Η αριστερά της ήττας (μέρος α')

Η αριστερά της ήττας

'74 - '94, οι δεκαετίες της νομιμοφροσύνης


του Γιώργου Κωνσταντακόπουλου


Το 1974 το ΚΚΕ, ύστερα από δεκαετίες παρανομίας μπαίνει ξανά στη "νόμιμη δράση", οι οργανώσεις του και η πολιτική του δράση δεν διώκεται πλέον από το καθεστώς. Δεν πρέπει να πιστέψουμε ότι η νομιμοποίηση υπήρξε αυτή καθ'εαυτή μια καθοριστική αλλαγή στην πορεία της Αριστεράς στη χώρα μας. Οι βασικές ιδεολογικοπολιτικές τάσεις υπήρχαν πολύ πριν το '74. Τότε όμως εμφανίζονται πιο καθαρά μέσα από τις διαδικασίες επανασυγκρότησης των κομμάτων.

Το τέλος αυτής της εικοσαετίας συνέπεσε με την ιστορικής σημασίας ήττα του παγκόσμιου εργατικού κινήματος και με τη σοβαρή κρίση της Αριστεράς στη χώρα μας. Η Αριστερά της ήττας, όλες οι ιδεολογικές, πολιτικές και οργανωτικές κατευθύνσεις που συνέβαλαν σ' αυτή την παγκόσμια διάλυση του εργατικού κινήματος, υπήρξε πολύ πριν από τη σημερινή ήττα, σ' όλη τη μακρά περίοδο υποχώρησης της παγκόσμιας επαναστατικής διαδικασίας. Γι' αυτό, δεν μπορεί κανείς να αναλύσει τα αίτια της σημερινής κατάστασης, εξετάζοντας την πορεία της Αριστεράς μόνο σ' αυτά τα είκοσι χρόνια νομιμότητας. Δεν πρέπει επίσης να θεωρήσει κανείς σοβαρές τις απόψεις που ισχυρίζονται πως ήταν καταλυτική η επίδραση της νομιμότητας για τη συμβιβαστική στάση της Αριστεράς, την ενσωμάτωσή της στο αστικό πολιτικό σύστημα. Το πρόβλημα σ' αυτή τη φάση δεν ήταν η νομιμότητα, αλλά η νομιμοφροσύνη που χαρακτήριζε το βασικό κορμό της Αριστεράς, αφού κυριαρχούσε στην ιδεολογική συγκρότηση του ΚΚΕ, μετά το '74.

Όμως η ίδια η νομιμότητα, η λειτουργία της αστικής δημοκρατίας, είναι πολύ σημαντική, γιατί επιτρέπει την ολόπλευρη κριτική εξέταση των χαρακτηριστικών της Αριστεράς και της πορείας της. Αν η νομιμοφροσύνη, η παραίτηση δηλαδή από την πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού, υπάρχει πολύ πριν το '74, οι συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά μας βοηθούν να την αναγνωρίσουμε. Η κοινοβουλευτική παρέμβαση, η πρώτη εμφάνιση της σοσιαλδημοκρατίας σε ανεξάρτητο από την Αριστερά κόμμα, η αστική νομιμοποίηση της ελεύθερης παρέμβασης των κομμάτων στο συνδικαλιστικό κίνημα, είναι συνθήκες που ρίχνουν άπλετο φως στη δράση των αριστερών κομμάτων και ιδιαίτερα του ΚΚΕ.

Παραμένοντας βέβαια στην εξέταση της πορείας της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος της χώρας και μόνο σ' αυτά τα χρονικά όρια, δεν προκύπτουν απαντήσεις για τα βασικά ζητήματα που έχουν τεθεί μπροστά στους κομμουνιστές σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο. Μόνο αν ανατρέξουμε σ' ολόκληρη την ιστορία του εργατικού κινήματος κι αν επανακατακτήσουμε την θεωρητική κληρονομιά του μαρξισμού - λενινισμού, θα αποκτήσουμε την ιστορική γνώση που είναι αναγκαία για την επαναστατική ανασύνταξη του εργατικού κινήματος, για την ανάπτυξη της στρατηγικής αντεπίθεσής του.

Αλλά ούτε κι η ανάλυση της πορείας του εργατικού κινήματος της χώρας θα μπορούσε σήμερα να εξαντληθεί σ' ένα άρθρο. Έστω και μια ματιά όμως προς τα πίσω είναι τώρα απαραίτητη. Μια μονάχα κριτική ματιά στην Αριστερά της μεταπολίτευσης, στα κύρια χαρακτηριστικά της, μπορεί να αποκαλύψει τη βασική της κατεύθυνση και πόσο μακριά οδηγήθηκε από την πάλη για το σοσιαλισμό. Μπορεί επίσης να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε πως παρά τις πικρίες και τα αναθέματα, που αυθόρμητα γέννησε η αίσθηση της ήττας και της διάλυσης τα τελευταία χρόνια, παρά τη σοβαρή υποχώρηση του κινήματος, δεν χάθηκε το στοίχημα της ανασύνταξης και της αντεπίθεσής του.

Το εργατικό κίνημα αυτήν την περίοδο δεν συγκρουόταν στο κύριο πεδίο της μάχης με τον ταξικό αντίπαλο, δεν υπήρξε πάλη για την πολιτική εξουσία. Η Αριστερά μετά το '74 έχει ήδη ηττηθεί και - το χειρότερο - η Αριστερά που οικοδομείται μετά το '74, βασικά το ΚΚΕ, είναι η επιβεβαίωση αυτής της ήττας, είναι η παραίτηση από την πάλη για την πολιτική εξουσία.

Όταν αναφερόμαστε στην Αριστερά, δεν εννοούμε φυσικά μόνο το ΚΚΕ. Όμως δεν μπορούμε να μην παραδεχτούμε ότι για την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε, το ΚΚΕ παρέμεινε σταθερά ο κύριος κορμός της, όχι μόνο λόγω της πολιτικής και οργανωτικής του δύναμης, αλλά κυρίως λόγω της ανυπαρξίας άλλης ολοκληρωμένης πολιτικής γραμμής στην πράξη. Ο χώρος του παλιού ΚΚΕ εσωτερικού και των μετεξελίξεών του (ΕΑΡ και ΣΥΝ), που περιλαμβάνεται στην ασαφή έννοια "Αριστερά" σύμφωνα με την τρέχουσα πολιτική ορολογία, ήταν μόνο το προϊόν της επισημοποίησης του μεταρρυθμισμού και η προϊούσα σοσιαλδημοκρατικοποίησή του τον οδηγεί σήμερα πια και τυπικά εκτός Αριστεράς. Ό,τι σηματοδοτεί την αστική επιρροή στο ΚΚΕ, χαρακτηρίζει πλήρως κι αυτόν τον χώρο.


1. Η Επανάσταση ως άλλοθι - οι δύο στρατηγικές


Το πρόγραμμα του ΚΚΕ για τα περισσότερα απ' αυτά τα χρόνια ήταν αυτό που ψηφίστηκε στο 9ο συνέδριο, τροποποιήθηκε κι επανεγκρίθηκε στο 10ο συνέδριο, το '78. Σ' αυτό υπάρχει η διαπίστωση ότι "στη χώρα μας υπάρχουν οι βασικές αντικειμενικές - υλικές προϋποθέσεις για το πέρασμα στο σοσιαλισμό".1 Με βάση αυτή τη θέση πλέον διαμορφώνεται η στρατηγική του προλεταριακού κόμματος κι αυτό σημαίνει ότι δεν τίθεται πλέον θέμα αστικοδημοκρατικής επανάστασης στην Ελλάδα, ότι ακόμα και άλυτα αστικοδημοκρατικά ζητήματα θα λυθούν μόνο στα πλαίσια της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Η θέση αυτή συνεπάγεται λοιπόν πως ο χαρακτήρας της επανάστασης στη χώρα μας είναι δεδομένος, πως η σύγχρονη κοινωνική επανάσταση θα είναι σοσιαλιστική, θα οδηγήσει στην πολιτική εξουσία του προλεταριάτου, στη δικτατορία του προλεταριάτου.

Όμως στο ίδιο πρόγραμμα υπάρχει και μια άλλη διαπίστωση: "η αντίθεση που κυριαρχεί στη χώρα μας είναι η αντίθεση ανάμεσα στη ντόπια μονοπωλιακή ολιγαρχία και τον ιμπεριαλισμό, πρωτ' απ' όλα τον αμερικάνικο, από τη μια μεριά, και σ' όλες τις άλλες κοινωνικές τάξεις, στρώματα και ομάδες, τη συντριπτική πλειοψηφία του έθνους, από την άλλη".2 Η κυριαρχία αυτής της αντίθεσης, που είναι αποτέλεσμα του καταλυτικού ρόλου της εξάρτησης από τον ιμπεριαλισμό στην ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού και στη διαμόρφωση και λειτουργία του αστικού πολιτικού συστήματος θεωρείται ότι πρέπει να συμπεριληφθεί στον προσδιορισμό του χαρακτήρα της επανάστασης. Κι αυτό γίνεται με ένα "δημοκρατικό αντιμπεριαλιστικό - αντιμονοπωλιακό στάδιο" πριν το "σοσιαλιστικό στάδιο" στα πλαίσια μιας "ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας".

Το πρώτο στάδιο της επανάστασης, η "δημοκρατία του λαού", όπου η εξουσία θα ανήκει στις "δημοκρατικές δυνάμεις με επικεφαλής την εργατική τάξη", γίνεται έτσι ο "άμεσος στρατηγικός σκοπός του ΚΚΕ".3 Τα στάδια αυτά ακολουθούν σε βασικές γραμμές σαν "συνταγή" τη μετεξέλιξη της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική των μπολσεβίκων και με λανθασμένο, αντιλενινιστικό μάλιστα τρόπο, γιατί η "δημοκρατία του λαού" δεν εννοείται ως πραγματική μεταβατική κατάσταση, για την επικράτηση του προλεταριάτου, αλλά ως στάδιο που πρέπει να ολοκληρωθεί. Αλλά αυτό είναι αναίρεση της αρχικής παραδοχής ότι είναι ώριμες οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για τη σοσιαλιστική επανάσταση, ότι συνεπώς δεν θα υπάρξει αστικοδημοκρατική επανάσταση στην Ελλάδα.

Το πρόγραμμα είναι λοιπόν αντιφατικό, αφού καταλήγει στην στρατηγική προτεραιότητα ενός δημοκρατικού μετασχηματισμού στα πλαίσια όμως της σοσιαλιστικής επανάστασης! Όλο το βάρος της επιχειρηματολογίας υπέρ του προγράμματος στράφηκε στην αναγκαιότητα ύπαρξης του πρώτου σταδίου για τη συγκέντρωση των λαϊκών δυνάμεων στο δρόμο της επανάστασης για τη λύση της "κυρίαρχης αντίθεσης". Αλλά να δούμε από την αρχή τη διαδικασία δημιουργίας προγράμματος για να κατανοήσουμε πόσο μακριά ήταν το συγκεκριμένο από την πραγματική στρατηγική.

Όταν ένα επαναστατικό κόμμα συζητά για τη στρατηγική του δεν έχει καθήκον να αναπτύξει κάποιο επαναστατικό ή άλλο σχέδιο, δεν γίνεται υπεύθυνο "να κάνει" την επανάσταση, αλλά να καθοδηγήσει το προλεταριάτο στη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης. Δεν είναι συνεπώς υπεύθυνο να "δημιουργήσει" συμμάχους της εργατικής τάξης, αλλά να προσδιορίσει τις αντικειμενικές βάσεις συμμαχίας με άλλα κοινωνικά στρώματα και τον τρόπο που είναι δυνατό να συμβάλλουν στη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης. Για να ανταποκρίνεται στις επαναστατικές του διακηρύξεις, το ΚΚΕ όφειλε να μελετήσει επιστημονικά την ανάπτυξη του καπιταλισμού και την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της χώρας για να προσδιορίζει διαρκώς τα ζητήματα όπου επικεντρώνεται η πάλη των τάξεων, τα σημεία σύγκρουσης των συμφερόντων τους. Κι αυτό, όχι γιατί έπρεπε το ΚΚΕ να ακολουθήσει και να "ολοκληρώσει" κάθε μεγάλη ή μικρή κοινωνική σύγκρουση, αλλά γιατί έπρεπε να συνυπολογιστούν όλες οι ταξικές συγκρούσεις και συμμαχίες στην αυτοτελή πάλη του προλεταριάτου για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας.

Η διαφορά μπορεί να φαίνεται θεωρητική και μικρή, αλλά η πολιτική της σημασία είναι τεράστια. Σύμφωνα με την πρώτη αντίληψη, το πρόγραμμα γίνεται ένα σχέδιο μέσω του οποίου το κόμμα προσπαθεί να τραβήξει τάξεις και στρώματα της κοινωνίας στο πλευρό του κόμματος. Τίποτα όμως δεν εγγυάται ότι το κόμμα και συνεπώς το σχέδιο είναι επαναστατικό, ούτε η διακήρυξη της επανάστασης και του σοσιαλισμού, αντίθετα με ένα τέτοιο πρόγραμμα μπορεί να εκφράσει οποιοδήποτε εκμεταλλευόμενο στρώμα άσχετα ή και σε αντίθεση με το μακροπρόθεσμο συμφέρον του προλεταριάτου. Με αυτό το σκεπτικό μπορεί να δημιουργεί και να καταργεί "επαναστατικά στάδια", μόνο για να ικανοποιήσει "όλο το λαό" και να μην εκφράζει έτσι την ταξική αυτοτέλεια του προλεταριάτου, αλλά απλώς τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα του λαού.

Σύμφωνα με την επαναστατική αντίληψη, το πρόγραμμα του επαναστατικού κόμματος είναι έκφραση της συνειδητοποίησης από το προλεταριάτο της ιδεολογικοπολιτικής του αυτοτέλειας και του ιστορικού του ρόλου, της αναγκαιότητας να συγκροτηθεί σε κόμμα και να παλέψει για τους δικούς του πολιτικούς στόχους, την ανατροπή του καπιταλισμού. Το κόμμα πρέπει να εκμεταλλευτεί με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο όλες τις ταξικές συγκρούσεις της κοινωνίας για να προωθηθεί τελικά η γενικότερη κοινωνική εξέλιξη, οι στρατηγικοί στόχοι του προλεταριάτου. Γι' αυτό, δεν δημιουργεί στρατηγική για οποιαδήποτε αντίθεση της κοινωνίας, για οποιοδήποτε πρόβλημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της ταξικής πάλης, αλλά για τη λύση της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού. Τις οποιεσδήποτε εξεγέρσεις στον καπιταλισμό πρέπει το προλεταριάτο να τις οδηγήσει τελικά στη σοσιαλιστική επανάσταση, γιατί μόνο η πολιτική εξουσία του προλεταριάτου εγγυάται και ολοκληρώνει και τα αιτήματα των υπολοίπων εκμεταλλευομένων.

Το ΚΚΕ ακολούθησε την αντιδιαλεκτική αντίληψη για το πρόγραμμα και έτσι κατέληξε να καθορίζει τον άμεσο στρατηγικό του στόχο με βάση το γενικό "λαϊκό συμφέρον", τα άλυτα δηλαδή προβλήματα της αστικής δημοκρατίας, κάτι που δεν θα επιτρεπόταν ούτε και στην περίπτωση που δεν είχε ολοκληρωθεί η αστικοδημοκρατική επανάσταση. Επικράτησε έτσι σ' αυτό η λογική των σταδίων σε πολύ χειρότερη εκδοχή απ' αυτή που πολέμησε ο Λένιν, αυτήν που υποστήριζε την ολοκλήρωση της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, αντί της άμεσης μετεξέλιξής της σε σοσιαλιστική. Στη δική μας περίπτωση ένα αστικοδημοκρατικό στάδιο της επανάστασης εισάγεται όχι από την πορεία της ταξικής πάλης, αλλά από το πρόγραμμα του κόμματος!4

Τα βασικά στοιχεία της διαλεκτικής αντίληψης για το πρόγραμμα του επαναστατικού κόμματος συναντά κανείς στη μελέτη του Μ.Μάλιου "Η σύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα". Σ' αυτή ο Μ.Μάλιος καταλήγει στα εξής συμπεράσματα: α) Υπάρχουν ώριμες αντικειμενικές προϋποθέσεις στη χώρα μας για το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Είναι το σύγχρονο επίπεδο ανάπτυξης των χωρών με "μέσο επίπεδο" ανάπτυξης του καπιταλισμού. β) Υπάρχουν στη χώρα μας άλυτα προβλήματα αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα, κυρίως λόγω του καθεστώτος οικονομικοπολιτικής εξάρτησης, αλλά αυτά δεν οδηγούν σε αστικοδημοκρατική επανάσταση. Γιατί: "Στη σημερινή Ελλάδα δεν υπάρχει τίποτε, που θα μπορούσε να εμποδίσει την παραπέρα ανάπτυξη του καπιταλισμού στη χώρα αυτή, εκτός από τους εσωγενείς νόμους και αντιθέσεις του ίδιου του καπιταλισμού".5

Ο Μ.Μάλιος στην ουσία δεν συμφωνεί με τη λογική των σταδίων. Αναγνωρίζει τη σημασία της αντιιμπεριαλιστικής - αντιμονοπωλιακής σύγκρουσης, την υπερτονίζει θα λέγαμε, αν και η ανάπτυξη του δημοκρατικού κινήματος την εποχή εκείνη τον δικαιώνει. Γράφει όμως: "Αποκομμένες από τη σοσιαλιστική επαναστατική διαδικασία οι αντιμονοπωλιακές επαναστάσεις στις ευρωπαϊκές καπιταλιστικές χώρες με μέση ανάπτυξη, ή είναι εντελώς απραγματοποίητες, ή στην καλύτερη περίπτωση θα είναι εσωκαθεστωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, όχι όμως επαναστάσεις με την κύρια σημασία της λέξης αυτής".6

Η υιοθέτηση όμως από το ΚΚΕ της "Δημοκρατίας του λαού" ως άμεσου στρατηγικού στόχου είναι τελικά στρατηγική υποχώρηση στο όνομα της συμμαχίας με άλλα καταπιεζόμενα από τα μονοπώλια στρώματα της κοινωνίας. Φυσικά το πρόγραμμα είναι σε αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, με την έννοια ότι δεν είναι πραγματοποιήσιμο ως σύνολο στόχων με μεταρρυθμίσεις στα πλαίσια του αστικού καθεστώτος. Όμως είναι μια πρώτη αντιδιαλεκτική ελαχιστοποίηση των προγραμματικών στόχων του επαναστατικού κόμματος. Άνοιξε το δρόμο για παραπέρα υποχωρήσεις, για τη διατύπωση άλλων "μίνιμουμ" στόχων, αυτών της "πραγματικής αλλαγής", της "αλλαγής με κατεύθυνση το σοσιαλισμό" κτλ., που επισημοποιούσαν το μεταρρυθμισμό και εισήγαγαν το μικρόβιο του κυβερνητισμού στην πολιτική του κόμματος.

Αλλά η μεγαλύτερη ζημιά από αυτήν την αντίληψη για τη στρατηγική δεν ήταν η επισημοποίηση του σοσιαλρεφορμισμού, που είχε αναπτυχθεί στο κόμμα πολύ πριν την έγκριση του προγράμματος, αλλά οι λανθασμένες ιδέες που το ίδιο το κόμμα πλέον διέσπειρε στην εργατική τάξη και που θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε "αυταπάτες της ανάπτυξης". Το κόμμα δεν πίστευε κατά βάθος πως οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για το πέρασμα στο σοσιαλισμό ήταν ώριμες. Η ηγεσία του ποτέ δεν το είχε πιστέψει κι είχε αποδεχτεί πλήρως το μεταρρυθμισμό. Αλλά και οι πιο καλοπροαίρετοι αγωνιστές δεν έβρισκαν ποια η σημασία αυτής της διαπίστωσης για την πολιτική του κόμματος και την καθημερινή δράση.

Οι αυταπάτες της ανάπτυξης βρίσκονται πίσω από τις προτάσεις για λύση των προβλημάτων των εργαζομένων στα πλαίσια της ανάπτυξης του καπιταλισμού καθώς και πίσω από την ταχτική "υπεράσπισης" κι ανάπτυξης της υλικής βάσης του ελληνικού καπιταλισμού και της "εθνικής συσσώρευσης". Οι αυταπάτες αυτές είναι η αστική ιδεολογία μέσα στο εργατικό κίνημα, είναι ο δρόμος που το ΚΚΕ επιδίδεται σε αστική εργατική πολιτική. Από εδώ εκπορεύονται οι προτάσεις για "εκσυγχρονισμό κι ανάπτυξη" διαφόρων τομέων της οικονομίας, η γκρίνια για την "αποβιομηχάνιση" και η στρατηγική σημασία της "εθνικής ανάπτυξης". Και οι ιδέες αυτές δεν χαρακτήρισαν καθόλου μόνο το ΚΚΕ - αν και σ' αυτό βλέπει κανείς καθαρά τη ρεφορμιστική πρακτική που συνεπάγονται - αλλά και πολλές εκτός ΚΚΕ αριστερές ομάδες που δεν δέχονται ή δεν κατανοούν την επικαιρότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Φυσικά τέτοιες αυταπάτες εξέφραζε πιστά και ρεαλιστικά το ΠΑΣΟΚ, που είχε κι όλα τα άλλα "προσόντα" της σοσιαλδημοκρατίας για να κερδίσει τους εργαζόμενους και δεν χρειαζόταν τη βοήθεια του ΚΚΕ γι' αυτό. Το ΚΚΕ προσπαθούσε απλώς να βοηθήσει τον εαυτό του, διαλέγοντας τον εύκολο δρόμο του αγωνιστικού ρεφορμισμού αντί της επαναστατικής δράσης, γιατί οι κυρίαρχες ιδεολογικά δυνάμεις μέσα στο κόμμα είχαν απαρνηθεί κάθε ιδέα για αποφασιστική μάχη του προλεταριάτου ενάντια στο κεφάλαιο, δηλαδή πάλη για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Η αναφορά στη σοσιαλιστική επανάσταση στο πρόγραμμα ήταν μόνο το ιδεολογικό άλλοθι για την ανάπτυξη πολιτικής δράσης που καμιά σχέση δεν είχε με την επαναστατική δράση.

Πολύ γρήγορα μετά το 10ο συνέδριο δημιουργήθηκε η ανάγκη μιας άλλης στρατηγικής, που να ανταποκρίνονται στην πολιτική πρακτική του κόμματος, που θα "αποκαθιστούσε" δηλαδή και ιδεολογικά την προτεραιότητα των μεταρρυθμίσεων στα πλαίσια του συστήματος, δίνοντάς τους κάποια πολιτική προοπτική. Η επανάσταση έπρεπε να πάρει τη θέση όχι του άμεσου στρατηγικού στόχου, αλλά του μακρινού τελικού στόχου. Η νέα στρατηγική στηρίχθηκε στην πρόταξη κάποιων αντιιμπεριαλιστικών - αντιμονοπωλιακών στόχων, όχι όμως στα πλαίσια της επαναστατικής διαδικασίας, αλλά ως εσωκαθεστωτικών αλλαγών, όπως προφητικά το διατύπωσε ο Μ.Μάλιος. Αυτή η στρατηγική ωφέλησε πολλαπλά τις σοσιαλρεφορμιστικές δυνάμεις που επικρατούσαν στο ΚΚΕ. "Απελευθέρωσε" τη ρεφορμιστική πολιτική από το βάρος της επαναστατικής αναφοράς και έδωσε τη δυνατότητα συσπείρωσης ρεφορμιστών μέσα και γύρω από το κόμμα. Ολοκλήρωσε την κοινοβουλευτικοποίηση της πολιτικής πρακτικής. Εμπεριείχε την κατεύθυνση της "εθνικής ανάπτυξης".

Αυτή η στρατηγική σύντομα κυριάρχησε στο ΚΚΕ. Είναι η στρατηγική της "πραγματικής αλλαγής", που μετονομάστηκε σε "αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό" και ξανά άλλαξε όνομα κι έγινε "προοδευτική εναλλακτική λύση". Είναι η στρατηγική, που διατυπώνεται διαφορετικά ανάλογα με την πολιτική συγκυρία, αλλά έχει ως γενικό πλαίσιο την αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών μέσω της εκλογικής ενίσχυσης της Αριστεράς, για το σχηματισμό "προοδευτικής κυβέρνησης" που θα λύσει ένα μεγάλο μέρος των προβλημάτων των εργαζομένων με ένα πρόγραμμα αντιμονοπωλιακών αλλαγών. Είναι η στρατηγική των μεταρρυθμίσεων μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού.

Δεν κάνουμε λάθος, ονομάζοντας στρατηγική τις θέσεις που το ΚΚΕ ονομάζει τακτική. Γιατί οι θέσεις αυτές δεν συγκεκριμενοποιούν την προώθηση των προγραμματικών στόχων του κόμματος, αλλά βρίσκονται σε αντίθεση με τη στρατηγική της επανάστασης, θέτοντας ως στρατηγικό στόχο του κόμματος τις εσωκαθεστωτικές μεταρρυθμίσεις. Το επαναστατικό προλεταριάτο και το ΚΚΕ έχουν πλέον διαφορετικά καθήκοντα!

Το ΚΚΕ υιοθέτησε στην πράξη τη μεταρρυθμιστική στρατηγική χωρίς να αρνηθεί ανοιχτά το πρόγραμμά του, την επίσημη στρατηγική. Συνυπήρχαν έτσι και οι δύο στρατηγικές, η επίσημη για να "αποδεικνύει" την επαναστατικότητά του και η πραγματική στρατηγική, που βαφτίστηκε "τακτική" και την οποία ακολουθεί το κόμμα στην πράξη. Κι αυτή η διττή υπόσταση της στρατηγικής μέσα στο κόμμα είναι η πηγή των αντιφάσεων και των εσωκομματικών διενέξεων των τελευταίων είκοσι χρόνων.


1 Πρόγραμμα του ΚΚΕ, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, σ.19

2 ό.π., σ.20

3 ό.π., σ.28 και 21

4 Έχει ίσως διαπαιδαγωγητική αξία να ανατρέξει κανείς στις Τροποποιήσεις στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ του 10ου συνεδρίου (εισηγητής Γρ.Φαράκος) για να παρακολουθήσει την προσπάθεια αιτιολόγησης της «Νέας Δημοκρατίας» και την υιοθέτηση της «Δημοκρατίας του λαού» ως ενδιάμεσου σταδίου!

5 Μ.Μάλιος, Ησύγχρονη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σ.176

6 ό.π., σ.178 – Ο Μάλιος σ’ αυτήν την εργασία του φτάνει σχεδόν στη διατύπωση σωστής κι ολοκληρωμένης πρότασης για τη στρατηγική του κόμματος, όμως δεν το κάνει. Προτιμά, για δικούς του λόγους, να υποστηρίξει το πρόγραμμα του 9ου συνεδρίου, δίνοντας αριστερότερη ερμηνεία στην «ενιαία επαναστατική διαδικασία».


Αναζήτηση

Γνώμες