Οι εκλογές, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τα καθήκοντα των κομμουνιστών

 

 

Οι εκλογές, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τα καθήκοντα των κομμουνιστών


Οι εκλογές τελείωσαν. “Ο λαός μίλησε”. Κι η Αριστερά, κι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ειδικότερα, προσπαθεί να βγάλει συμπεράσματα.

Η ανακοίνωση του ΝΑΡ ήταν μνημείο επιμονής σε μια αδιέξοδη πολιτική λογική. Το ΝΑΡ έσπευσε να θεωρήσει αντιφατική εκτός από εκκωφαντική την καταδίκη του δικομματισμού. Έσπευσε να μαλώσει το λαό για την αντιφατικότητα της ψήφου του, δεν αναγνώρισε καν τη σαφή τάση αριστερής στροφής, την εξίσου εκκωφαντική άνοδο της Αριστεράς: “Οι εκλογές της 6ης Μάη κατέγραψαν μια εκκωφαντική όσο και αντιφατική λαϊκή καταδίκη των κομμάτων ΠΑΣΟΚ – ΝΔ -ΛΑΟΣ”.

Έσπευσε επίσης να προαναγγείλει την αναστύλωση του δικομματισμού με νέα υλικά και ιδιαίτερα με την ενσωμάτωση δυνάμεων της Αριστεράς στη βάση του “κυβερνητισμού” και της «πασοκοποίησης»: “Ο παραδοσιακός δικομματισμός, οι βασικοί πυλώνες της αστικής πολιτικής, δέχθηκαν ισχυρότατο πλήγμα και γι’ αυτό το σύστημα αναζητεί την ανασυγκρότησή του με νέα υλικά. Αξιοποιεί σε αυτή την κατεύθυνση και τις διάφορες «αντιμνημονιακές» δυνάμεις, χωρίς πολιτική ρήξης με το κεφάλαιο και την ΕΕ. Ιδιαίτερη προσπάθεια θα γίνει για την ενσωμάτωση δυνάμεων της Αριστεράς, στη βάση του κυβερνητισμού και της τάσης «πασοκοποίησης»”.

Δηλαδή απέκλεισε για άλλη μια φορά τη δυνατότητα οποιασδήποτε επαναστατικής αξιοποίησης του αστικού κοινοβουλίου με σκοπό την ανατροπή του αστικού κοινοβουλευτισμού, τη δυνατότητα μιας βραχύβιας κοινοβουλευτικής εργατικής κυβέρνησης, προανήγγειλε και στην ουσία προεξόφλησε την ήττα της λαϊκής ψήφου μέσω της ενσωμάτωσης του ΣΥΡΙΖΑ, χρησιμοποιώντας μάλιστα τον χυδαίο όρο “πασοκοποίηση”, προσβάλλοντας τους αρκετούς συνεπείς αγωνιστές και κυρίως το 1.000.000 ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ.

Αναγνώρισε κάποιες δυνατότητες στο εκλογικό αποτέλεσμα, μόνο και μόνο για να εκφράσει τις “σοβαρές ανησυχίες” του γιατί ο λαός δεν υιοθέτησε αντικαπιταλιστικό και αντιΕΕ περιεχόμενο και “έχει αυταπάτες” άμεσων “από τα πάνω” λύσεων και κυβερνητικών εξελίξεων τις οποίες τροφοδοτεί ο ΣΥΡΙΖΑ με τη “δεξιόστροφη” πορεία του: “Το αποτέλεσμα των εκλογών δημιουργεί νέες δυνατότητες για αριστερή ανατρεπτική παρέμβαση, αλλά προκαλεί επίσης σοβαρότατους λόγους ανησυχίας για την πορεία των εξελίξεων. Η λαϊκή απαίτηση για αλλαγή της εφιαλτικής πορείας δεν χρωματίστηκε -όσο έντονα απαιτεί η ίδια η ποιότητα της επίθεσης- από αντικαπιταλιστικό και αντιΕΕ περιεχόμενο. Σε μεγάλο βαθμό χαρακτηρίστηκε από τις αυταπάτες των άμεσων λύσεων από τα πάνω και των κυβερνητικών διεξόδων, τις οποίες τροφοδότησε ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ, αναπτύσσοντας μια δεξιόστροφη πορεία με απαντήσεις εντός της ΕΕ και χωρίς ρήξη με το σύστημα”.

Πρόκειται για υποτίμηση και επιτίμηση του λαού και βιασμό της πραγματικότητας. Σύμφωνα μ΄ αυτήν την προσέγγιση ο λαός έψαχνε για αλλαγή πορείας αλλά έχει αυταπάτες και αχρωματοψία κι έτσι δεν διάλεξε το σωστό πρόγραμμα. Κι έκανε αυτό το λάθος γιατί έψαχνε “άμεσες λύσεις από τα πάνω”.

Ναι σύντροφοι του ΝΑΡ! Ο λαός ψάχνει αλλαγή πορείας και άμεσες λύσεις! Τις ψάχνει από τα κάτω, αγωνιζόμενος δύο και πλέον χρόνια! Και τις ψάχνει και από τα πάνω! Και έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει! Από τα πάνω, σημαίνει αναζητώντας πολιτική εκπροσώπηση στα κόμματα της Αριστεράς! Και σημαίνει επίσης αξιοποιώντας τις εκλογές!

Καλά κάνει ο λαός κι αναζητεί την πολιτική του πρωτοπορία στα κόμματα της Αριστεράς! Είστε διατεθειμένοι να αναλάβετε αυτόν το ρόλο και να σηκώσετε το βάρος των ευθυνών ή θα παραμείνετε για πάντα,-και βεβαίως πρέπει να συνεχίσετε να είστε κι αυτό- μόνο πρωτοστάτες και οργανωτές απεργιών και διαδηλώσεων;

Καλά κάνει ο λαός και αναζητεί άμεσες λύσεις και μέσω των εκλογών! Είστε διατεθειμένοι να διαμορφώσετε μια επαναστατική τακτική στις σημερινές συνθήκες -που το ζήτημα της εξουσίας μπαίνει επί τάπητος αλλά δεν έχουν διαμορφωθεί δομές εξωκοινοβουλευτικής κατάληψης της εξουσίας- η οποία θα αξιοποιήσει το αστικό κοινοβούλιο για να δώσει διέξοδο στην ορμή της επανάστασης και να τσακίσει τον κοινοβουλευτισμό, δίνοντας μια άμεση πολιτική – κυβερνητική προοπτική στο λαό ή θα συνεχίσετε να επικαλείστε κάποια αυριανά σοβιέτ -που φυσικά θα είναι απαραίτητα για την εδραίωση της εξουσίας της εργατικής τάξης- ή κάποιο κίνημα, που με κάποιο απροσδιόριστο τρόπο,θα “επιβάλλει” το μεταβατικό πρόγραμμα;

Κι ακόμα, θα αναπτύξετε μια τακτική απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ και την αριστερή κυβέρνηση που προτείνει ή θα βολευτείτε στην ασφάλεια της κατακεραύνωσης του ρεφορμιστικού του προγράμματος με τις εύκολες διατυπώσεις για “δεξιόστροφη πορεία” και “πασοκοποίηση” που υποτιμούν και κατακεραυνώνουν τελικά την αριστερόστροφη πορεία και την “αριστεροποίηση” του λαού, μόλις μια μέρα αφότου αυτή εκφράστηκε εκκωφαντικά στις εκλογές;

Το ΝΑΡ τέλος, αναγνωρίζει ότι το αποτέλεσμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ήταν αναντίστοιχο με τις απαιτήσεις της ταξικής αναμέτρησης. Και αναζητά κυρίως τις αιτίες στην επάρκεια και το στρατηγικό βάθος των προγραμματικών απαντήσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και την ποιότητα των δεσμών με το λαό: “το εκλογικό αποτέλεσμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι σαφώς μικρότερο των στόχων που είχαμε θέσει, αναντίστοιχο με τις απαιτήσεις της ταξικής αναμέτρησης. Οι αιτίες δεν πρέπει να αναζητηθούν κυρίως στην πίεση από τις συνθήκες του αντιδραστικού εκλογικού συστήματος, αλλά στην επάρκεια και το στρατηγικό βάθος των προγραμματικών απαντήσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, καθώς και στην ποιότητα των πολιτικών δεσμών που έχει αναπτύξει με το λαό.”

Δεν θα διαφωνήσουμε για τη στρατηγική του προγράμματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τη ποιότητα των δεσμών με το λαό. Θα επιμείνουμε όμως κυρίως στην ταλάντευση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ιδιαίτερα μετά τη θετική εμπειρία των περιφερειακών εκλογών- γύρω από τους κρίσιμους στόχους της μονομερούς διαγραφής του χρέους και της εξόδου απ΄ την ΕΕ. Στην αδυναμία της να αντιληφθεί την κρισιμότητα του να απαντηθεί απ΄ τους επαναστάτες το ζήτημα της κυβέρνησης, με μια τακτική άμεσης πολιτικής κυβερνητικής προοπτικής, μια τακτική εργατικής κυβέρνησης. Στην απροθυμία της να εκφράσει την ανάγκη, να αναλάβει πρωτοβουλία, ώστε να συγκροτηθεί ένα όσο το δυνατόν ευρύτερο πολιτικό και εκλογικό μέτωπο, στη βάση των παραπάνω κρίσιμων στόχων και του συνολικότερου μεταβατικού προγράμματος που και η ίδια αλλά και άλλες δυνάμεις (ΚΚΕ, ΚΟ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ, ΕΕΚ, ΟΚΔΕ, δυνάμεις – τάσεις του ΣΥΡΙΖΑ) προπαγανδίζουν. Απροθυμία η οποία σχηματοποιήθηκε στην πρόταση για “μέτωπο ρήξης και ανατροπής”, πρόταση η οποία απέκλειε εκ των προτέρων τη δυνατότητα πολιτικής και εκλογικής συνεργασίας και περιόριζε τα πράγματα στο επίπεδο της κοινής δράσης στο κίνημα.

Χαρακτηριστική της ταλάντευσης δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ γύρω από τους κρίσιμους στόχους της μονομερούς διαγραφής του χρέους και της εξόδου απ΄ την ΕΕ, είναι η ανακοίνωση της ΑΡΑΣ για το αποτέλεσμα των εκλογών. Η ΑΡΑΣ εκτιμά ότι: “...αυτό που βαραίνει σε σχέση με ένα εκλογικό αποτέλεσμα που θα μπορούσε να υπερβαίνει σημαντικά την επίδοση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και να κάνει τη διαφορά, αφορά την ίδια την πολιτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ειδικά μετά τις περιφερειακές εκλογές του 2010, όπου αποτυπώθηκε μία σημαντική κρίση του ΣΥΡΙΖΑ. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέφυγε, να κάνει οποιοδήποτε άνοιγμα...Αποκορύφωμα αυτής της πολιτικής ήταν η απόρριψη της πολιτικής συνεργασίας με δυνάμεις του ΜΑΑ λίγες μέρες πριν τις εκλογές, παρά την ταύτιση τους με το πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, γεγονός που επέδρασε αρνητικά”.

Η εκτίμηση ότι υπήρξε ταύτιση του ΜΑΑ με το πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, επιβεβαιώνει την ταλάντευση που προαναφέρθηκε. Η θέση του ΜΑΑ ήταν “αποχώρηση από την ευρωζώνη με σοσιαλιστική προοπτική”. Φυσικά στο εσωτερικό του ΜΑΑ υπήρξαν και φωνές που υποστήριζαν και έξοδο απ΄ την ΕΕ, ωστόσο δεν πλειοψήφησαν. Απ' την άλλη η “αποχώρηση απ' την ευρωζώνη” είναι μια θέση πιο προχωρημένη απ' την προηγούμενη μεσοβέζικη θέση “καμία θυσία για το ευρώ”. Η πόλωση δυνάμεων ρεφορμιστικής προέλευσης προς το επαναστατικό μεταβατικό πρόγραμμα που αντικειμενικά θα συμβαίνει, καθώς αυτό το πρόγραμμα είναι η μόνη ρεαλιστική εργατική απάντηση στην κρίση, απαιτεί μια τακτική για την ενσωμάτωση αυτών των δυνάμεων στη βάση του μεταβατικού προγράμματος και όχι μια τακτική υποταγής στις ταλαντεύσεις και τις αντιφάσεις τους στο όνομα της -επιδιωκόμενης φυσικά- πλατύτερης ενότητας.

Η ταύτιση του προγράμματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με την “αποχώρηση από την ευρωζώνη”, δηλαδή η σαφής αμφισβήτηση της θέσης για έξοδο απ΄ την ΕΕ, είναι στην προκειμένη περίπτωση πασιφανής αλλά καθόλου πρωτοφανής. Αντιθέτως, με μια σειρά τρόπους, διάφορες δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στο όνομα μιας πλατύτερης συνεργασίας, διαστρέβλωναν και πετσόκοβαν το -κεκτημένο στις περιφερειακές εκλογές- πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ταυτόχρονα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως όλον, με επίσημη τοποθέτηση της, αποδεχόμενη ότι μια “Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ) μπορεί να συμβάλει σημαντικά στο αίτημα για παύση πληρωμών, μη αναγνώριση και διαγραφή του χρέους”, ουσιαστικά υπονόμευε την ουσία του στόχου της διαγραφής του χρέους, μετατρέποντας τον από επαναστατικό μέτρο σε μια μακρόσυρτη διαδικασία λογιστικού χαρακτήρα που καμία σχέση δεν έχει με ένα επαναστατικό μεταβατικό πρόγραμμα. Η στρεβλή κατανόηση και το ρεφορμιστικό πετσόκομμα του προγράμματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ φάνηκε άλλωστε ξεκάθαρα και σε διάφορες προεκλογικές τοποθετήσεις στελεχών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως πχ η τοποθέτηση στελέχους της ΑΡΑΣ σε τηλεοπτική συνέντευξη ότι “αυτό που προτείνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει εφαρμοστεί στην Αργεντινή”.

Στην ίδια ανακοίνωση η ΑΡΑΣ αναγνωρίζει την εκλογική καθήλωση των αντιΕΕ δυνάμεων αποδίδοντας την όμως, όσον αφορά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στο ότι δεν υποτάχτηκε τελικά στην υποτιθέμενη “ταύτιση” της με το ΜΑΑ καθώς και στο ότι: “η ιδεολογική επίδραση πτυχών της κυρίαρχης ιδεολογίας όπως η παραμονή στην ΟΝΕ, δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί παρά τις κοινωνικές συνθήκες της κρίσης”. Φυσικά και δεν είναι εύκολη η ιδεολογική απαγκίστρωση της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων από “ευρωπαϊκές” αυταπάτες. Αλλά εδώ δεν γίνεται αντιληπτό το βασικό: η καθήλωση των αντι-ΕΕ δυνάμεων δεν οφείλεται κυρίως στην ισχύ αυτών των αυταπατών. Ίσα – ίσα, τα δύο τελευταία χρόνια όλο και μεγαλύτερα τμήματα του λαού αμφισβητούν την ΕΕ. Η καθήλωση οφείλεται στο ότι οι αντι-ΕΕ δυνάμεις δεν συνέδεσαν την πρόταση τους με μια άμεση πολιτική πρόταση διεξόδου και άφησαν έτσι το περιθώριο στις ρεφορμιστικές φιλοΕΕ θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ που όμως συνδέθηκαν με μια άμεση πρόταση διεξόδου -όσο κι αν αυτή εμείς γνωρίζουμε ότι είναι ανεδαφική- να εκφράσουν τον βασικό πόθο του λαού, για άμεση ανακούφιση των προβλημάτων του. Είναι εύκολο να τα ρίχνουμε στο λαό, που “δεν κατάλαβε” και “έχει αυταπάτες”. Ωστόσο δεν είναι ο λαός που καθηλώθηκε σε αντιΕΕ θέσεις. Ο λαός αμφισβητεί μαζικότερα από ποτέ την ΕΕ, διατηρώντας φυσικά αυταπάτες. Οι αντιΕΕ δυνάμεις καθήλωσαν τις ίδιες τους τις θέσεις στερώντας τες απ΄ την δυναμική που θα είχαν ως άμεση πρόταση εξουσίας και παρέδωσαν τον λαό στις φιλοΕΕ δυνάμεις που έδωσαν μια τέτοια προοπτική άμεσης διεξόδου.

Το ΣΕΚ στη δική του ανακοίνωση σωστά επισημαίνει ότι: “το οργισμένο κύμα που τους χτύπησε στρέφεται μαζικά προς τα αριστερά.” και “η δυναμική του κόσμου είναι να προχωρήσει όλο και πιο αριστερά”. Ωστόσο παρακάτω σημειώνει ότι: “μπορεί τα ποσοστά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να μην ήταν αρκετά για να τη βάλουν στη Βουλή, είναι όμως αρκετά για να την καταγράψουν στη συνείδηση χιλιάδων αγωνιστών σαν την πιο προωθητική δύναμη όλης της Αριστεράς”. Ο καθένας μπορεί να βαυκαλίζεται όσο θέλει. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι ο λαός θεώρησε τον ΣΥΡΙΖΑ ως την πιο προωθητική δύναμη της Αριστεράς. Κι αυτό το έκανε έμπρακτα, δίνοντας του το συντριπτικό μερίδιο της ανόδου της Αριστεράς, καθηλώνοντας ουσιαστικά τις υπόλοιπες αριστερές δυνάμεις. Εμείς γνωρίζουμε τα όρια του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά αυτό δεν αρκεί για να αυτοβαφτιστούμε ως η “πιο προωθητική δύναμη της Αριστεράς”, ορίζοντας αυθαίρετα το 1,2% ή το ποσοστό του ΚΚΕ για νονό μας.

Το ΣΕΚ αναφέρει ακόμα ότι: “Οι εργαζόμενοι που έχουν ελπίδες ότι μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ θα φτάσουν να δουν μια κυβέρνηση της Αριστεράς καλά θα κάνουν να θυμούνται ότι τέτοιες αυταπάτες υπήρχαν και το 1981, δηλαδή ότι με το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση ο λαός θα βρεθεί στην εξουσία... Εξηγούμε συντροφικά ότι η δικαίωση των αγώνων μας περνάει από άλλον δρόμο, αυτόν της επαναστατικής ανατροπής του συστήματος που γεννάει την κρίση και τις επιθέσεις”. Μόνο που εκτός από μαθήματα ιστορίας, συντροφικές εξηγήσεις και επίκληση της συλλογικής δράσης των εργαζομένων, η επαναστατική Αριστερά, αν θέλει πραγματικά να αποτελεί προωθητική δύναμη, θα πρέπει σε συνθήκες τέτοιας κρίσης, να παρουσιάζει και ένα συγκεκριμένο σχέδιο που θα καθιστά την επαναστατική ανατροπή συγκεκριμένη και άμεση πρόταση και επιλογή για τους εργαζόμενους. Γιατί αν δεν το κάνει, τότε είτε δεν πιστεύει ότι είναι άμεση δυνατότητα η επανάσταση, είτε διακηρύσσει την αδυναμία της να την υπηρετήσει.

Πόσο μάλλον σε μια στιγμή τελείως διαφορετική απ' το 1981, σε μια εποχή καπιταλιστικής κρίσης που η ρεφορμιστική διαχείριση δεν έχει καν τις δυνατότητες παραχωρήσεων και μεταρρυθμίσεων που είχε τότε. Κάτι που καθιστά ανεδαφική τη ρεφορμιστική διαχείριση και άρα καθιστά δυνατό, με μια σωστή τακτική, οι επαναστάτες να αξιοποιήσουν την αποτυχία του ρεφορμισμού, για να οδηγήσουν τα πράγματα στην επανάσταση. Αλλά αυτή η τακτική δυστυχώς δεν μπορεί να είναι μόνο οι “συντροφικές εξηγήσεις”. Η προπαγάνδα από μόνη της δεν είναι αρκετή. Χρειάζεται η ίδια η πείρα των μαζών για να καταρρεύσουν οι ρεφορμιστικές αυταπάτες τους. Και χρειάζεται μια τακτική των επαναστατών που αφενός θα δίνει τη δυνατότητα στις μάζες να πειστούν με την πρακτική τους πείρα και αφετέρου θα δίνει τη δυνατότητα στους επαναστάτες, διατηρώντας την ιδεολογική, προγραμματική, πολιτική και οργανωτική τους αυτοτέλεια και ανεξαρτησία, να προετοιμάζουν το επαναστατικό άλμα.

Όλες οι αντιφάσεις και τα αδιέξοδα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι οποίες καθήλωσαν τη δυναμική που έχει το μεταβατικό πρόγραμμα που -με ταλαντεύσεις- πρόβαλλε στις εκλογές, αποτυπώθηκαν για άλλη μια φορά στην ανακοίνωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για τη συνάντηση με το ΣΥΡΙΖΑ στα πλαίσια της διερευνητικής εντολής που έλαβε ο Τσίπρας για το σχηματισμό της “αριστερής κυβέρνησης” που διακηρύσσει.

Η καθαρή και ξάστερη θέση για έξοδο απ' την ΕΕ, για άλλη μια φορά, με άλλη μια “εναλλακτική” διατύπωση, απ΄ τις πολλές πού έχει γνωρίσει σε κατά καιρούς κείμενα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και των οργανώσεων που την αποτελούν, εδώ διατυπώνεται ως εξής: “άμεση έξοδος από το Ευρώ και την Ευρωσυνθήκη, ρήξη και αποδέσμευση από την ΕΕ”. Και προκύπτει το ερώτημα: η έξοδος απ΄ το Ευρώ θα είναι άμεση ενώ η αποδέσμευση απ' την ΕΕ όχι, καθώς προϋποθέτει κάποια προηγούμενη “ρήξη”; Πολύ θα θέλαμε, μια κατηγορία ότι “διυλίζουμε τον κώνωπα” και “ανακαλύπτουμε ψύλλους στ' άχυρα” να μπορούσε να σταθεί. Δυστυχώς όμως οι διάφορες “μεταμορφώσεις” που έχει υποστεί η θέση για έξοδο απ' την ΕΕ από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και διάφορες συνιστώσες της -όπως πχ η “ταύτιση” των θέσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με την “έξοδο από την Ευρωζώνη σε σοσιαλιστική προοπτική” που προαναφέρθηκε- είναι τόσες πολλές, που αυταπόδεικτα αναιρούν την κατηγορία.

Έστω κι έτσι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην ανακοίνωση της διατυπώνει το εξής πρόγραμμα:

  1. Ακύρωση όλων των Μνημονίων και Δανειακών Συμβάσεων με ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ, κατάργηση όλων των μέτρων που συνδέονται με αυτές.
  2. Προστασία των ανέργων, αυξήσεις μισθών και συντάξεων, μείωση χρόνου εργασίας, σταθερή δουλειά για όλους, φορολόγηση μεγάλου κεφαλαίου.
  3. Άμεση παύση πληρωμών προς τους πιστωτές και μονομερή διαγραφή ολόκληρου του τοκογλυφικού δημόσιου χρέους.
  4. Εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση και με εργατικό έλεγχο όλων των τραπεζών και των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας.
  5. Αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας και δημοκρατία από το λαό για το λαό, κατάργηση των ειδικών σωμάτων της ΕΛΑΣ, εξουδετέρωση της Χρυσής Αυγής, σταμάτημα των αντιμεταναστευτικών πογκρόμ, διάλυση των μηχανισμών του στρατού που στρέφονται κατά του λαού, με απεμπλοκή του από το ΝΑΤΟ.
  6. Κανένα απ’ τα παραπάνω ζωτικά αιτήματα δεν είναι υλοποιήσιμο χωρίς την άμεση έξοδο από το Ευρώ και την Ευρωσυνθήκη, τη ρήξη και αποδέσμευση από την ΕΕ.

 

Δηλώνει ότι η λαϊκή εντολή μπορεί να δικαιωθεί μόνο από ένα κοινωνικό και πολιτικό κίνημα που θα επιβάλλει αυτό το πρόγραμμα. Και ακόμα λέει σιβυλλικά ότι: “με αυτό το πρόγραμμα, το λαϊκό κίνημα, η Αριστερά και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, θα καθορίζουν αντικειμενικά τη στάση τους απέναντι σε κάθε κυβέρνηση, στη σημερινή ιστορική περίοδο”.

Αυτή η τοποθέτηση είναι στην ουσία μια υπεκφυγή. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έβγαλε αυτήν την ανακοίνωση στη συνάντηση που την κάλεσε ο Τσίπρας για να ζητήσει συνεργασία ή ανοχή στην αριστερή κυβέρνηση που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ με βάση τους άξονες που παρουσίασε. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ βέβαια δεν εξέλεξε βουλευτές. Αλλά το ζήτημα δεν είναι μόνο, ούτε κυρίως βουλευτικό. Είναι πολιτικό. Εξάλλου θα μπορούσε -όπως άλλωστε διακηρυκτικά επιδίωκε- να έχει βουλευτές. Ή μπορεί να εκλέξει στις επερχόμενες εκλογές. Και κυρίως δεν θα μπορέσει με κανέναν τρόπο να αποφύγει το ερώτημα όσων την ψήφισαν και όσων θα θελήσουν να την ψηφίσουν: αν μπείτε στη Βουλή, θα δώσετε ψήφο ανοχής σε μια αριστερή κυβέρνηση σαν αυτή που προτείνει ο Τσίπρας; Με ποιους όρους, πως και γιατί; Όποιος προσπαθεί να αποφύγει αυτό το ερώτημα, προσπαθεί να κρυφτεί πίσω απ' το δάχτυλο του, αποφεύγει να αναμετρηθεί με την πολιτική πραγματικότητα, πόσο μάλλον να την αξιοποιήσει για να προωθήσει τη δική του πολιτική.

Η συνάντηση έγινε, σύντροφοι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, για να τοποθετηθείτε πάνω στην συγκεκριμένη “αριστερή κυβέρνηση” του Τσίπρα, η οποία μπορεί να μην συγκροτήθηκε τώρα, αλλά είναι το στοιχείο που κυριαρχεί και καθορίζει τη σημερινή πραγματικότητα. Είναι η κυβέρνηση που αναζήτησε ο λαός με την ψήφο του. Είναι η κυβέρνηση που θα αναζητά ακόμα πιο μαζικά στις επερχόμενες εκλογές. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μας είπε με βάση ποιο πρόγραμμα θα τοποθετηθεί αλλά δεν τοποθετήθηκε!

Απέκλεισε βέβαια τη συμμετοχή της: “εκτιμούμε ότι –όπως η ιστορία έχει αποδείξει- τυχόν συμμετοχή της Αριστεράς σε οποιαδήποτε κυβέρνηση κάτω από τον έλεγχο και μέσα στα όρια της τρόϊκα, της ΕΕ, των κομμάτων του μαύρου μετώπου, των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων, θα την οδηγήσει αργά ή γρήγορα, σε ενσωμάτωση και ήττα”.

Και δήλωσε ότι: “στη βάση των παραπάνω εκτιμήσεων και στόχων, αλλά και ως προγραμματική θέση της, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πιστεύει ότι η Αριστερά πρέπει να απευθυνθεί στο εργατικό και λαϊκό κίνημα για να ολοκληρώσει την τωρινή πρώτη νίκη του λαού, να επιβάλει κατακτήσεις, επιδιώκοντας τη δική του εξουσία και κυβέρνηση, με τα δικά του όργανα πάλης, ανοίγοντας το δρόμο σε μια νέα επαναστατική προοπτική”.

Όμως στο βασικό ερώτημα που απασχολεί μεγάλη μερίδα της εργατικής τάξης και των ψηφοφόρων της δεν απάντησε: θα δώσει ψήφο ανοχής; Και συνολικότερα: τι στάση κρατούν οι επαναστάτες σε συνθήκες κρίσης, απέναντι σε ρεφορμιστικές κυβερνήσεις που επιβάλλονται από την ψήφο του λαού;

Σωστά βεβαίως προβάλλεται και προπαγανδίζεται ολόκληρο το πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η αυτοτέλεια των φορέων του μεταβατικού προγράμματος είναι αρχή απαραβίαστη. Και η ενότητα τους επίσης ωστόσο. Και αυτή δεν εξαντλείται στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ενώ και η ίδια η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν επεδίωξε να την εκφράσει αλλά φυγομάχησε δια μέσου “της κοινής δράσης στο κίνημα”.

Αλλά θα βάλουν ως όρο την ικανοποίηση των εργατικών αιτημάτων και την ανακούφιση του λαού για να δώσουν ψήφο ανοχής στην “αριστερή κυβέρνηση” οι βουλευτές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή θα βάλουν ως όρο ολόκληρο το πρόγραμμα τους και συνεπώς θα ρίξουν την “αριστερή κυβέρνηση” πριν καν συγκροτηθεί;

Θα αξιοποιήσουν αυτήν τη δυνατότητα, μιας κυβέρνησης που φαινομενικά είναι φιλεργατική, για να οξύνουν με καλύτερους όρους την ταξική πάλη ενάντια στο κεφάλαιο στους χώρους δουλείας, σ' ένα αν μη τι άλλο ευνοϊκότερο -ψυχολογικά τουλάχιστον- κλίμα στην εργατική τάξη; Θα δουλέψουν για να εξηγούν στους εργαζόμενους που θα βλέπουν με την ίδια τους την πείρα ότι η ρεφορμιστική κυβέρνηση -ειδικά σε συνθήκες κρίσης- δεν θα μπορεί να δώσει λύσεις στα προβλήματα γιατί δεν θα προχωρά σε διαγραφή του χρέους και έξοδο απ' την ΕΕ; Θα καταφέρουν να πείσουν μέσα απ την ίδια την πείρα των μαζών για τη μόνη λύση, την εργατική κυβέρνηση και τελικά τη δικτατορία του προλεταριάτου; Θα ετοιμάσουν το κόμμα που θα μπει επικεφαλής της τάξης για να γκρεμίσει -όταν η κρίσιμη μάζα της τάξης θα έχει πειστεί με την πείρα της- τη ρεφορμιστική κυβέρνηση και να πάρει την κυβέρνηση και την εξουσία τσακίζοντας την αστική τάξη; Θα αναπτύξουν τελικά μια επαναστατική τακτική για να υπηρετήσουν τη στρατηγική τους ή θα ρίξουν την αριστερή κυβέρνηση, στο όνομα της στρατηγικής, πριν αυτή καν δημιουργηθεί, πριν δοκιμαστεί, κόντρα στην ψήφο και την θέληση της τάξης;

Και ποια ακριβώς είναι αυτή η “εξουσία και κυβέρνηση” που επιδιώκει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Είναι μόνο μια κυβέρνηση των σοβιέτ που θα επιβάλλει αυτό το πρόγραμμα, όποτε δεν έχουμε παρά να περιμένουμε αγωνιζόμενοι μέχρι αυτά να φτιαχτούν (αλλά ας μην έχουμε τότε την απαίτηση η εργατική τάξη να μην ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ, ούτε να μας φταίνε οι “ευρωπαϊκές” αυταπάτες της) ή μέχρι να το “επιβάλλει” αυτό το πρόγραμμα το κίνημα (πως συγκεκριμένα άραγε ή μήπως θα επιβάλει στον κάθε Παπαδήμο να το εφαρμόσει;) ή μέχρι την εργατική - λαϊκή εξουσία του ΚΚΕ (τότε που θα ναι έτοιμος κατά το Κόμμα ο υποκειμενικός παράγοντας);

Ή μήπως μπορεί να υπάρξει και μια εργατική κυβέρνηση (αφού δεν φτιάχτηκαν ακόμα τα έρμα τα σοβιέτ, δεν πρόκειται να μας λύσει το πρόβλημα ο Παπαδήμος, ούτε καν ο Τσίπρας, και δεν ήρθε ακόμα η “δευτέρα παρουσία” της εργατικής λαϊκής εξουσίας) που θα αναδειχτεί κοινοβουλευτικά για να εφαρμόσει αυτό το πρόγραμμα και θα καταφύγει στην οικοδόμηση της συμβουλιακής οργάνωσης και τον εξοπλισμό της εργατικής τάξης προκειμένου να τσακίσει την αντίσταση της αστικής τάξης, του κράτους της και των μηχανισμών της καθώς αντικειμενικά αυτός θα είναι ο μοναδικός διαθέσιμος δρόμος για να εφαρμόσει το πρόγραμμα της;

Αυτά είναι τα πραγματικά ερωτήματα. Αυτά τα ερωτήματα προσπαθούσε πριν τις εκλογές-ανεπιτυχώς εκ του αποτελέσματος δυστυχώς- να θέσει η ΚΟ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στο ΚΚΕ και στις υπόλοιπες δυνάμεις που διακηρύσσουν το μεταβατικό πρόγραμμα.

Τώρα πλέον, μετά την 6η Μάη τα έθεσε ο ίδιος ο λαός. Και τώρα πλέον όλα αυτά τα ζητήματα συμπυκνώνονται -έστω και ασυνείδητα- στην σκέψη της σκληρά δοκιμαζόμενης και αγωνιζόμενης εδώ και δύο χρόνια, εργατικής τάξης ως εξής: Ποια κυβέρνηση θα λύσει τα προβλήματα; Και άρα τι να ψηφίσω στις εκλογές; Και από την 6η Μάη και μετά, όσοι μου λεν ότι δεν θα λυθούν τα προβλήματα με τον ΣΥΡΙΖΑ, ποια κυβέρνηση θα φτιάξουν αυτοί αν τους ψηφίσω; Και τι στάση θα κρατήσουν αν βγούνε στη Βουλή οι υπόλοιποι αριστεροί -που μπορεί να τα λένε καλύτερα- αλλά τώρα ο Τσίπρας έχει το ρεύμα και θα πάει για κυβέρνηση; Θα δώσουν ψήφο ανοχής και με ποιους όρους;

Οι δρόμοι είναι δύο: είτε οι κομουνιστές θα έχουν συγκεκριμένες απαντήσεις, τη μέγιστη ενότητα των δυνάμεων τους, καθαρό πρόγραμμα, συγκεκριμένη πρόταση άμεσης πολιτικής - κυβερνητικής διεξόδου και τακτική απέναντι στο ρεφορμισμό και θα μπορέσουν να παίξουν ρόλο στα πράγματα είτε θα νίπτουν τας χείρας τους, θα επικαλούνται το επαναστατικό μέλλον, θα μαλώνουν την τάξη που έχει φιλοΕΕ αυταπάτες και δεν καταλαβαίνει ότι πρέπει να φτιάξει σοβιέτ και να κυβερνήσει η ίδια και θα γκρεμίσουν στα γεννοφάσκια της την “αριστερή κυβέρνηση” την οποία επέλεξε η τάξη εν απουσία εναλλακτικής πρότασης των κομμουνιστών.

Στη δεύτερη περίπτωση η εργατική τάξη θα τους γυρίσει την πλάτη. Κι επειδή ο ρεφορμισμός δεν θα δώσει λύσεις, δεν μπορεί να δώσει λύσεις στην περίοδο της κρίσης, η αστική τάξη θα επιστρέψει για τη ρεβάνς. Αναστηλώνοντας τα παλιά της κόμματα ή φτιάχνοντας καινούρια ή “πασοκοποιώντας” τα ρεφορμιστικά -ναι θα γίνει κι αυτό, μη βιάζεστε σύντροφοι του ΝΑΡ και του ΚΚΕ- ή αξιοποιώντας τη χρυσή φασιστική εφεδρεία.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μετεκλογικά, δεν έμεινε στην εγκληματική ακινησία του ΚΚΕ. Αν μη τι άλλο δεν αρνήθηκε να συναντήσει τον Τσίπρα. Αν μη τι άλλο προσπάθησε να διατυπώσει κάποιους όρους με τους οποίους θα κρίνει τις όποιες κυβερνήσεις. Μα και αυτά είναι απολύτως ανεπαρκή. Κι αυτό δεν είναι υποκειμενική παραξενιά δικιά μας. Είναι η ολοζώντανη πραγματικότητα.

Οι κομμουνιστές πρέπει να παλέψουν με κάθε μέσο ώστε και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και όσο το δυνατόν περισσότερες δυνάμεις του μεταβατικού προγράμματος, κατ' αρχήν να ενωθούν, να διατυπώσουν καθαρά και χωρίς ταλαντεύσεις το μεταβατικό πρόγραμμα, να προτείνουν εναλλακτική και άμεση πολιτική και κυβερνητική διέξοδο και να διαμορφώσουν σωστή πολιτική και κοινοβουλευτική τακτική απέναντι στο ρεφορμισμό και την αριστερή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Για μια τέτοια προοπτική πρέπει να δώσουν όλες τους τις δυνάμεις. Σε ένα τέτοιο ψηφοδέλτιο να συμμετέχουν ολόψυχα και μαχητικά. Κόντρα -αλλά όχι εχθρικά- στο ρεύμα της αριστερής κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, για να μείνει όρθια η κομμουνιστική προοπτική.

9 Μάη 2012

Θοδωρής Νασόπουλος

 


Αναζήτηση

Γνώμες