[μεταναστευτικό] Πολιτικές μετανάστευσης στον καπιταλισμό

Πολιτικές μετανάστευσης στον καπιταλισμό

Έχει τεράστιο ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε το φαινόμενο της μετανάστευσης υπό τη πρίσμα της ιστορίας. Ιστορικά λοιπόν μπορούμε με ασφάλεια να παρατηρήσουμε τεράστιες παλινδρομήσεις ως προς το πώς το επίσημο αστικό κράτος επιλέγει να το προσεγγίσει. Εξετάζοντας κάποιος την γραμμική εξέλιξη των επίσημων πολιτικών περί μετανάστευσης δεν έχει παρά να διαπιστώσει το εξής παράδοξο : Ότι όσο και αν στα λόγια η επιθυμία για εξύφανση στρατηγικών ελέγχου της μετανάστευσης μεγαλώνει, τόσο η ικανότητα των κρατικών μηχανισμών αδυνατεί να το καταφέρει. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Είναι τη δεκαετία του ’50 μετά τον β’ Παγκόσμιο Πόλεμο να είναι ικανά να ελέγξουν τα παλιρροιακά μεταναστευτικά κύματα, ενώ σήμερα να σηκώνουν απλά τα χέρια ψηλά και να αδυνατούν να ελέγξουν το φαινόμενο; Προτού ξεκινήσουμε να απαντάμε στο παραπάνω ερώτημα ας δούμε μερικά παραδείγματα τέτοιων κρατών και την εξέλιξή τους.

Το παράδειγμα της Αυστραλίας

Ένα πρώτο παράδειγμα είναι η Αυστραλία, η οποία είχε τον ιστορικά κατοχυρωμένο ρόλο του λευκού (φυλετικά προφανώς) προπύργιου της Ευρώπης, από το 1788 και την αποίκηση των από τους Βρετανούς. Ένα από τα πρώτα νομοθετήματα του Αυστραλιανού ομοσπονδιακού κράτους ήταν το White Australia Policy (το δόγμα της Λευκής Αυστραλίας)1. Αυτή η πολιτική κράτησε μέχρι το 1970, όπου οι εισερχόμενοι μετανάστες ήταν μόνο λευκοί Ευρωπαίοι (κυρίως Βρετανοί). Από το ’70 και μετά η πολιτική αυτή εγκαταλείπεται κυρίως λόγω των αυξανόμενων εμπορικών δεσμών με την Ασία και την διάθεση επένδυσης ασιατικών κεφαλαίων στην Αυστραλία. Ξεκίνησε λοιπόν μια αθρόα εισαγωγή Ασιατών (κυρίως ανειδίκευτων εργατών χωρίς καμία μέριμνα κοινωνικής τους αφομοίωσης) που είχε ως αποτέλεσμα την γκετοποίηση των περιοχών που κατοικούσαν οι «κίτρινοι», όπως είχε συμβεί παλαιότερα και με του ιθαγενείς που εκτοπίστηκαν κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά. Με λίγα λόγια, από το παράδειγμα της Αυστραλίας το εξαγόμενο συμπέρασμα είναι το εξής: Η αναγκαιότητα για εργατικά χέρια κατήργησε τον αυστηρό νόμο περί μετανάστευσης (και φυλετικής καθαρότητας) εισάγοντας μαζικά ( Κινέζους κυρίως που αριθμούν πλέον το 3,47% του πληθυσμού2, τουλάχιστον αυτοί είναι οι νόμιμοι). Το εγχείρημα αυτό πάντως από την οικονομική του πλευρά (που προφανώς είναι η κυρίαρχη) ήταν απόλυτα επιτυχημένο καθώς για 27 συναπτά έτη η Αυστραλία παρουσίαζε ανοδικούς δείκτες ανάπτυξης με το 2009 να αποτελεί το τέλος αυτού του σερί ελέω της κρίσης3. Το τίμημα βέβαια για την ευημερία του κεφαλαίου είναι το προσδοκώμενο ζωής για τους Κινέζους, τους Βιετναμέζους και τους Αβοριγίνες να είναι 11-12 χρόνια χαμηλότερο από των λευκών.

Το παράδειγμα της Δυτικής Γερμανίας

Ένα δεύτερο παράδειγμα αποτελεί αυτό της Δυτικής Γερμανίας, πολύ πιο ξεκάθαρο από αυτό της Αυστραλίας. Η πολιτική της Δυτ. Γερμανίας από το ’55 έως το ’73 ήταν αυστηρότατη και απαγόρευε την μόνιμη διαμονή των εργατών που τελικά γινόντουσαν δεκτοί (είναι γνωστές οι ιστορίες για τους εξονυχιστικούς ελέγχους των εργατών που ήθελαν να μπουν στη χώρα). Οι εργάτες έμεναν ένα προκαθορισμένο χρονικό διάστημα και στη συνέχεια επέστρεφαν στις χώρες προέλευσής τους. Ο επίσημος λόγος ήταν για να μην διαταραχθεί το μοντέλο της εθνικής ταυτότητας της Γερμανίας, που προϋπέθετε την κοινή καταγωγή και κουλτούρα. Ο βασικός όμως λόγος ήταν το ότι εφόσον οι εργάτες είναι προσωρινοί δεν μπορούν ούτε να οργανωθούν σε συνδικάτα αλλά ούτε να διαπραγματευτούν το μισθό τους τελώντας σε ένα καθεστώς ομηρίας. Μετά το ’73 που σταμάτησε αυτή η πολιτική οι εργάτες άρχισαν να μένουν μόνιμα. Ο επίσημος πολιτικός λόγος συνέχιζε να προπαγανδίζει ότι η Δ. Γερμανία δεν είναι χώρα για μετανάστευση. Η μεγάλη στροφή έγινε το ’90 όταν α) εγκαταλείφτηκε πλήρως το παλιό δόγμα και β) άλλαξε ο νόμος περί υπηκοότητας από ius sanguinis (από καταγωγή) σε ius solis (ανάλογα τον τόπο γέννησης). Το ότι συμβαίνει το ’90 μόνο τυχαίο δεν είναι, καθώς το τείχος έχει πέσει και η ΕΣΣΔ πνέει τα λοίσθια. Γεννιέται λοιπόν η αναγκαιότητα απορρόφησης άμεσα μεγάλων μεταναστευτικών μαζών από χώρες του ανατολικού μπλοκ, στις χώρες του δυτικού μπλοκ ούτως ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος επανακύλησης στο παλιό status quo των χωρών προέλευσής των.

Η μετανάστευση δεν αποτελεί καινοφανές φαινόμενο, αλλά στα πλαίσια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αποκτά καινοφανή χαρακτηριστικά. Για να υπάρξει το φαινόμενο πρέπει να υπάρξει ο πληθυσμός που είναι διατεθειμένος να μεταναστεύσει.. Για να συμβεί αυτό σημαίνει ότι στη χώρα προέλευσης του υπάρχει έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ του πληθυσμού (ως μεγέθους) και των μέσων συντήρησης του πληθυσμού αυτού4. Αυτό είναι απόρροια μιας συγκεκριμένης λειτουργίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής . Η πλεονάζουσα εργασία είναι αναγκαία για τον καπιταλισμό. Είναι αποτέλεσμα και προϋπόθεση του ο υπερπληθυσμός, η δημιουργία ενός βιομηχανικού εφεδρικού στρατού γιατί στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή δεν αρκεί καθόλου η ποσότητα της διαθέσιμης εργατικής δύναμης που προσφέρει η φυσική αύξηση του πληθυσμού. Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή για να κινείται ελεύθερα χρειάζεται έναν εφεδρικό στρατό, ανεξάρτητο από τα φυσικά όρια και ο εργατικός πληθυσμός, παράγοντας ο ίδιος τη συσσώρευση κεφαλαίου, παράγει ταυτόχρονα σε αυξανόμενη έκταση που το κάνουν σχετικά υπεράριθμο. Στα πλαίσια του καπιταλισμού ως κυρίαρχου παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, στα πλαίσια του οποίου υπάρχει ανισομερής ανάπτυξη παράγονται και ανατροφοδοτούνται οι συνθήκες που προκαλούν το φαινόμενο της μετανάστευσης , προσδίδοντας της ένα νομοτελειακό χαρακτήρα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι κατ’ ανάγκην πρόσφυγες των ιμπεριαλιστικών πολέμων, π.χ. οι Αφγανοί, οι οποίοι φεύγουν κατά χιλιάδες απ’ τον τόπο τους για να γλυτώσουν (με την Ελλάδα να αποτελεί από τους πιο δημοφιλείς ξενιστές των ανθρώπων αυτών).

Η Μετανάστευση στην Ελλάδα

Η Ελλάδα μπορεί να μην αποτελεί κυρίαρχο ιμπεριαλιστικό κράτος, όπως η Γερμανία που παρουσιάστηκε πιο πάνω, αλλά παρόλα αυτά το φαινόμενο της μετανάστευσης δεν αποτελεί κάτι σπάνιο, τόσο στην «εξαγωγή» μεταναστών όσο στην «υποδοχή». Θα ασχοληθούμε με το δεύτερο σκέλος, την «υποδοχή».

Πολλοί εσφαλμένα νομίζουν ότι η Ελλάδα, πριν την μαζική είσοδο των Αλβανών στη δεκαετία του ’90, έδινε και δεν έπαιρνε. Αυτό όμως είναι πέρα για πέρα λάθος και ανιστορικό. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων καταφθάνουν στον ελλαδικό χώρο ένα εκατομμύριο μη γηγενείς, το 1925 25.000 άνθρωποι μετακινούνται μετά την συμφωνία Βουλγαρίας-Ελλάδας5 , 1,4 εκ. μετά την Μικρασιατική Καταστροφή το ’22 και 350.000 Κων/πολίτες τη δεκαετία του ’50.

Από την πτώση της Χούντας έως τα τέλη της δεκαετίας του ’80 γύρισαν 617.000 Έλληνες μετανάστες, καθώς επίσης 410.000 (νόμιμοι και μη) από χώρες του τρίτου κόσμου. Με την πτώση του τείχους, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ένα κύμα μεταναστών που αριθμούσε περίπου 500.000 άτομα έρχεται στην Ελλάδα6. Οι άδειες εργασίας όμως δεν αυξήθηκαν αλλά μειώθηκαν. Έτσι χιλιάδες μετανάστες παρέμειναν δέσμιοι της παρανομίας, κατευθυνόμενοι από το αστικό κράτος στην παραοικονομία και στην καθημερινή ανασφάλεια. Αυτό δημιούργησε ένα τεράστιο εργατικό δυναμικό που είναι διατεθειμένο να πουλήσει την εργατική του δύναμη σε εξευτελιστικές τιμές για να καταφέρει να επιβιώσει και το καλύτερο χαρακτηριστικό αυτού του εργατικού δυναμικού να είναι βεβαίως το γεγονός ότι είναι αναλώσιμο και ανακυκλώσιμο.

Έτσι φτάνουμε στο σήμερα όπου πρόσφυγες πολέμου στοιβάζονται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Πρ. Παυλόπουλου, «αγανακτισμένοι πολίτες» μεταμορφώνονται σε πολιτοφύλακες στη Νέα Μεσημβρία και στον Άγιο Παντελεήμονα, στα πρότυπα των φασιστικών ομάδων του Φίνι και του Μπερλουσκόνι που περιδιαβαίνουν την Ρώμη.

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, συντονισμένη πλήρως με το πλαίσιο κοινής μεταναστευτικής πολιτικής της ΕΕ, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το λεγόμενο «Δουβλίνο 2», προανήγγειλε τη κατασκευή τείχους στα χερσαία σύνορα του Έβρου, τη χρησιμοποίηση άδειων στρατοπέδων για τη στoίβαξη των μεταναστών και τη δημιουργία ανεξάρτητης αρχής για τη χορήγηση πολιτικού ασύλου. Η συμφωνία του Δουβλίνου, αυτό που προέκρινε ως αποδεκτή λύση για τη λύση του μεταναστευτικού ήταν η αυστηρότερη φύλαξη των συνόρων της ΕΕ. Μια πρώτη φάση της υλοποίησης της σκληρής αυτής γραμμής ήταν το FRONTEX.

Το FRONTEX εφαρμόστηκε ως επί τω πλείστων στα θαλάσσια σύνορα της χώρας, έχοντας ως στόχο να περιορίσει την είσοδο από την Τουρκία των δουλεμπόρων με τα καΐκια να μπαίνουν και να αφήνουν στα νησιά τους μετανάστες. Υπήρξε μια μείωση στα ποσοστά μεταναστών που εισέρχονταν στην Ελλάδα από το Αιγαίο, αλλά όχι λόγω των βάρβαρων τακτικών της FRONTEX αλλά λόγω της διαφοράς στη τιμή εισόδου που υπήρχε μεταξύ χερσαίας και θαλάσσιας πρόσβασης στην Ελλάδα (3.000 ευρώ μέσω θαλάσσης, 300 ευρώ μέσω ξηράς). Από κει ξεκινά και το ιδεολόγημα αναγκαιότητας του τείχους στον Έβρο.

Η κατασκευή ενός τέτοιου τείχους ντροπής δεν αποτελεί μια ρηξικέλευθη ιδέα του Παπουτσή, αλλά έχει συνδεθεί με μερικές από τις πιο αντιδραστικές κυβερνήσεις της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας όπως π.χ. του Ισραήλ και του τείχους του στη Λωρίδα της Γάζας, των ΕΠΑ του Μπους στα σύνορα με το Μεξικό και της Ισπανίας του Φράνκο στα σύνορα με το Μαρόκο. Και στην Ελλάδα του 2011 από τους σοσιαλιστές του ΠΑΣΟΚ!

Αυτά δεν είναι μέτρα που εφαρμόζονται ενάντια σε κάποιον ξένο, είναι μέτρα τα οποία εφαρμόζονται σε απάτριδες προλετάριους. Είναι καθήκον των κομμουνιστών να ζυμώσουν και να παλέψουν για τη μόνη λύση στο φαινόμενο εκμετάλλευσης των μεταναστών –εγγενές του καπιταλισμού- και η λύση αυτή δεν είναι άλλη από την αντικατάσταση του σαπισμένου καπιταλισμού από την ανώτερη ποιότητα του σοσιαλισμού.

Η απάντηση των επαναστατών…

Το μεταναστευτικό ζήτημα αποτελεί μέρος της ατζέντας της αριστεράς εδώ και πολλά χρόνια, χωρίς ποτέ να καταφέρει να αρθρώσει μια απάντηση που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της πραγματικότητας. Δυστυχώς, η επικρατούσα αντίληψη βάσει της οποίας προσέγγιζε το θέμα ήταν αυτή της φιλανθρωπίας και της υπεράσπισης των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μεταναστών. Το βασικό πρόβλημα της προσέγγισης αυτής, πέρα του ότι σε θέτει a priori σε διαφορετική θέση από τους μετανάστες, είναι επίσης αφομοιώσιμη και αναποτελεσματική. Εμείς ως κ.ο. Ανασύνταξη θεωρούμε ότι η προσέγγιση μας πρέπει να είναι βάσει των πραγματικών υλικών αναγκών των μεταναστών και όχι στα πλαίσια μιας θολής προοδευτικότητας. Καταρχήν, καταγγέλλουμε κάθε είδους κατασταλτικού μέτρου (FRONTEX, τείχος στον Έβρο, δυσκολία στην παραχώρηση πολιτικού ασύλου) εκ μέρους της εκάστοτε κυβέρνησης, που πραγματικό στόχο έχει να κρατάει δέσμια σε παράνομο καθεστώς μεγάλο ποσοστό ανέργων, ούτως ώστε να μειώνει τα κόστη εργασίας και να διασπά την ενότητα της εργατικής τάξης.

Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί το προορισμό της συντριπτικής πλειοψηφίας των μεταναστών, αλλά ένα σταθμό στο δρόμο για τη κεντρική βιομηχανική Ευρώπη. Το γεγονός ότι παραμένουν στην Ελλάδα συμβαίνει γιατί δεν μπορούν να φύγουν επειδή δεν έχουν τα απαραίτητα έγγραφα, βαλτώνοντας ουσιαστικά στην Ελλάδα. Είναι επιτακτικό λοιπόν να απειθαρχήσουμε στο Δουβλίνο 2 και σε όποιες κρυφές συμφωνίες μεταξύ των κρατών για την προώθηση και διαμονή των μεταναστών, παρέχοντας τα απαραίτητα έγγραφα σε όλους τους μετανάστες ούτως ώστε να μπορούν να πάνε στη χώρα της αρεσκείας τους. Όσοι επιθυμούν να παραμείνουν στην Ελλάδα (που βάσει και των πιο αισιόδοξων υπολογισμών δε ξεπερνάνε το 17% του συνόλου των μεταναστών στην Ελλάδα) θα πρέπει να τους χορηγηθούν τα απαραίτητα έγγραφα για πολιτικά, εργασιακά και συνδικαλιστικά δικαιώματα με αυτόματη χορήγηση ιθαγένειας στα παιδιά τους.

Η εργατική τάξη δε μπορεί να περιμένει τη πραγμάτωση αυτών των αιτημάτων ούτε από τη πιο προοδευτική αστική κυβέρνηση, πόσο μάλλον τώρα, στο φόντο της μεγαλύτερης καπιταλιστικής κρίσης της ιστορίας. Ο αγώνας αυτός θα δοθεί στους τόπους δουλειάς, στα σωματεία, στα συνδικάτα και στους δρόμους. Τα αιτήματα των μεταναστών αποτελούν οργανικό κομμάτι του προγράμματος του κόμματος της τάξης, ενώ η αναγκαιότητα κατάδειξης του γεγονότος ότι Έλληνες και ξένοι εργάτες έχουν να σπάσουν τις ίδιες αλυσίδες και κοινό κόσμο να κτίσουν, είναι πιο πρόδηλη παρά ποτέ.

Σωτήρης Λάμπρου

1 S. Castles, “The factors that make and unmake migration policies”, Berghuhn Books, N.Y. 2007

2 Australian Bureau of Statistics

3 Australian Bureau of Statistics

4 Λ. Μουσούρου, «Μετανάστευση και μεταναστευτική πολιτική στην Ελλάδα και την Ευρώπη, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1991

5 Έμκε-Πουλοπούλου, «Προβλήματα μετανάστευσης και παλινόστησης», ΙΜΕΟ-ΕΔΗΜ, Αθήνα 1986

6 Σ. Γεωργούλας, Η νέα μεταναστευτική πολιτική στην Ελλάδα και η νομιμοποίηση της, «Μετανάστες στην Ελλάδα, συλλογικό, εκδ. Ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2001

 

Αναζήτηση

Γνώμες