Κριτικές παρατηρήσεις στο άρθρο των Κάβουρα-Κωνσταντακόπουλου που δημοσιεύτηκε στο ΠΡΙΝ 04/07

Κριτικές παρατηρήσεις στο άρθρο των Κάβουρα- Κωνσταντακόπουλου που δημοσιεύτηκε στο ΠΡΙΝ της 4ης Ιουλίου 2010 με τον τίτλο «Υπάρχει διέξοδος, υπάρχει λύση προς όφελος των εργαζομένων »


Το άρθρο των δύο προαναφερθέντων συντρόφων, δυστυχώς α) υιοθετεί ως πρόταση της οργάνωσης μια αστική οικονομική πρόταση και β) επαναφέρει μια παμπάλαια ρεφορμιστική πολιτική πρόταση που απορρίφθηκε από την πολιτική επιτροπή και δεν είναι συμβατή με τις θέσεις της ιδρυτικής συνδιάσκεψης της Κ.Ο Ανασύνταξη: α) υιοθετεί την πρόταση υποτίμησης του νομίσματος για την «προστασία της εγχώριας παραγωγής» και τον παραλογισμό ότι η υποτίμηση του νομίσματος συμβάλλει στην «εξασφάλιση των λαϊκών εισοδημάτων» και β) επαναφέρει την μπαγιάτικη θεωρία των σταδίων, προβάλλοντας την αναγκαιότητα μιας «μεταβατικής πολιτικής κατάστασης» με τη μορφή της θεωρίας των βημάτων μιας εργατικής κυβέρνησης, η οποία «δεν μπορεί να μακροημερεύσει και να πάρει μακροπρόθεσμα μέτρα», γιατί «δεν θα την αφήνουν οι δυνάμεις του κεφαλαίου», ενώ «ο ρόλος της θα είναι να πάρει άμεσα μέτρα ανακούφισης του λαϊκού πληθυσμού, να απελευθερώσει την εργατική και τη λαϊκή αυτενέργεια, να ενεργοποιήσει ή να χτίσει τα εργατικά και λαϊκά όργανα, να αναπτύξει το εργατικό κίνημα», (!!!) καθώς «το επόμενο βήμα θα είναι η επανάσταση και η εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας ή το πισωγύρισμα και η αντεπίθεση της αντίδρασης».


Όπως έχω πολλές φορές επισημάνει η υποτίμηση του νομίσματος και ο πληθωρισμός που την ακολουθεί, είναι μέτρα που οικονομικά ωφελούν το σύνολο του αστισμού, ωφελούν δηλ. και την αστική τάξη (=> κεφαλαιοκράτες) και τα μη κεφαλαιοκρατικά στοιχεία του αστισμού (=> ενδιάμεσα μικρομεσαία στρώματα), αφού όλοι αυτοί μπορούν, αμέσως μετά την ανακοίνωση της υποτίμησης, αυτόβουλα και αυτόματα να υψώσουν τις τιμές των εμπορευμάτων τους, ενώ βλάπτουν αποκλειστικά και μόνο τους μικροκαταθέτες, εφόσον δεν πρόλαβαν να καταναλώσουν ή να μετατρέψουν σε σκληρό συνάλλαγμα τις αποταμιεύσεις τους, και τους εργατοϋπάλληλους που είναι οι μόνοι που δεν μπορούν αυτόβουλα και αυτόματα ν’ αυξήσουν τα μεροκάματα και τους μισθούς τους. Η υποτίμηση του νομίσματος, μονομιάς ή βαθμιαία, με πληθωριστική διολίσθηση του έναντι των άλλων νομισμάτων, σημαίνει αντίστοιχη μείωση των πραγματικών μισθών και ημερομισθίων και αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Και από αυτή τη μείωση των πραγματικών μισθών και από την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης επωφελούνται οι εξαγωγείς για να μειώσουν τις πραγματικές τιμές των εξαγόμενων εμπορευμάτων τους σε βαθμό που επιτρέπει τα εμπορεύματα αυτά να είναι πιο φθηνότερα από τα εμπορεύματα των ανταγωνιστών τους στις διεθνείς αγορές, χωρίς ταυτόχρονα να μειώνεται το ποσοστό κέρδους των εξαγωγέων της χώρας που υποτίμησε το νόμισμά της. Πώς είναι λοιπόν δυνατό μέλη και στελέχη μιας οργάνωσης που αυτοκαθορίζεται ως εργατική και κομμουνιστική, να υιοθετούν το αίτημα της υποτίμησης του επανεισηγμένου εθνικού νομίσματος- αίτημα που υιοθετούν και οικονομική πρακτική που ασκούν οι κοινωνικές δυνάμεις του αστισμού και οι κυβερνήσεις τους;


Δυστυχώς για τους συντρόφους, με την πρόταση τους –που είναι και πρόταση πολλών αντικαπιταλιστών, μικροαστών και αστών πολιτικών- διαφωνεί και ο Λένιν! Συγκεκριμένα, ο Λένιν, στο έργο του «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς θα την καταπολεμήσουμε» και ειδικά στο κεφάλαιο « Η δημοσιονομική χρεοκοπία και τα μέτρα για την αντιμετώπισή τους», επισημαίνει ότι η απεριόριστη έκδοση χαρτονομίσματος (= η υποτίμηση του νομίσματος) «…αποτελεί τη χειρότερη μορφή αναγκαστικού δανείου, ότι χειροτερεύει περισσότερο απ’ όλα την κατάσταση των εργατών, του πιο φτωχού τμήματος του πληθυσμού…», ότι «ενθαρρύνει την κερδοσκοπία, επιτρέπει στους κεφαλαιοκράτες να κερδίζουν μ’ αυτήν εκατομμύρια και δημιουργεί τεράστιες δυσκολίες για την τόσο αναγκαία εύρυνση της παραγωγής, γιατί η ακρίβεια των υλικών, των μηχανών κτλ. μεγαλώνει και προχωρεί με άλματα» (Διαλεχτά Έργα, τ. 2ος , σελ. 132)


Όπως έχουμε συζητήσει και αποφασίσει στην ΠΕ, έχουμε προτείνει στην οργάνωση την ταυτόχρονη προβολή της αναγκαιότητας υλοποίησης όχι μόνον των μεταβατικών αιτημάτων της πρότασής μας αλλά και της πολιτειακής αναδιάρθρωσης της χώρας με βάση τις πολιτειακές αρχές της εργατικής τάξης (αναδιάρθρωση που μόνο αυτή θα κάνει εφικτή την πλήρη υλοποίηση του μεταβατικού προγράμματος), καθώς και την αναγκαιότητα υιοθέτησης του συνθήματος του σχηματισμού μιας επαναστατικής εργατικής κυβέρνησης που θα είναι η θεσμική έναρξη της επανάστασης, η αφετηρία για την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Για του λόγου το αληθές, παραθέτω τις σχετικές παραγράφους από την εισήγηση του Γραφείου προς την ΠΕ:


«4. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας θα πρέπει να εξηγούμε στις μάζες ότι η πλήρης και συμφέρουσα στους εργαζόμενους υλοποίηση του μεταβατικού προγράμματος πηγαίνει χέρι χέρι με την πολιτειακή αναδιάρθρωση της χώρας, με την αλλαγή του συντάγματος και την ανασυγκρότηση του πολιτικού σώματος και των πολιτειακών θεσμών με βάση τις πολιτειακές αρχές της εργατικής δημοκρατίας. Ακόμα και οι αστικού τύπου αλλαγές , όπως ο χωρισμός της Εκκλησίας από το κράτος, απαιτούν αναθεώρηση του ισχύοντος συντάγματος. Πιο ριζοσπαστικές αλλαγές, όπως η χωρίς αποζημίωση κρατικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων, η δήμευση της εκκλησιαστικής περιουσίας, πρέπει να επισφραγιστούν με συνταγματικές αλλαγές που προβλέπουν κρατική αποζημίωση μόνο για περιουσία που αποκτήθηκε με την εργασία του ιδιοκτήτη της ή των μελών της οικογένειάς του και χωρίς την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης άλλων. Η προκλητική επίσης πολιτική λιτότητας που εγκρίνει το κοινοβούλιο και που έρχεται σε αντίθεση με τις παχυλές και ηγεμονικές αμοιβές των βουλευτών, των υπουργών, του προέδρου της δημοκρατίας και των πολιτικών στελεχών του κρατικού μηχανισμού, ο αριβισμός και η θεσιθηρία που τους διακρίνει, μας δίνει την ευκαιρία να προβάλλουμε την προλεταριακή αρχή της αμοιβής όλων αυτών με το μέσο εργατοϋπαλληλικό μισθό, να απαιτήσουμε την κατάργηση της επιχορήγησης των κομμάτων κλπ. Η αθέτηση από το ΠΑΣΟΚ των προεκλογικών του εξαγγελιών και η υιοθέτηση του αντεργατικού προγράμματος σταθερότητας μας διευκολύνουν να προβάλλουμε την αναγκαιότητα των αρχών της δεσμευτικής εντολής και της ανακλητότητας των μελών της εθνικής αντιπροσωπίας. Τα ίδια φαινόμενα επίσης, σε συνδυασμό με την υποβάθμιση του κοινοβουλίου και το σφετερισμό της νομοθετικής εξουσίας από τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας (υπουργούς, πρόεδρο της δημοκρατίας , διοίκηση), αναδεικνύουν την ανάγκη αναβάθμισης της εθνικής αντιπροσωπίας σε κυβερνώσα βουλή που ασκεί τόσο την νομοθετική εξουσία μόνη της όσο και την εκτελεστική εξουσία με υπουργούς –επιτρόπους που τους ορίζει η ίδια. Αναδεικνύουν επίσης και την ανάγκη ύπαρξης μηχανισμών πρόληψης της αντιλαϊκής νομοθεσίας και μας επιτρέπουν να προπαγανδίσουμε και να απαιτήσουμε την ανασύνθεση του πολιτικού σώματος με βάση την αρχή της εργασίας (παραγωγική αρχή), την ανύψωση των πρωτοβάθμιων παραγωγικών συνελεύσεων σε διαρκείς συνελεύσεις-πηγές κάθε εξουσίας, που στις συνεδριάσεις τους θα έχουν το δικαίωμα της συζήτησης, της κατ’ αρχήν πρότασης, έγκρισης ή απόρριψης οποιουδήποτε νομοσχεδίου, που θα ελέγχουν την τήρηση της δεσμευτικής εντολής και θα θέτουν σε λειτουργία το μηχανισμό ανάκλησης και συμπλήρωσης με νέα εκλογή των μελών της εθνικής αντιπροσωπείας τα οποία θα παραβιάζουν τη δεσμευτική εντολή. Το κόστος συντήρησης του μισθοφορικού στρατού και η πλήρης απόσπασή του από το λαό πρέπει να είναι επιχειρήματα για την κατάργησή του και την αντικατάστασή του από έναν εθνικό στρατό που, με εξαίρεση το εκδημοκρατισμένο τεχνικά αναγκαίο μόνιμο τμήμα του, θα ταυτίζεται με τον ένοπλο λαό και θα βρίσκεται υπό τον πολιτικό έλεγχο των νέων διοικητικών μονάδων που θα δημιουργηθούν με βάση την αρχή της εργασίας. Τέλος, στις ωμότητες των ΜΑΤ και των άλλων κατασταλτικών μηχανισμών θα πρέπει να απαντάμε με τα αίτημα της διάλυσής τους και με την απαίτηση οι άντρες και οι αξιωματικοί των δυνάμεων ασφαλείας να είναι υπεύθυνοι, αιρετοί και ανακλητοί από τις συνελεύσεις και τα συμβούλια που κάνουν χρήση των υπηρεσιών τους, και να πληρώνονται όπως όλοι οι μισθωτοί. Το ίδιο αίτημα θα πρέπει να διατυπώνεται και για τους διοικητικούς υπαλλήλους, καθώς και για τους δικαστικούς με κάθε ευκαιρία δημοσιοποίησης περιπτώσεων διαφθοράς και αντεργατικών αποφάσεων τους.


5. Η εργατική κυβέρνηση θα είναι ή ρεφορμιστική ή επαναστατική. Δε θα είναι ένα βήμα προς την επανάσταση αλλά το πρώτο βήμα της επανάστασης. Θα είναι ή η θεσμική έναρξη της επανάστασης από τις ηγεμονικές επαναστατικές πολιτικές δυνάμεις ή η θεσμική ήττα της επανάστασης και των επαναστατικών πολιτικών δυνάμεων από τις ρεφορμιστικές δυνάμεις και τη φίλια τους αστική τάξη. Τα συνθήματα όμως του ενιαίου πολιτικού εργατικού μετώπου και της εργατικής κυβέρνησης, στο βαθμό που συσπειρώνουν την εργατική τάξη και τους εργαζόμενους μικροαστούς και στο βαθμό που με τη δουλειά των επαναστατικών εργατικών δυνάμεων διασκορπίζουν τις ρεφορμιστικές αυταπάτες της εργατικής τάξης, μπορούν να εκμαιεύσουν το σχηματισμό μιας επαναστατικής εργατικής κυβέρνησης η οποία θ’ αποτελέσει την αφετηρία της προλεταριακής επανάστασης, την αφετηρία για την κατάκτηση της δικτατορίας του προλεταριάτου, όπως επισημαίνει και η απόφαση του 4ου συνεδρίου της 3ης Διεθνούς. Η συγκρότηση πολιτικών οργάνων, συμβουλίων αυτοοργάνωσης της τάξης, που θα υιοθετήσουν και θα παλέψουν αυτό το πρόγραμμα, η μετατροπή τους τελικά σε επαναστατική εργατική σοβιετική κυβέρνηση που θα εφαρμόσει αυτό το πρόγραμμα είναι η μοναδική προοπτική που εξασφαλίζει πραγματικά την εφαρμογή του».


Τέλος, με βάση τις εγκεκριμένες από την ιδρυτική της συνδιάσκεψη θέσεις της κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ, δε θεωρείται αναγκαιότητα ούτε μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας ούτε μια ενδιάμεση βραχύβια κυβέρνηση που θα εφαρμόσει ενδιάμεσα προγράμματα πριν την επανάσταση, όπως ισχυρίζονται οι σύντροφοι για το χαρακτήρα της εργατικής κυβέρνησης που εμείς πρέπει να επιδιώκουμε. Οι θέσεις της οργάνωσης διακηρύσσουν ότι «ανάμεσα στην αστική εξουσία και στην εργατική δεν υπάρχουν ενδιάμεσες μεταβατικές βαθμίδες, δεν υπάρχουν ενδιάμεσες εξουσίες…» και ότι «η κατάσταση δυαδικής εξουσίας που μπορεί να προκύψει κατά τη διάρκεια της επανάστασης θα είναι βραχύβια. Το ίδιο βραχύβια θα είναι και οποιαδήποτε ενδιάμεση κυβέρνηση που, χωρίς να είναι αναγκαία, είναι πιθανό να προκύψει κατά τη διάρκεια της επανάστασης»- [και όχι, όπως ισχυρίζονται οι σύντροφοι, πριν αρχίσει η επανάσταση] (Αριστερή Ανασύνταξη, τ. 31, σ. 82). Γι’ αυτό, εξάλλου, κι εμείς, σύμφωνα με την πρόταση της ΠΕ προς τη συνδιάσκεψη της οργάνωσης, επιδιώκουμετην ανάδειξη μιας εργατικής κυβέρνησης- αφετηρίας για την κατάκτηση της δικτατορίας του προλεταριάτου, αφετηρίας τηςπρολεταριακής επανάστασης- (3η Διεθνής, τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, σ. 398, εκδόσεις Εργατική Πάλη).


Γι’ αυτό και θεωρούμεαναγκαιότητα την ανάδειξη μιας τέτοιας επαναστατικής εργατικής κυβέρνησης και γι’ αυτό επιμένουμε στην προπαγάνδιση της ιδέας ότι η εφαρμογή του μεταβατικού προγράμματος αυτής της κυβέρνησης στην πράξη δε διαχωρίζεται από την αναγκαιότητα της πολιτειακής αναδιάρθρωσης της χώρας με βάση τις πολιτειακές αρχές της εργατικής τάξης (με την κλασική ορολογία, η εφαρμογή του συγκεκριμένου μεταβατικού προγράμματος της εργατικής κυβέρνησης στην πράξη δε διαχωρίζεται από την αναγκαιότητα συντριβής της αστικής κρατικής μηχανής και αντικατάστασής της από την κρατική μηχανή της εργατικής τάξης, δε διαχωρίζεται δηλ. από την αναγκαιότητα πραγματοποίησης της πολιτικής προλεταριακής/σοσιαλιστικής επανάστασης). Και γι’ αυτό επίσηςεπιμένουμε ότι οι κομμουνιστές πρέπει να πασχίσουν να έχουν το πάνω χέρι σε αυτή την εργατική κυβέρνηση!


Η εμμονή των συντρόφων στην σταδιοποίηση της επαναστατικής διαδικασίας, που χαρακτήριζε και την αρχική τους πρόταση προς το Γραφείο και την ΠΕ, αποτελεί στην ουσία της ρήξη με τη λενινική θεωρία του ενιαίου μετώπου σε πολιτικό επίπεδο, όπως αυτή εκφράστηκε στις αποφάσεις του 4ου συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Και αν εξαιρέσει κανείς τον όρο "εργατική κυβέρνηση", δε διαφέρει καθόλου από τις κλασικές αντικαπιταλιστικές και αντιμονοπωλιακές προτάσεις μεταβατικών κυβερνήσεων και μεταβατικών πολιτικών που πολλές φορές έχουν αποτελέσει στόχο κριτικής της οργάνωσης. Έτσι εξάλλου δικαιολογούνται και η αφειδής παραχώρηση μιας ολόκληρης σελίδας του ΠΡΙΝ για τη φιλοξενία μιας πολιτικής άποψης απολύτως συμβατής τόσο με τις αντικαπιταλιστικές πολιτικές θέσεις του ΝΑΡ όσο και με τις αντιμονοπωλιακές λαϊκοεξουσιαστικές θέσεις του ΚΚΕ, καθώς και ο ακροτελεύτιος υπαινιγμός της εφημερίδας ότι αυτές οι απόψεις των Κάβουρα-Κωνσταντακόπουλου αποτελούν και θέσεις της κ.ο. ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ με αναφορά στη δημοσίευσή τους (;) στην ιστοσελίδα της οργάνωσης.


4 Ιουλίου 2010

Χρήστος Βλόσιος