Απάντηση στην κριτική του Χ.Β.

Απάντηση στην κριτική του Χρήστου Βλόσιου


Η πρόταση της κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ για την εργατική απάντηση και την δυνατότητα άλλης, απ’ τη σημερινή ή άλλου τύπου αστικής, πολιτικής διεξόδου από την κρίση από τη σκοπιά της εργατικής τάξης καθώς και η μετωπική λογική που τη διέπει ως εργαλείο για την ανάδειξη μιας τέτοιας πρότασης αλλά και την ανάληψη της ευθύνης για την υλοποίησή της, θεωρώ ότι κινείται σε σωστή κατεύθυνση.


Βεβαιότατα είναι αναγκαία η περαιτέρω εμβάθυνση, τεκμηρίωση και ανάλυση πλευρών και παραμέτρων, γι’ αυτό άλλωστε η κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ προχωρεί σε έκτακτη συνδιάσκεψη στις 24 και 25/7/2010, για να συζητήσει και να υποστηρίξει καλύτερα αυτή της την πρόταση. Ο διάλογος είναι εντελώς απαραίτητο στοιχείο που πρέπει να συνοδεύει την πορεία προς την συνδιάσκεψη, πρέπει να πάρουν μέρος σ’ αυτόν όσο το δυνατόν περισσότεροι σύντροφοι, φίλοι και συναγωνιστές.


Η τακτική αυτή, που αποτυπώνεται και στην πολιτική μας πρόταση, αποφασίστηκε σε συνεδρίαση της Π.Ε., είναι σύμφωνη με τις αρχές της κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ και «καθοδηγεί την οργάνωση ανάμεσα στις συνδιασκέψεις…», όπως προβλέπεται από αυτές. Στο πλαίσιο της υποστήριξης της πολιτικής τακτικής της οργάνωσης καθώς και της όσο το δυνατό πλατιάς διάδοσης της, γράφτηκε το άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Πριν στις 4/7/2010, άρθρο το οποίο δόθηκε στο γραφείο της Π.Ε. περίπου ένα μήνα πριν τη δημοσίευσή του.


Η κριτική του Χρήστου Βλόσιου (Χ.Β.) στο εν λόγω άρθρο επικεντρώνεται σε τρία σημεία: 1) την υποτίμηση του νομίσματος ως οικονομική πολιτική μιας εργατικής κυβέρνησης, 2) το ρεφορμιστικό χαρακτήρα της πρότασης του άρθρου, ο οποίος φαίνεται απ’ την «αναγκαιότητα μιας μεταβατικής πολιτικής κατάστασης», όπως διατείνεται ο κρίνων, ότι προτείνει το άρθρο, πράγμα που κατά τον ίδιο αντιβαίνει τις αρχές ίδρυσης της κ.ο ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ, αλλά και τις αποφάσεις του 4ου Συνεδρίου της Κ.Δ., και 3) την κατά προέκταση διολίσθησή μας, μέσω αυτής της πρότασης, στη θεωρία των σταδίων της επανάστασης.


Σχετικά με την υποτίμηση του νομίσματος από μια εργατική κυβέρνηση, πρέπει να πούμε ότι αυτό μπορεί να γίνει στο βαθμό που η κυβέρνηση αυτή πρέπει να στηρίξει την εξαγωγή προϊόντων για να επιβιώσει και να στηρίξει το εισόδημα μικροαστικών στρωμάτων της πόλης και του χωριού και την ντόπια παραγωγή, ικανοποιώντας έτσι και «αιτήματα του κινήματος» που ήδη εκφράστηκαν στις τελευταίες αγροτικές κινητοποιήσεις.


Φυσικά η υποτίμηση θα έχει επιπτώσεις στην αγοραστική δύναμη της εργατικής τάξης, πράγμα που πρέπει να αντισταθμιστεί με τις αυξήσεις στους μισθούς, στα μεροκάματα και στις συντάξεις, όπως άλλωστε προβλέπεται από το πλαίσιο μέτρων που το ίδιο το άρθρο διακηρύττει. Το μέτρο αυτό, όπως άλλωστε και άλλα δημοσιονομικά μέτρα, πρέπει να αντιμετωπιστούν μέσα σε ένα σύνολο προγραμματικών θέσεων, διότι αποσπασματικά και ξεκομμένα μπορεί οποιαδήποτε κυβέρνηση να τα πάρει και να οδηγήσει τα πράγματα σε όφελος του κεφαλαίου και της αστικής εξουσίας. Πρέπει γι’ αυτό εντελώς συγκεκριμένα να υπολογιστεί η μείωση που η υποτίμηση προκαλεί στο εργατικό εισόδημα μέσω των εισαγόμενων προϊόντων που καταναλώνει η μέση εργατική οικογένεια και να αντισταθμιστεί μία κι έξω η μείωση αυτή με αντίστοιχη αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών και των συντάξεων, η οποία μπορεί να επιβληθεί δια νόμου και δεν θα επαφίεται στους καπιταλιστές να δεχθούν αντίστοιχες αυξήσεις στους μισθούς, στα μεροκάματα και στις συντάξεις, αυξήσεις που είναι απαραίτητες για να αντισταθμιστούν οι απώλειες.


Η επίκληση από τον κρίνοντα τσιτάτων του Λένιν, που έχουν συναφές θέμα, είναι αυθαίρετη, διότι ο Λένιν αναφέρεται σε συνθήκες αστικής διακυβέρνησης και όχι σε συνθήκες εργατικής κυβέρνησης όπως το δικό μας άρθρο διακηρύττει. Ο Λένιν ασκούσε κριτική στην πρόθεση μίας αστικής κυβέρνησης, της κυβέρνησης Κερένσκυ, να αντιμετωπίσει την χρεοκοπία με πληθωριστικό χρήμα και – πολύ σωστά – επέκρινε το μέτρο ως σωτήριο μόνο για τους αστούς και επιζήμιο για το εισόδημα της εργατικής τάξης. Το ίδιο θα κάναμε κι εμείς και όλοι οι κομμουνιστές σήμερα απέναντι σε οποιαδήποτε αστική κυβέρνηση υιοθετούσε εθνικό νόμισμα και προχωρούσε σε υποτίμησή του. Διότι είναι σίγουρο ότι οι αστοί μέσα από αυτό το μέτρο προσβλέπουν σε διπλό όφελος, τόσο την αύξηση της ανταγωνιστικότητάς τους έναντι των ξένων στη διεθνή και την εσωτερική αγορά, όσο και στην αύξηση της κερδοφορίας από τη μείωση των πραγματικών μισθών (εντός των ορίων που η μείωση των εισοδημάτων δεν δημιουργεί σοβαρή ύφεση στην αγορά). Ωστόσο, σήμερα έχουμε το καθήκον να ασκήσουμε αμείλικτη κριτική στην επιμονή της παρούσας αστικής κυβέρνησης να διατηρήσει την «σταθερότητα» του νομίσματος μέσω της παραμονής στο ευρώ, την οποία και πάλι πληρώνουν με φτώχεια και δυστυχία η εργατική τάξη και άλλα εργαζόμενα στρώματα . Αν όμως μιλάμε για πρόγραμμα μέτρων υπέρ των εργαζομένων τα οποία οφείλει να εφαρμόσει μία εργατική κυβέρνηση, τότε η επαναφορά του εθνικού νομίσματος και κατά συνέπεια είτε η υποτίμησή του είτε η σταθερότητά του έναντι ξένων νομισμάτων πρέπει πάντοτε να εξετάζεται από την πλευρά της διατήρησης και ανόδου του επιπέδου διαβίωσης των εργαζόμενων τάξεων. Εξάλλου, στο άρθρο, η υποτίμηση αντιμετωπίζεται ως δυνατότητα-ενδεχόμενο και όχι ως πανάκεια.


Σχετικά τώρα με τη δεύτερη παρατήρηση του Χ.Β., ότι το άρθρο προβάλλει την αναγκαιότητα μιας «μεταβατικής πολιτικής κατάστασης», θεωρώ ότι ο Χ.Β. αδικεί και το άρθρο αλλά και τον εαυτό του. Το άρθρο λέει ότι: «…Γι’ αυτό, ανεξάρτητα από το αν θα μπορέσει να επιτευχθεί μια τέτοια πολιτική μεταβατική κατάσταση….», λέει δηλαδή ότι μπορεί να επιτευχθεί, μπορεί και όχι, δεν είναι «ιστορικά αναπόφευκτη», πράγμα που είναι ακριβώς το αντίθετο της αναγκαιότητας, που μας προσάπτει στην κριτική του ο Χ.Β.


Ας δούμε όμως αν το άρθρο είναι σύμφωνο με τις αρχές της κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ και των αποφάσεων του 4ου Συνεδρίου της Κ.Δ.


Στις θέσεις για την Ενωτική Συνδιάσκεψη της Αριστερής Ανασύνταξης στη σελίδα 76, στη 2η παράγραφο λέμε:


«Την τακτική του ενιαίου μετώπου, εκτός από τους καθημερινούς μαζικούς αγώνες, οι κομμουνιστές την εφαρμόζουν και στις περιπτώσεις πολιτικής συνεργασίας με κάποιο ή με κάποια από τα άλλα εργατικά κόμματα, και στις περιπτώσεις σύμπτυξης εκλογικών ή πολιτικών συνασπισμών, διατηρώντας την οργανωτική, πολιτική και ιδεολογική τους αυτοτέλεια μαζί με το δικαίωμα ανοιχτής κριτικής και πολεμικής και την ευχέρεια να προβάλλουν όχι μόνο τη συμφωνηθείσα μίνιμουμ κοινή βάση, αλλά και τις δικές τους ξεχωριστές θέσεις και το πρόγραμμά τους ολόκληρο».


Καθώς και στη σελίδα 82 των θέσεων στη 2η παράγραφο:


«Ανάμεσα στην αστική εξουσία και στην εργατική δεν υπάρχουν ενδιάμεσες μεταβατικές βαθμίδες, δεν υπάρχουν ενδιάμεσες εξουσίες και μακροχρόνιες περίοδοι μετάβασης από τη μια εξουσία στην άλλη, όπου να μπορούν να εφαρμοστούν κάποια ενδιάμεσα προγράμματα. Η κατάσταση δυαδικής εξουσίας που μπορεί να προκύψει κατά τη διάρκεια της επανάστασης θα είναι βραχύβια. Το ίδιο βραχύβια θα είναι και οποιαδήποτε ενδιάμεση κυβέρνηση που, χωρίς να είναι αναγκαίο, είναι πιθανό να προκύψει κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Η ενδιάμεση αυτή κυβέρνηση, αν υπάρξει, είτε θα μετατραπεί γρήγορα σε κυβέρνηση της δικτατορίας του προλεταριάτου ή θα ανατραπεί και η αστική κυριαρχία θα επανεγκατασταθεί».


Ακριβώς αυτό προτείνουμε: Πολιτικό μέτωπο με σοσιαλδημοκράτες, αριστερούς ριζοσπάστες, αντικαπιταλιστές και κομμουνιστές, διατηρώντας παράλληλα το δικαίωμα να λέμε ολόκληρο το πρόγραμμά μας και τους στόχους μας όπως κάνει η πολιτική πρόταση της κ.ο ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ.


Λέμε επίσης ότι:


«Γι’ αυτό, ανεξάρτητα από το αν μπορέσει να επιτευχθεί μία τέτοια πολιτική μεταβατική κατάσταση μέσα από κοινοβουλευτικό δρόμο ή μέσα από την πρωτοβουλία του ίδιου του εργατικού και λαϊκού κινήματος, τελικά μόνο η άνδρωση των επαναστατικών οργάνων της εργατικής δημοκρατίας θα μπορέσει να εγγυηθεί την υλοποίηση του μεταβατικού αυτού πολιτικού προγράμματος και τελικά να επεκτείνει και επαυξήσει τις λαϊκές κατακτήσεις στο μέλλον μέσα από την πλήρη ανατροπή του καπιταλισμού και της αστικής δημοκρατίας».


Είναι όμως αυτή η τακτική μέσα στις αποφάσεις του 4ο Συνεδρίου της Κ.Δ. το οποίο επεξεργάστηκε καλύτερα την πολιτική του ενιαίου μετώπου;


Διαβάζουμε απ’ τον Ουίλιαμ Φόστερ στο δεύτερο τόμο από το έργο του «Ιστορία των τριών διεθνών», Ελληνική έκδοση του 1975:


«Η τακτική του ενιαίου μετώπου επέσπευσε το θεμελιακό πρόβλημα της δυνατότητας μιας ενιαιομετωπικής κυβέρνησης. Όπως είδαμε τόσο το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας όσο και της Αγγλίας χρειάστηκε να είναι σχετικά μ’ αυτό πολύ συγκεκριμένα, όταν έκαναν στους σοσιαλδημοκράτες των χωρών τους τις πρώτες προτάσεις για ενιαίο μέτωπο. Στις συζητήσεις αυτού του συνεδρίου αναλύθηκαν με τη λαμπρή θεωρητική καθοδήγηση του Λένιν, οι διάφορες μορφές λαϊκών κυβερνήσεων. Να τι λέγει η απόφαση του 4ου Συνεδρίου για το πρόβλημα της εγκαθίδρυσης πιθανών εργατικών κυβερνήσεων:


Η Κομμουνιστική Διεθνής πρέπει να προβλέψει τις επόμενες δυνατότητες:

1. Μία φιλελεύθερη εργατική κυβέρνηση, όπως υπάρχει στην Αυστραλία και όπως είναι πιθανόν να σχηματισθεί στο κοντινό μέλλον στην Αγγλία.

2. Μια εργατική, σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση (Γερμανία).

3. Μια εργατοαγροτική κυβέρνηση – τέτοιες δυνατότητες υπάρχουν στα Βαλκάνια, την Τσεχοσλοβακία κλπ.

4. Μια εργατική κυβέρνηση, όπου να συμμετέχουν οι κομμουνιστές.

5. Μια αληθινά προλεταριακή εργατική κυβέρνηση, που μονάχα το κομμουνιστικό κόμμα μπορεί να την ενσαρκώσει σε καθαρή μορφή.

Αναλύοντας τις σχέσεις των κομμουνιστών με τέτοιες κυβερνήσεις η απόφαση συνεχίζει ως εξής:


«Οι πρώτοι δύο τύποι δεν είναι επαναστατικές εργατικές κυβερνήσεις, αλλά καμουφλαρισμένοι συνασπισμοί ανάμεσα στην αστική τάξη και αντεπαναστατικές ομάδες. Σε κρίσιμες στιγμές τέτοιες εργατικές κυβερνήσεις είναι ανεκτές από την εξασθενημένη αστική τάξη, για να ξεγελούν τους εργάτες σχετικά με τον αληθινό ταξικό χαρακτήρα του κράτους ή για να ξεστρατίσουν, με τη βοήθεια των διεφθαρμένων ηγετών, την έφοδο του προλεταριάτου και να κερδίσουν καιρό. Οι κομμουνιστές δε μπορούν να συμμετέχουν σε τέτοιες κυβερνήσεις. Αντίθετα πρέπει να ξεσκεπάζουν ανελέητα μπροστά στις μάζες τον αληθινό τους χαρακτήρα.


Οι κομμουνιστές θέλουν να γίνει κοινή η υπόθεσή τους και με τους εργάτες που δεν κατάλαβαν ακόμα την ανάγκη της δικτατορίας του προλεταριάτου, με τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες, τους χριστιανούς σοσιαλιστές, τους εξωκομματικούς και τα μέλη των συνδικάτων. Οι κομμουνιστές, επομένως, συμφωνούν ότι σε ορισμένες περιστάσεις και με ορισμένες εγγυήσεις, μπορούν να υποστηρίξουν μια μη κομμουνιστική εργατική κυβέρνηση. Ταυτόχρονα οι κομμουνιστές λένε στις μάζες ανοιχτά, ότι η εγκαθίδρυση μιας πραγματικά εργατικής κυβέρνησης δεν είναι δυνατή χωρίς επαναστατική πάλη ενάντια στην αστική τάξη.


Οι δύο άλλοι τύποι εργατικών κυβερνήσεων (εργατοαγροτική κυβέρνηση και εργατική κυβέρνηση με συμμετοχή των κομμουνιστών) δεν είναι δικτατορίες του προλεταριάτου και ούτε μεταβατικές μορφές, ιστορικά αναπόφευκτες, προς τη δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά, εκεί όπου σχηματίζονται μπορούν να χρησιμεύσουν σαν αφετηρίες στον αγώνα για τη δικτατορία αυτή. Μονάχα μια κυβέρνηση που αποτελείται από κομμουνιστές μπορεί να είναι αληθινή ενσάρκωση της δικτατορίας του προλεταριάτου».


Με βάση όλα τα παραπάνω θεωρώ ότι θα ήταν πλεονασμός να επιχειρηματολογήσω ενάντια στην κατηγορία του Χ.Β. ότι η πρότασή μας αποτελεί επαναδιατύπωση της θεωρίας των σταδίων. Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι είναι αναγκαίο ένα στάδιο της επανάστασης προ της δικτατορίας του προλεταριάτου που θα λύσει αστικοδημοκρατικά ζητήματα και στο οποίο θα υπάρχει μία μεταβατική εξουσία. Διευκρινίσαμε ότι δεν θεωρούμε την εργατική κυβέρνηση της πρότασής μας ούτε στάδιο της επανάστασης ούτε αναγκαία μεταβατική κατάσταση, αλλά ένα ενδεχόμενο στην πορεία ανάπτυξης του επαναστατικού αγώνα για την αποφασιστική αλλαγή των ταξικών συσχετισμών, που μπορεί υπό όρους να οδηγήσει στην εγαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Είναι μία απόπειρα υλοποίησης στις παρούσες συνθήκες στη χώρα μας της τακτικής του ενιαίου μετώπου, σύμφωνη και στο πνεύμα και στο γράμμα με την ανάλυση της τακτικής αυτής από την Κ.Δ., πράγμα που δεν αναιρείται από κάποιες φραστικές διατυπώσεις- υστερήσεις του άρθρου.


Τέλος, σχετικά με το χώρο που διέθεσε το «ΠΡΙΝ» λόγω συγγένειας απόψεων κατά τον Χ.Β, ο γράφων έχει στο παρελθόν καταχραστεί μέχρι δύο σελίδες του «ΠΡΙΝ» χωρίς, εξ όσων γνωρίζω, να συμπίπτουν οι απόψεις. Από την άλλη πλευρά, θα ήταν ευχής έργον να υπάρξει συμφωνία δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς πάνω στην πρόταση της κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ για πολιτικό μέτωπο εν τω μέσω της κρίσης, αφού –όπως κάθε ενωτική πρόταση– αυτό επιδιώκει. Είναι τουλάχιστον αντιφατικό και στενόμυαλο να προτείνεις διάλογο και ενότητα και να έχεις μόνον καχυποψία απέναντι σε αυτούς που ανταποκρίνονται στην πρότασή σου.


Όσον αφορά την παραπομπή στην ιστοσελίδα μας, αυτό αποτέλεσε δική μας επιλογή για να υπάρχει δυνατότητα ανάγνωσης ολόκληρου του άρθρου, απ τη στιγμή που το «ΠΡΙΝ» ζήτησε να το περιορίσουμε κατά 350 περίπου λέξεις ως προϋπόθεση για τη δημοσίευσή του. Ζητήσαμε λοιπόν απ το Γραφείο της Π.Ε να αναρτηθεί στην ιστοσελίδα .


Σε κάθε περίπτωση, η κριτική του Χ.Β. είναι εποικοδομητική και χρήσιμη, γιατί συμβάλλει στο διάλογο που πρέπει να διεξαχθεί για την τακτική των κομμουνιστών στις σημερινές συνθήκες. Δεν μπορούμε όμως να μην επισημάνουμε τον άδικο, ατεκμηρίωτο και υποκειμενικό χαρακτήρα της.


Κάβουρας Δημήτρης

 

 

Αναζήτηση

Γνώμες