυνάμεών τους γι’ αυτή τη μάχη.

Λέγοντας Συλλογικές Συμβάσεις εννοούμε το σύνολο σχεδόν των ζητημάτων που αφορούν στην παραγωγή, αναπαραγωγή και συντήρηση της εργατικής δύναμης. Το μισθό, το μεροκάματο, την ασφάλιση, το ωράριο εργασίας κ.λπ.

Σχετικά με την κατάσταση που διαμορφώθηκε από την αρχή του χρόνου σε σχέση με τις συμβάσεις, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις κατηγορίες περιπτώσεων.

Στην πρώτη κατηγορία έχουμε συνδικαλιστικές οργανώσεις που κατήγγειλαν τις προηγούμενες Συμβάσεις και υπέγραψαν πριν να εκδηλωθεί η επίθεση της κυβέρνησης, πριν δηλαδή παρθεί η απόφαση για μηδενικές αυξήσεις και πριν υπογράψει σύμβαση η ΓΣΕΕ. Αυτές οι περιπτώσεις ήταν λίγες με πιο χαρακτηριστικές τους αμμοβολιστές που πήραν αύξηση 6% περίπου και το σωματείο της Βιβεχρώμ με αυξήσεις κοντά στο 4%. Τη σύμβαση του σωματείου αμμοβολιστών υποδέχτηκε με πανηγυρισμούς ο Ριζοσπάστης μια και το σωματείο ελέγχεται από το ΠΑΜΕ. Ωστόσο, δεν υπήρξε καμία άλλη σύμβαση που να μπορεί το ΠΑΜΕ να επιδείξει, ενώ και η συγκεκριμένη αφορά λίγους εργαζόμενους μιας και η ανεργία στην ειδικότητα αλλά και στην περιοχή ανέρχεται στο 70% περίπου. Επιπλέον, όσοι προσλαμβάνονται για δουλειά στους εργολάβους, προσλαμβάνονται μέσω του σωματείου, το οποίο έχει επίσης κατοχυρώσει στη Σύμβασή του μορφές υποχρεωτικού συνδικαλισμού μιας και παρακρατούνται υποχρεωτικά από την εργοδοσία οι εισφορές των εργαζομένων και αποδίδονται στο σωματείο. Παρ’ όλη την κατάσταση αυτή, η σύμβαση των αμμοβολιστών ήταν από τις ελάχιστες συμβάσεις που υπογράφτηκε πάνω από τα όρια της εισοδηματικής πολιτικής της κυβέρνησης και την πρακτική της ΓΣΕΕ.

Στη δεύτερη κατηγορία έχουμε τις συνδικαλιστικές οργανώσεις που ακολούθησαν την πεπατημένη καταγγέλλοντας τη Σύμβαση όπως κάθε χρόνο την περίοδο από Μάρτη μέχρι Μάη, περιμένοντας ότι αν δεν υπάρξει συμφωνία με τους εργοδότες θα πάρουν μια κάποια αύξηση προσφεύγοντας στον ΟΜΕΔ. Οι διοικήσεις αυτών των συνδικαλιστικών οργανώσεων δεν κατάλαβαν ότι τα πράγματα άλλαξαν, ότι ο συσχετισμός δύναμης επίσης άλλαξε προς το χειρότερο για τους εργαζόμενους, ότι η κυβέρνηση τάχθηκε πιο δυναμικά υπέρ των καπιταλιστών.

Αποτέλεσμα αυτής της δυσμενούς μεταβολής ήταν η αλλαγή στάσης του ΟΜΕΔ, ο οποίος φανέρωσε το ρόλο του και αντί πλέον να επιχειρεί να διατηρήσει την ταξική ειρήνη και τις ισορροπίες, τάσσεται ανοιχτά υπέρ των συμφερόντων της εργοδοσίας και υπέρ της γραμμής της κυβέρνησης.

Αυτή η νέα κατάσταση εγκλώβισε αρκετά σωματεία τα οποία πόνταραν στον ΟΜΕΔ για Σύμβαση. Μεσολάβησε δε η σύμβαση της ΓΣΕΕ και ο ΟΜΕΔ κατέθετε πλέον ως πρόταση τη Σύμβαση που συμφώνησε η ΓΣΕΕ δηλαδή 0 % αυξήσεις για το 2010, 1,5% για το 2011, και 1,5% για το 2012.

Τα εν λόγω σωματεία αναγκάστηκαν να δεχθούν Σύμβαση στο πλαίσιο της ΓΣΕΕ ειδάλλως θα έμεναν χωρίς Σύμβαση αρκετοί εργαζόμενοι στον κλάδο μιας και όταν καταγγελθεί η Σύμβαση πρέπει να υπογραφτεί νέα εντός εξαμήνου αλλιώς δεν ισχύει ούτε η παλιά γι’ αυτούς που υπογράφουν συμβάσεις εργασίας εκ νέου, σε καινούργιο εργοδότη.

Τέλος, υπήρξαν και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που δεν κατήγγειλαν τη Σύμβαση, μένοντας με τις συμβάσεις του 2009. Με αυτήν τη γραμμή δεν αναγκάζονται να υπογράψουν στο πλαίσιο της ΓΣΕΕ, αλλά μένουν χωρίς αυξήσεις για το 2010.

Με βάση τις εξελίξεις αυτές διαπιστώνουμε ότι οι αυταπάτες για το ρόλο του κράτους και της κυβέρνησης διαλύονται από την ίδια την πραγματικότητα. Στο εξής οι συσχετισμοί δύναμης θα αποτυπώνονται αναλλοίωτοι σε όλες τις δραστηριότητες της ταξικής πάλης. Η γραμμή της κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ ενάντια στην -πάσης φύσης- κρατική παρέμβαση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα επιβεβαιώνεται από τα ίδια τα πράγματα.

 

Η διάλυση των κλαδικών συμβάσεων

Οι παραπάνω εξελίξεις που οδήγησαν στην καθήλωση των αμοιβών για τη μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης, έχουν και συνέχεια καθώς οι καπιταλιστές δεν αρκούνται σε αυτά που πέτυχαν από τις αρχές του 2010, αλλά επιδιώκουν τη κατακόρυφη μείωση του μισθολογικού κόστους. Με τις πρόσφατες αλλαγές ανατρέπεται μια εικοσαετία θεσπισμένων κανόνων δικαίου και δεκαετίες ολόκληρες αγώνων του εργατικού κινήματος.

Τρείς είναι οι σοβαρότερες αλλαγές: Η πρώτη και πλέον γνωστή είναι η κατίσχυση των επιχειρησιακών συμβάσεων επί των κλαδικών. Αν πάρουμε υπόψη ότι στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι συμβάσεις εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ είναι κλαδικές, κατάργηση της κλαδικής σύμβασης σημαίνει μεγάλη μείωση των μισθών και των αποδοχών των εργαζομένων. Χονδρικά, η μείωση για όλους τους κλάδους υπολογίζεται κατά μέσο όρο να φτάσει στο 20%.

Η παραπάνω ρύθμιση συμπληρώνεται από δύο ακόμη αλλαγές. Η πρώτη, η οποία έχει περάσει «στα ψιλά», είναι η δυνατότητα που προσφέρεται πλέον στην εργοδοτική πλευρά να προσφεύγει μονομερώς στην μεσολάβηση και διαιτησία, δικαίωμα που δεν είχε παλαιότερα σε περίπτωση ναυαγίου των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Αυτό απλούστατα σημαίνει ότι ο κάθε καπιταλιστής- εργοδότης θα μπορεί να εξασφαλίζει την σύναψη της επιχειρησιακής σύμβασης που τον συμφέρει. Άρα λοιπόν η κατάργηση του θεσμού των συλλογικών συμβάσεων περνά και μέσα από την αλλαγή του πλαισίου για την μεσολάβηση και διαιτησία.

Η δεύτερη έχει να κάνει με την άρση της δυνατότητας που έχει ο εκάστοτε υπουργός εργασίας να επεκτείνει με απόφαση του την ισχύ των συλλογικών συμβάσεων και σε χώρους που δεν εκπροσωπούνται στην συλλογική διαπραγμάτευση. Σήμερα για να είναι δυνατή η επέκταση ισχύος της σύμβασης πρέπει οι ήδη δεσμευόμενοι εργοδότες να απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου τους ή του επαγγέλματος τους. Τα τελευταία 20 χρόνια μπορεί να επεκτείνεται μια ομοιοεπαγγελματική σύμβαση σε όλους τους εργαζόμενους του επαγγέλματος ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης. Για παράδειγμα, η συλλογική σύμβαση των λογιστών ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις στις οποίες απασχολούνται λογιστές, δηλαδή σε ναυτιλιακές, βιομηχανικές, εμπορικές, οικοδομικές. Για την επέκταση αρκούσε να υποβληθεί σχετικό αίτημα στον υπουργό εργασίας από την αρμόδια συνδικαλιστική οργάνωση.

Όπως γίνεται αντιληπτό, τα μέτρα αυτά θα επιφέρουν την όξυνση του ταξικού ανταγωνισμού στους χώρους δουλειάς. Η αστική τάξη θέλει να ξεμπερδέψει μια για πάντα με τα συλλογικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της εργατικής τάξης, αλλά και με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις που δέχονται καίριο χτύπημα από αυτές τις εξελίξεις. Οι εργάτες πρέπει να απαντήσουν!! Παράλληλα με την διεκδίκηση των ουσιαστικών αιτημάτων τους για αυξήσεις, κατοχύρωση θέσεων εργασίας πρέπει να ανοίξει το θέμα της ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος και της αναδιοργάνωσής του σε κλαδική βάση. Πρέπει να εγγραφούν νέα μέλη στα συνδικάτα, να μεγαλώσει η συνδικαλιστική πυκνότητα και τα πρωτοβάθμια- επιχειρησιακά συνδικάτα να κινηθούν άμεσα στην κατεύθυνση συνένωσής τους σε πανεθνικά συνδικάτα ανά κλάδο παραγωγής.