[μεταναστευτικό] Οι απόψεις των Μαρξ-Ένγκελς για τη μετανάστευση

Οι απόψεις των Μαρξ-Ένγκελς για τη μετανάστευση και ιδιαίτερα για την εργατική μετανάστευση

Οι απόψεις των Μαρξ- Ένγκελς για τη μετανάστευση αφορούν:

  1. την προβιομηχανική μετανάστευση και τη μετανάστευση την εποχή του καπιταλισμού∙

  2. τη μετανάστευση από τις αναπτυγμένες κεφαλαιοκρατικές χώρες στις υπό ανάπτυξη χώρες ή τις αποικίες∙

  3. τη μετανάστευση από τις υπό ανάπτυξη χώρες ή τις αποικίες στις αναπτυγμένες κεφαλαιοκρατικές χώρες.

1. Η μετανάστευση την προβιομηχανική περίοδο της ιστορίας

Η μετανάστευση την προβιομηχανική περίοδο της ιστορίας είχε ως αιτία την ανεπαρκή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.(MEW, τ. 8ος, σ. 541-547) Ο ελληνικός αποικισμός για παράδειγμα είχε ως σκοπό ν’ απαλλάξει τις μητροπόλεις από το πλεόνασμα του παραγωγικού τους πληθυσμού, που αδυνατούσε να προμηθευτεί την αναγκαία για τη συντήρησή του γη στην πατρική του πόλη- κράτος λόγω στενότητας κι έλλειψης καλλιεργήσιμης γης, ενώ μπορούσε να προμηθευτεί αυτή τη γη συμμετέχοντας στην ίδρυση μιας αποικίας, μιας νέας πόλης- κράτους. Αντίθετα, η μετανάστευση μετά τη βιομηχανική επανάσταση οφείλεται κυρίως στην υπερανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που, όταν συντελείται μέσα στο πλαίσιο των κεφαλαιοκρατικών παραγωγικών σχέσεων, δημιουργεί συνεχώς ένα πλεόνασμα παραγωγικού πληθυσμού, είτε καταστρέφοντας τους προκεφαλαιοκρατικούς παραγωγούς, είτε αντικαθιστώντας τους εργάτες με τις μηχανές, είτε φουντώνοντας την ανεργία κατά το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού καπιταλιστικού κύκλου, δηλαδή κατά τις φάσεις της κρίσης, της ύφεσης/ στασιμότητας και εν μέρει και κατά τη φάση της αναζωογόνησης της παραγωγής.

Στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα η μετανάστευση είναι μια από τις μορφές που παίρνει ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους κεφαλαιοκράτες και τους εργάτες μιας εθνικής κοινωνίας/ ενός εθνικού κοινωνικού σχηματισμού. Οι πρώτοι προσπαθούν με την εισαγωγή αλλοδαπής εργατικής δύναμης να δυναμώσουν τον ανταγωνισμό μέσα στις γραμμές της εγχώριας εργατικής τάξης, να συμπιέσουν τους μισθούς, να αυξήσουν το εθνικό ποσοστό κέρδους. Αντίθετα, οι δεύτεροι επιδιώκουν να μειώσουν αυτόν τον ανταγωνισμό και ν’ αποφύγουν την εξαθλίωση, είτε στρεφόμενοι μάταια κατά της εισαγωγής ξένης εργατικής δύναμης, είτε αποδημώντας σε άλλες χώρες που προσφέρουν καλύτερες ευκαιρίες μισθωτής απασχόλησης ή ευκαιρίες μετατροπής τους σε ανεξάρτητους παραγωγούς- όπως συνέβαινε για παράδειγμα με τις ΕΠΑ, που το 19ο αιώνα προσέφεραν παρθένα εδάφη προς καλλιέργεια στους μετανάστες από την Ευρώπη. Ειδικά την περίοδο της μανουφακτούρας η αποδημία των εργατών της μανουφακτούρας από χώρα σε χώρα ήταν ένα από τα όπλα τους στην πάλη τους με τους κεφαλαιοκράτες, που τους πίεζαν να βάλουν όλο το διαθέσιμο χρόνο εργασίας τους στην υπηρεσία του κεφαλαίου, και υπήρξε μια από τις αιτίες του σύντομου χρόνου ζωής των μανουφακτουρικών επιχειρήσεων και της συνεχούς αλλαγής της έδρας τους από τη μια στην άλλη χώρα. (MEW, τ. 23ος, σ. 390)

Συνολικά κρίνοντας, η μαζική μετανάστευση από τη βιομηχανική επανάσταση και δώθε είναι μια από τις ασφαλιστικές δικλείδες του καπιταλισμού, για να εκτονώνει σε περίοδο κρίσης την αύξουσα δυσαρέσκεια των μαζών και ν’ αποτρέπει τη μετατροπή αυτής της κοινωνικής δυσαρέσκειας σε αγώνα για την προλεταριακή επανάσταση. Έτσι π.χ. η μαζική μετανάστευση από τις βιομηχανικές και τις υπό εκβιομηχάνιση τότε χώρες της Ευρώπης προς την Αυστραλία και την Καλιφόρνια είναι μια από τις αιτίες διάψευσης των επαναστατικών προβλέψεων που διατυπώθηκαν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. (MEW, τ. 28ος, σ.118)

2. Η μετανάστευση από τις αναπτυγμένες κεφαλαιοκρατικές χώρες στις υπό ανάπτυξη χώρες ή τις αποικίες

Η μετανάστευση από τις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες της Ευρώπης προς τις αποικίες και τις υπό ανάπτυξη χώρες (Αυστραλία, Καλιφόρνια κλπ.) συνεισέφερε στη δημιουργία από το μηδέν νέων αγορών για τα εμπορεύματα της ευρωπαϊκής και ιδιαίτερα της αγγλικής βιομηχανίας (MEW, τ. 28ος, σ. 118) και στην ανάπτυξη νέων πηγών πρώτων υλών για τη βιομηχανία της μητρόπολης, όπως η παραγωγή μαλλιού στην Αυστραλία (MEW, τ. 23ος, σ. 475) . Η εργατική μετανάστευση από τη Γαλλία προς την Αμερική και προς την Αγγλία ήταν αποτέλεσμα των διωγμών των εργατών που συμμετείχαν στην επανάσταση του 1848 από τις δυνάμεις του νόμου και της τάξης, και είχε ως συνέπεια μιαν περίοδο ύφεσης της γαλλικής βιομηχανίας, που οφειλόταν πιθανώς στον ανταγωνισμό των εφάμιλλων ομοειδών εμπορευμάτων, τα οποία άρχισαν να παράγονται στις αγγλοσαξωνικές χώρες με την καθοριστική συμβολή των καταδικασμένων σε αναγκαστική υπερορία γάλλων εργατών. ( MEW, τ. 28ος, σ. 238-239)

«Η αναπαραγωγή της εργατικής τάξης συμπεριλαμβάνει και τη μεταβίβαση και τη συσσώρευση της επιδεξιότητας/ επιτηδειότητας από τη μια γενιά στην άλλη». Γι’ αυτό οι κεφαλαιοκράτες ενός κλάδου συναριθμούν στις κατάλληλες προϋποθέσεις της παραγωγής την ύπαρξη μιας επιδέξιας εργατικής τάξης, την οποία θεωρούν στην πράξη ως την πραγματική ύπαρξη του μεταβλητού τους κεφαλαίου- πράγμα που αποδεικνύεται αμέσως μόλις μια κρίση τους επαπειλεί με το χαμό της. Έτσι, το 1863, όταν ο αμερικανικός εμφύλιος στέρησε την αγγλική βιομηχανία βαμβακερών υφασμάτων από την πρώτη της ύλη, τη βύθισε στην κρίση και μεγιστοποίησε τις απολύσεις, οι εργάτες, με τη συγκατάθεση και τη συμπαράσταση της κοινής γνώμης, απαιτούσαν κρατική βοήθεια, για να μεταναστεύσουν στην Αμερική και στις αποικίες. Αντίθετα, οι βιομήχανοι αντιπρότειναν να χορηγηθεί στους εργάτες κρατική βοήθεια συνδυασμένη με κάποια αναγκαστική εργασία, ώστε οι εργάτες να παραμείνουν στην Αγγλία, διατηρώντας αλώβητο το εργασιακό τους ήθος. Το βασικό τους επιχείρημα ήταν ότι οι εργάτες αποτελούν το ζωντανό μηχανισμό του κεφαλαίου, ο οποίος δεν μπορεί να αντικατασταθεί ούτε σε μια γενιά, αφού ο ζωντανός αυτός μηχανισμός βελτιώνεται όσο περισσότερο διατηρείται και όσο περισσότερο συσσωρεύεται η επιδεξιότητα των γενεών του. Αντίθετα τα νεκρά μηχανήματα μπορούν να αντικατασταθούν και να βελτιωθούν όλα σε μια χρονιά. ( MEW, τ.23ος, σ. 482-483 και 599-602).

Η μείωση της προσφοράς εργατικής δύναμης, εξαιτίας της μαζικής της μετανάστευσης από μια χώρα, σε συνδυασμό με τη φάση ανόδου του οικονομικού κύκλου, μπορεί να βοηθήσει την εργατική τάξη αυτής της χώρας να επιβάλλει προσωρινές αυξήσεις μισθών στους κεφαλαιοκράτες. Σύντομα, όμως, οι τελευταίοι, εισάγοντας νέες μηχανές και τεχνικές οργάνωσης της εργασίας, θα δημιουργήσουν ξανά έναν τεχνητό εργατικό υπερπληθυσμό, που θα τους επιτρέψει να πάρουν πίσω τις αυξήσεις που παραχώρησαν. ( MEW, τ. 25ος, σ. 641-643 και τ. 28ος, σ. 453). Η μαζική μετανάστευση εξάλλου, επειδή κυρίως αφορούσε τους άντρες εργάτες, μεγάλωνε το ποσοστό των γυναικών στο συνολικό πληθυσμό, σύμφωνα με το παράδειγμα της Αγγλίας. ( MEW, τ. 23ος, σ. 672).

3. Η μετανάστευση από τις υπό ανάπτυξη χώρες ή τις αποικίες στις αναπτυγμένες κεφαλαιοκρατικές χώρες

«Η ραγδαία επέκταση της αγγλικής βιομηχανίας δε θα μπορούσε να λάβει χώρα, αν η Αγγλία, στο πρόσωπο του πολυάριθμου και φτωχού πληθυσμού της Ιρλανδίας, δεν κατείχε μιαν εφεδρεία, την οποία μπορούσε να έχει στη διάθεσή της», σημειώνει ο Ένγκελς. (ΜEW, τ. 2ος, σ. 320). Το αποτέλεσμα αυτής της μετανάστευσης από τη Ιρλανδία στην Αγγλία ήταν η πτώση των μισθών ως το επίπεδο το απολύτως απαραίτητο για να επιβιώνει κάποιος φυτοζωώντας, απασχολούμενος κυρίως στις βιομηχανικές εργασίες που απαιτούσαν περισσότερο σωματική δύναμη, παρά ικανότητες που αποχτιούνται με μακρόχρονη μαθητεία ή με μια συνεχή και κανονική εργασιακή δραστηριότητα.

Αυτή η μεγάλη πτώση των μισθών δεν οφειλόταν απλώς στο γεγονός ότι εντάθηκε ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους εγχώριους Άγγλους και τους Ιρλανδούς μετανάστες εργάτες, λόγω της υπερπροσφοράς εργατικής δύναμης στους συγκεκριμένους βιομηχανικούς κλάδους που μπορούσαν να απασχολήσουν και Ιρλανδούς. Οφειλόταν, επίσης, στο γεγονός πως οι Ιρλανδοί εργάτες προερχόταν από μιαν καθυστερημένη, γεωργική και απολίτιστη χώρα, είχαν τις απλές, τραχιές και πρωτόγονες ανάγκες αυτού του χαμηλού πολιτιστικού επιπέδου, ώστε, ακόμα κι όταν εκπολιτίστηκαν, συνέχισαν από παράδοση ν’ ασκούν μιαν εκφαυλιστική επιρροή πάνω στους περισσότερο καλλιεργημένους και εκλεπτυσμένους άγγλους εργάτες σε σχέση με τη δομή των αναγκών τους.

Η μαζική μετανάστευση, λοιπόν, από τις αποικίες και τις υπό ανάπτυξη χώρες στις αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες δε συμπίεζε και δε συμπιέζει απλώς τους μισθούς, παρά ευτέλιζε και ευτελίζει την αξία του εμπορεύματος εργατική δύναμη, αφού η αξία της εργατικής δύναμης δεν καθορίζεται μόνο με βάση την ικανοποίηση των κοινών σε όλους τους εργάτες βιολογικών αναγκών, αλλά και με βάση την ιστορική και κοινωνική παράδοση του κάθε λαού. (Ένγκελς, Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία2, Η ιρλανδική μετανάστευση, σ. 162, τ. 1ος, εκδ. Μπάυρον ) Και αυτή είναι η τιμωρία που επιφυλάσσει η ιστορία για την εργατική τάξη των αναπτυγμένων χωρών, εφόσον αυτή θα επιμένει στην άρνηση του επαναστατικού της ρόλου και θα αυτοεγκλωβίζεται στην πολιτική της ταξικής συνεργασίας και του εθνικισμού. Από την άλλη, όμως, η μετανάστευση αυτή τείνει να δημιουργήσει ένα βαθύτερο ρήγμα ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη, γιατί αλλοιώνει τον εθνικό χαρακτήρα της εργατικής τάξης προσδίδοντάς του αλλογενή, αλλοδαπά χαρακτηριστικά. (ό. π., τ. 1ος, σ. 201)

Η συστηματική καλλιέργεια του εθνικισμού στη συνείδηση της εργατικής τάξης συμβάλλει στη διάσπασή της σε εχθρικά εθνικά στρατόπεδα και διαιωνίζει την κυριαρχία της αστικής τάξης. Ήδη ο Μαρξ είχε παρατηρήσει ότι στην Αγγλία του 1870, σε μια χώρα που υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για μιαν πετυχημένη προλεταριακή επανάσταση, η αστική τάξη κρατιόταν στην εξουσία εξαιτίας της διάσπασης της εργατικής τάξης σε δύο εχθρικά στρατόπεδα, στους άγγλους προλετάριους και στους ιρλανδούς προλετάριους. Ο μέσος άγγλος εργάτης μισούσε τον ιρλανδό εργάτη σαν έναν ανταγωνιστή που έσπρωχνε προς τα κάτω το βιοτικό του επίπεδο, ένιωθε μέλος του κυρίαρχου έθνους και μετέτρεπε τον εαυτό του σε όργανο των αριστοκρατών και των κεφαλαιοκρατών κατά της Ιρλανδίας, ενισχύοντας έτσι την κυριαρχία των άγγλων αριστοκρατών και των κεφαλαιοκρατών πάνω στον ίδιο του τον εαυτό. Έτρεφε κατά του ιρλανδού εργάτη προκαταλήψεις θρησκευτικές, κοινωνικές και εθνικές. Του συμπεριφερόταν περίπου όπως συμπεριφερόταν στο νέγρο ο φτωχός λευκός των πρώην πολιτειών της αμερικανικής ένωσης που αποδέχονταν τη δουλεία. Και με τη σειρά του ο ιρλανδός εργάτης πλήρωνε τον άγγλο εργάτη με το ίδιο νόμισμα, καθώς έβλεπε στο πρόσωπό του το συνένοχο και το ηλίθιο όργανο της αγγλικής κυριαρχίας επί της Ιρλανδίας.

Ο Μαρξ συνεχίζει με τη διαπίστωση ότι ο τύπος, ο άμβωνας, οι σατιρικές εφημερίδες και τα άλλα μέσα της αστικής τάξης καλλιεργούσαν τεχνητά και ενίσχυαν αυτόν τον ανταγωνισμό, ο οποίος αποτελούσε το μυστικό της αδυναμίας της αγγλικής εργατικής τάξης παρά την καλή της οργάνωση, και το μυστικό της διατήρησης στην εξουσία των κεφαλαιοκρατών που είχαν συνείδηση αυτού του γεγονότος. Ο ανταγωνισμός αυτός παρεμπόδιζε τη σοβαρή και ορθή συνεργασία ανάμεσα στις εργατικές τάξεις των ΕΠΑ (όπου υπήρχαν πολλοί Ιρλανδοί) και της Βρετανίας, ενώ ταυτόχρονα έδινε τη δυνατότητα στις αστικές κυβερνήσεις των δύο αυτών χωρών να σπάνε την αιχμή του κοινωνικού ανταγωνισμού με την υποδαύλιση του μίσους και στην ανάγκη και με πόλεμο των δύο χωρών.

Αυτό καθυστερούσε την επανάσταση στην Αγγλία με τη μοναδική προς τούτο ωριμότητα των υλικών της συνθηκών. Η Διεθνής, λοιπόν, για να προωθήσει την αγγλική επανάσταση, έπρεπε να προωθήσει στο προσκήνιο τη διαμάχη της Αγγλίας με την Ιρλανδία και να πάρει το μέρος της Ιρλανδίας. Στο Κεντρικό Συμβούλιο της Διεθνούς έμπαινε το καθήκον να εμπνεύσει στην αγγλική εργατική τάξη τη συνείδηση πως η εθνική χειραφέτηση της Ιρλανδίας δεν είναι για την αγγλική εργατική τάξη πρόβλημα αφηρημένης δικαιοσύνης ή φιλανθρωπικού αισθήματος αλλά η πρώτη προϋπόθεση για τη δική της κοινωνική χειραφέτηση. (MEW, τ. 38ος, σ. 668-669)

Παρόμοιες παρατηρήσεις για τη συνειδητή χρήση του εθνικισμού ως μέσου διάσπασης της εργατικής τάξης έκανε το 1892 ο Ένγκελς για την Αμερική. Ως το 1848 δεν υπήρχε στις ΕΠΑ μια μόνιμη ιθαγενής εργατική τάξη, λόγω της συνεχούς ανανέωσής της με νέους αλλοδαπούς εργάτες κι εξαιτίας της διαρκούς μετατροπής των παλιών εργατών σε κτηματίες. Τις επόμενες δεκαετίες, όμως, συγκροτήθηκε μια εγχώρια εργατική τάξη, οργανώθηκε σε τρέιντ γιούνιονς και κατέλαβε τη θέση μιας εργατικής αριστοκρατίας που άφηνε τις συνηθισμένες κακοπληρωμένες εργασίες στους μετανάστες, από τους οποίους μόνο ένα ελάχιστο μέρος γραφότανε στις αριστοκρατικές εργατικές ενώσεις. Οι μετανάστες ήταν διασπασμένοι κατά εθνότητες και αγνοούσε ο ένας τη γλώσσα του άλλου καθώς και την επίσημη γλώσσα των ΕΠΑ. Με τη σειρά της η αστική τάξη των ΕΠΑ διακρινόταν για το ταλέντο της να στρέφει τους μετανάστες της μιας εθνότητας κατά των μεταναστών της άλλης εθνότητας- με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται στη Νέα Υόρκη οι μεγαλύτερες διαφορές στον κόσμο ανάμεσα στο βιοτικό επίπεδο των εργατών ανάλογα με την εθνικότητά τους. Η κατάσταση αυτή χειροτέρευε με την πλήρη αδιαφορία απέναντι σε μιαν ανθρώπινη ύπαρξη παραδομένη στον ανταγωνισμό. Αυτή η αδιαφορία χαρακτήριζε μια κοινωνία συγκροτημένη από την αρχή σε αστική βάση, χωρίς κανένα φεουδαρχικό υπόβαθρο, και πεισμένη πως θα υπάρχουν πάντα αρκετοί άλλοι, και μάλιστα περισσότεροι απ’ όσους χρειαζόταν, απ’ αυτούς τους καταραμένους Γερμανούς, Ιρλανδούς, Ιταλούς, Ούγγρους – και πάνω απ’ όλους από τους Σινοτζόνηδες που ξεπερνούσαν όλους τους άλλους στην ικανότητα να συντηρούνται με το τίποτα («να τρέφονται με κοπριά») (MEW, τ. 38ος, σ. 313)

Έχοντας συνείδηση της ζημιάς που κάνει στο εργατικό κίνημα η διατήρηση των προκαταλήψεων ότι π.χ. οι γερμανοί εργάτες είναι οι μεγαλύτεροι μειοδότες σε μισθολογικά ζητήματα, ο Ένγκελς συμβουλεύει το 1892 τους συνειδητούς γερμανούς εργάτες που μεταναστεύουν σε χώρες όπως η Αγγλία, να μην υπογράφουν καμιά συμφωνία με τους εργοδότες τους, προτού ενημερώσουν σχετικά τις συνδικαλιστικές ενώσεις των ντόπιων εργατών. Για να ξεπεράσουν το φράγμα της γλώσσας, τους προτείνει να μη διστάσουν ν’ απευθυνθούν στην αρχή για βοήθεια σε επαναστάτες συμπατριώτες τους όπως ο ίδιος και η κόρη του Μαρξ, η κυρία Ελεονόρα Μαρξ- Έβελινγκ, και παράλληλα να φροντίσουν να μάθουν τη γλώσσα των ντόπιων, ώστε να συνεννοούνται με τους ντόπιους εργάτες χωρίς παρανοήσεις. (MEW, τ. 38ος, σ. 351)

Έχοντας συνείδηση του διεθνούς χαρακτήρα του αγώνα ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία και θέλοντας ν’ αποτρέψουν τον κίνδυνο να μεταφέρονται απεργοσπάστες από τη μια στην άλλη χώρα, σε περίοδο που σε μια χώρα ξεσπούν εργατικοί αγώνες, οι σοσιαλιστές, κατά το Μαρξ, συγκρότησαν διεθνείς εργατικές ενώσεις. (MEW, τ. 34ος, σ. 511 ). Με ένα παρόμοιο σκεπτικό ο Γουίλιαμ Θορν και η Ελεονόρα Μαρξ- Έβελινγκ ενημέρωναν τους αμερικάνους εργατικούς ηγέτες ότι οι γερμανοί εργατικοί ηγέτες που παρευρέθηκαν στον εορτασμό των εβδομηκοστών γενεθλίων του Ένγκελς, συναντήθηκαν με αντιπροσώπους αγγλικών συνδικάτων, συζήτησαν εποικοδομητικά και κατέληξαν στη συμφωνία ότι είναι καιρός να δημιουργηθεί μια στενή και οργανωμένη σύνδεση ανάμεσα στα εργατικά κόμματα και στις εργατικές οργανώσεις των διάφορων χωρών. Το πιο επείγον πρόβλημα που θα επιλύσει αυτή η συνεργασία είναι να εμποδιστεί η μεταφορά εργασίας που δε σέβεται τους κανόνες της κοινωνικής συμβίωσης (unfaire Arbeit) από μια χώρα στην άλλη – πράγμα που σημαίνει ότι εργάτες που αγνοούν τις συνθήκες του αγώνα των εργατών σε μια ορισμένη χώρα, εισάγονται από τους κεφαλαιοκράτες σε αυτή τη χώρα για να συμπιέσουν τους μισθούς ή να επιμηκύνουν το χρόνο εργασίας ή και για τα δύο. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να το εμποδίσουν αυτό, θα ήταν να οριστεί σε κάθε χώρα ένας γραμματέας για τις διεθνείς υποθέσεις, ο οποίος θα πρέπει να βρίσκεται σε σύνδεση με όλους τους άλλους γραμματείς για τις διεθνείς υποθέσεις. Αμέσως μόλις παρουσιάζεται οποιαδήποτε προστριβή ανάμεσα στους κεφαλαιοκράτες και τους εργάτες μιας χώρας, οι γραμματείς αυτοί θα πρέπει να ενημερώνονται και να θεωρούν καθήκον τους ν’ αποτρέψουν την εξαγωγή εργατών από τη χώρα τους, οι οποίοι, κάτω από συνθήκες που τραυματίζουν το εθιμικό δίκαιο (unfairen Bedingungen),θα είναι υποχρεωμένοι να πάρουν τη θέση εργατών που βρίσκονται σε απεργιακό αγώνα ή υφίστανται εργοδοτική ανταπεργία (λοκ άουτ) στη χώρα που εμφανίστηκαν οι προστριβές. Αφού αυτό είναι το πιο επείγον και το πιο άμεσο πρόβλημα με το οποίο πρέπει κανείς να καταπιαστεί, η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος θα διευκόλυνε την κάθε λογής ανταλλαγή απόψεων ανάμεσα στους εργάτες όλων των χωρών για όλα τα θέματα. Αυτή η ανταλλαγή απόψεων γίνεται κάθε μέρα και κάθε ώρα όλο και πιο επιτακτική για το εργατικό κίνημα.

Καλούνταν, λοιπόν, οι αμερικάνοι εργατικοί ηγέτες να ανακοινώσουν τη συμφωνία τους στους άγγλους και γερμανούς εργατικούς ηγέτες και να τους ενημερώσουν κατονομάζοντας το γραμματέα που ορίστηκε υπεύθυνος για τις διεθνείς υποθέσεις. (MEW, τ. 38ος, σ. 569)

Ειδικά ο Ένγκελς, το 1894, έτρεφε την ελπίδα ότι μια μαζικότατη, κατά εκατομμύρια, κινεζική μετανάστευση προς τις αναπτυγμένες κεφαλαιοκρατικές χώρες όπως η Αγγλία, θα επιτάχυνε τις επαναστατικές διαδικασίες σε αυτές τις χώρες, στις οποίες ήδη είχε σχηματιστεί μια εργατική αριστοκρατία. Ο Ένγκελς προσδοκούσε ότι η ηττημένη στο σινοϊαπωνικό πόλεμο Κίνα θα έπαιρνε αναγκαστικά, για λόγους εθνικής επιβίωσης, το δρόμο του εξευρωπαϊσμού. Θ’ άνοιγε δηλ. τα λιμάνια της στο παγκόσμιο εμπόριο, θα κατασκεύαζε σιδηροδρομικές γραμμές και εργοστάσια, θα κατέστρεφε το παραδοσιακό οικονομικό της σύστημα που στηριζόταν στο συνδυασμό της αυτάρκους μικρής γεωργίας με την οικοτεχνία, και που, διατηρούμενο τεχνητά, καθιστούσε δυνατή τη συντήρηση πάμπολλων εκατομμυρίων. Έτσι, όμως, θα δημιουργούσε εντελώς ξαφνικά ένα μονίμως αυξανόμενον υπερπληθυσμό από ξεριζωμένους αγρότες που θα συνέρρεαν κατά εκατομμύρια στις ακτές, για να αναζητήσουν τα μέσα διαβίωσής τους σε ξένες χώρες, αφού θα ήταν αδύνατο ν’ απορροφηθούν από την ανύπαρκτη ντόπια μεγάλη βιομηχανία. Η Αμερική, η Αυστραλία και η Ευρώπη θα πλημμύριζαν από κινέζους κούληδες, οι οποίοι θα προσπαθούσαν να μειώσουν τους μισθούς και να προσαρμόσουν το βιοτικό επίπεδο των άγγλων π.χ. εργατών σε αυτό των κινέζων. Αυτό θα υποχρέωνεν, επιτέλους, τους άγγλους εργάτες, οι οποίοι θα υπέφεραν από αυτή την εισβολή, ν’ αγωνιστούν, και θα προσέλκυε στο επαναστατικό στρατόπεδο όλες τις μη κεφαλαιοκρατικές τάξεις, αφού μόνον οι μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι εργοστασιάρχες θα ήταν υπέρ των κινέζων. Και έτσι θα επιταχυνόταν κατά πέντε τουλάχιστον χρόνια και θα διευκολυνόταν σε τεράστιο βαθμό η νίκη της επανάστασης στην Ευρώπη . (MEW, τ. 39ος, σ. 299, 301, 310 ).

Δυστυχώς οι προσδοκίες του Ένγκελς διαψεύστηκαν από την ανικανότητα των ιθυνουσών τάξεων της Κίνας να προωθήσουν, όπως προώθησαν οι Ιάπωνες, τον εκσυγχρονισμό, δηλ. τον εκκαπιταλισμό και τον εκδυτικισμό της χώρας τους, η οποία ξέπεσε στο επίπεδο μιας μισοαποικίας.

Αθήνα, 26-9-2009

Χρήστος Βλόσιος


Αναζήτηση

Γνώμες