[2018-10-20] Η κομμουνιστική Αριστερά συνεχίζει να αποτελεί αιμοδότη του ΣΥΡΙΖΑ. [Δ.Κ.]

Δεν έχουμε καμιά διάθεση, στο παρόν άρθρο, να αναμοχλεύσουμε το σχετικά πρόσφατο παρελθόν το οποίο αποτελεί πηγή εξαγωγής πολύτιμων συμπερασμάτων για το κίνημα και για αυτούς που θέλουν και διαθέτουν τα κατάλληλα εργαλεία για μια αντικειμενική αποτίμηση των γεγονότων που εκτυλίχθηκαν από το 2010 μέχρι τις μέρες μας. Ο λόγοι όμως που περιόρισαν την κομμουνιστική Αριστερά σε αυτό το ρόλο, στο ρόλο του αιμοδότη του ΣΥΡΙΖΑ, εξακολουθούν να υφίστανται και σήμερα και να διαιωνίζουν αυτό το φαινόμενο. Πράγμα που, κατά τη γνώμη μας, διακρίνεται ήδη στην αδυναμία των οργανώσεών της να πείσουν την εργατική τάξη για την ορθότητα της πολιτικής τους και την οργάνωση μαζικών αγώνων. Και θα φανεί ακόμα περισσότερο και στα αποτελέσματα των επερχόμενων εκλογών.

Η κομμουνιστική Αριστερά, στη μεγάλη πλειοψηφία της, αρνήθηκε όλο το προηγούμενο διάστημα να αναλάβει το ρόλο που διατείνεται πως της αντιστοιχεί, το ρόλο του νεκροθάφτη του καπιταλιστικού συστήματος το οποίο βρέθηκε βαριά άρρωστο στην προηγούμενη περίοδο. Περιόρισε το κομμουνιστικό κίνημα από κίνημα εξουσίας σε κίνημα διαμαρτυρίας, παραπέμποντας την επαναστατική ανατροπή σε κάποιο απροσδιόριστο μέλλον, φορτώνοντας μάλιστα την δική της αδυναμία στις πλάτες του, δήθεν, «ανώριμου λαϊκού παράγοντα».

Ο ΣΥΡΙΖΑ με τη σειρά του, στάθηκε σαν νοσοκόμα στο πλευρό του άρρωστου καπιταλισμού μέχρι αυτός να γιάνει. Μέχρι να ξεπεράσει την κρίση του και να αρχίσει πάλι να αναπαράγεται, οικονομικά και πολιτικά, σχετικά ομαλά, έως ότου ξαναπέσει πάλι, αναπόφευκτα, σε νέα και πιο βαθιά κρίση. Πάνω σε αυτό το κρίσιμο ζήτημα πρέπει να διεξαχθεί η συζήτηση για να εξαχθούν τα απαραίτητα συμπεράσματα τα οποία δεν θα επιτρέψουν στην κομμουνιστική Αριστερά να ξανακάνει τα ίδια λάθη σε μια νέα και πιο βαθιά κρίση, η οποία είναι αναπόφευκτη. Αντιμετωπίζοντάς την όπως αρμόζει σε δυνάμεις που διατείνονται πως στόχος τους είναι η επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού. Σαν τη μήτρα της επανάστασης!

Η καπιταλιστική κρίση, η οποία ξεκίνησε πιο νωρίς στην Ελλάδα, από τον κλάδο των κατασκευών,  το 2007, και γενικεύτηκε το 2008-2009, βρήκε την Ελλάδα εκτεθειμένη με ένα μεγάλο χρέος το οποίο ήταν, και εξακολουθεί να είναι, αυτό που λένε μη βιώσιμο. Δηλαδή, είναι αδύνατον να αποπληρωθεί. Παρά την καλή  θέληση, με το αζημίωτο βέβαια, που επέδειξε η Τρόικα, η ΕΕ, ΕΚΤ και το ΔΝΤ, σε αντίθεση με τις συνθήκες που τα ίδια τα μέλη της έχουν συμφωνήσει και συνυπογράψει και οι οποίες προβλέπουν ως ανώτατο όριο δημόσιου χρέους το 60% του ΑΕΠ και το καταστατικό του ΔΝΤ που δεν επιτρέπει δανειοδότηση χωρών με μη βιώσιμο χρέος,  η καπιταλιστική Ελλάδα βρέθηκε σε δεινή θέση και αναδείχθηκε σε αδύνατο κρίκο στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Πράγμα που σημαίνει πως η αστική εξουσία βρέθηκε σε κίνδυνο!

Σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή κρίθηκαν όλες οι πολιτικές δυνάμεις για το ποιόν τους, για το αν πραγματικά είναι αυτό που διατείνονταν ότι είναι.

Οι αστικές πολιτικές δυνάμεις βρέθηκαν προ απροόπτου, διότι πάντα η καπιταλιστική κρίση για αυτούς θα αποτελεί κάτι το απρόοπτο και απρόβλεπτο, και μετά από πολλές σπασμωδικές κινήσεις, και εξαναγκασμένες από τα ίδια τα πράγματα, ανταποκρίθηκαν πλήρως στα καθήκοντά τους. Ενώθηκαν σε ενιαίο μέτωπο για να διασώσουν την καπιταλιστική εξουσία και τις στρατηγικού χαρακτήρα επιλογές της άρχουσας αστικής τάξης, την παραμονή της στην ΕΕ και την Ευρωζώνη.

Οι δυνάμεις που είχαν αναφορά στην εργατική τάξη και στο κίνημα, βρέθηκαν εντελώς απροετοίμαστες μπροστά στην κρίση και εξακολούθησαν να κάνουν αυτό που έκαναν και πριν. Να διαμαρτύρονται για τα αντιλαϊκά μέτρα και τις αντιλαϊκές πολιτικές που εκπορεύονταν από την Τρόικα και υλοποιούνταν από τις εκάστοτε κυβερνήσεις.

 Οι πλέον μαζικές οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις της κομμουνιστικής αριστεράς, το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αρνήθηκαν να θέσουν το  ζήτημα της κυβερνητικής εξουσίας, τη στιγμή που αυτή «περπατούσε στο δρόμο», και που η κατάληψη της μπορούσε να αποτελέσει την έναρξη της επαναστατικής διαδικασίας. Αρνήθηκαν να θέσουν το ζήτημα της κυβερνητικής εξουσίας και άρα το ζήτημα της εξουσίας συνολικά. Το μεν ΚΚΕ, δια στόματος της τότε ΓΓ Αλέκας Παπαρήγα, δήλωσε δημόσια, από την τηλεόραση το 2012, και με αυτό τον τρόπο καθησύχασε την αστική τάξη, πως, αν πάρει την εντολή για τον σχηματισμό κυβέρνησης, θα την παραδώσει! Αντί να πει ότι θα την αξιοποιήσει στην κατεύθυνση της υλοποίησης του προγράμματος του, αυτό αρνήθηκε τα πάντα, άρα και την υλοποίηση του προγράμματος του από θέση εξουσίας!

Και αυτό διότι ήδη είχε υιοθετήσει την άποψη του Μπορτίγκα σχετικά με την εργατική κυβέρνηση και είχε φτάσει στο ανιστόρητο συμπέρασμα ότι «καμία κυβέρνηση, ούτε η εργατική, δεν μπορεί να ακολουθήσει φιλολαϊκή πολιτική».

Από κοντά και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αρνήθηκε και απέρριψε κάθε συζήτηση για το ζήτημα αυτό, με αφορμή συγκεκριμένη πρόταση που κατατέθηκε για συζήτηση και δράση, την πολιτική πρόταση εξουσίας που συμπυκνώθηκε στο σύνθημα δράσης «εργατική κυβέρνηση». Σε αυτήν της την απόφαση επέδρασε καταλυτικά η βασική της πολιτική δύναμη, το ΝΑΡ, το οποίο ήδη από το 1ο του Συνέδριο, και έχοντας και αυτό υιοθετήσει την άποψη του Μπορτίγκα για το ζήτημα αυτό, απέρριψε την εργατική κυβέρνηση ως  μια πολιτική η οποία υποκαθιστά την επανάσταση. Παράλληλα με την απόρριψη αυτής της πολιτικής, η οποία κατανοούσε πως το ζήτημα της εξουσίας έχει τεθεί επί τάπητος από τα ίδια τα πράγματα που η καπιταλιστική κρίση διαμόρφωσε και το απαντούσε από τη σκοπιά της επανάστασης, οι δυνάμεις αυτές δεν κάλεσαν την εργατική τάξη σε κάτι περισσότερο από την πάλη για την διάσωση των προηγούμενων κατακτήσεών της οι οποίες ισοπεδώνονταν από τον καπιταλιστικό οδοστρωτήρα που είχε θέσει σε λειτουργία η ίδια η κρίση. Η διάσωση όμως των εργατικών καταχτήσεων, ειδικά  σε συνθήκες κρίσης, και πολύ περισσότερο η διεύρυνσή τους μπορούσε να επιτευχθεί μόνο αν η εργατική τάξη βρισκόταν στην εξουσία. Για αυτήν όμως την προοπτική, οι δυνάμεις αυτές, δεν είχαν να πουν κάτι συγκεκριμένο, φορτώνοντας τη δική τους αδυναμία στις πλάτες του, δήθεν, ανώριμου λαϊκού παράγοντα!

Ανάμεσα στους τυφλούς όμως βασιλεύει ο μονόφθαλμος. Και αυτός δεν ήταν άλλος από την  ρεφορμιστική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος βλέποντας την κατάρρευση των  κομμάτων του κεφαλαίου που στήριξαν και υπηρέτησαν τα μνημόνια και ταυτόχρονα την αδυναμία, ή την έλλειψη πολιτικής βούλησης των πολιτικών κομμάτων που έχουν αναφορά στην εργατική τάξη και κυρίως της κομμουνιστικής αριστεράς να καταθέσει πρόταση εξουσίας, και φυσικά δεχόμενος την πίεση της ίδιας της εργατικής τάξης η οποία αναζητούσε εναγωνίως στήριξη και πρωτοβουλίες από την αριστερά, υιοθέτησε και έριξε το σύνθημα της Αριστερής κυβέρνησης για την κατάργηση των μνημονίων και για αυτό το λόγο στηρίχτηκε μαζικά από την εργατική τάξη και έφτασε να αναρριχηθεί στην κυβερνητική εξουσία.

Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Ο ΣΥΡΙΖΑ έπεσε θύμα του ίδιου του προγράμματός του, το οποίο ήταν ανεδαφικό και ανεφάρμοστο χωρίς την μονομερή διαγραφή του δημόσιου χρέους το οποίο βάραινε και εξακολουθεί να βαραίνει δυσανάλογα στην υλοποίηση οποιουδήποτε φιλολαϊκού προγράμματος, και της ιδεολογικής του αγκύλωσης για την υλοποίηση φιλολαϊκής πολιτικής στο πλαίσιο της ΕΕ και της ευρωζώνης και χωρίς σύγκρουση και ρήξη με την άρχουσα τάξη.

Τα παραπάνω αναδεικνύουν τις βαρύτατες πολιτικές ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος πρόδωσε την εργατική τάξη που τον στήριξε και την οδήγησε στην ήττα, τα αποτελέσματα της οποίας βιώνουμε σήμερα.  Αναδεικνύουν επίσης τις βαρύτατες ευθύνες της κομμουνιστικής αριστεράς η οποία βρέθηκε, για μία ακόμα φορά, σε αναντιστοιχία με τις δυνατότητες που αναδείχθηκαν από την καπιταλιστική κρίση, τις προσδοκίες και την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης.

Πολύ νερό κύλησε στα ποτάμια της καπιταλιστικής κρίσης και της ύφεσης, την οποία ύφεση το σύστημα φαίνεται να ξεπερνάει, προσωρινά, αφού διασώθηκε η αστική εξουσία λόγω της απουσίας αντίπαλου δέους.

Οι οργανωμένες δυνάμεις της κομμουνιστικής Αριστεράς προσδοκούσαν κέρδη και οφέλη από τον συμβιβασμό και την υποταγή του ΣΥΡΙΖΑ, στη βάση του στερεότυπου πως, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ συμβιβάστηκε και μετατράπηκε σε μνημονιακή δύναμη, ο κόσμος της Αριστεράς θα στραφεί σε αυτούς. Αυτή η αυταπάτη τώρα φαίνεται ότι καταρρέει. Ο κόσμος της Αριστεράς φαίνεται πως θα ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ, στη βάση της λογικής του μικρότερου κακού. Εφόσον η κομμουνιστική Αριστερά δεν πρόβαλε τη μόνη διέξοδο που ήταν ικανή να δώσει λύσεις στα συσσωρευμένα εργατικά προβλήματα και την μνημονιακή λαίλαπα, την επαναστατική διέξοδο από την κρίση, αυτό που απέμεινε ήταν και είναι η λογική του μικρότερου κακού, η λογική του «να σώσουμε ότι μπορούμε». Πράγμα που θα πρυτανεύσει στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση στην οποία ο κόσμος θα ψηφίσει για το ποια κυβέρνηση θα διαχειριστεί τις τύχες μας.

Το ΚΚΕ, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι είναι σχετικά μαζικό κόμμα και έρχεται σε επαφή με την κοινωνία, φαίνεται ότι λαμβάνει τα μηνύματα αυτά. Και προσπαθεί να αντιστρέψει ή να περιορίσει όσο μπορεί, αυτήν την τάση. Η προσπάθεια αυτή εγκαινιάστηκε με την ομιλία του Κουτσούμπα στο τελευταίο φεστιβάλ της ΚΝΕ, από όπου κάλεσε όλους όσους:

«…Συγκλονιστήκατε από τη δολοφονία της Σωτηρίας Βασιλακοπούλου, έξω από την πύλη της ΕΤΜΑ. Και δεν έφυγε ποτέ από το μυαλό σας πως η καπιταλιστική εκμετάλλευση σκοτώνει ακόμα.

Με εσάς, που βάλατε το λιθαράκι σας για την αλληλεγγύη στους λαούς που αγωνίζονταν με το όπλο στο χέρι στο Βιετνάμ, στη Νικαράγουα, στο Ελ Σαλβαδόρ, με τη σφεντόνα στην Παλαιστίνη. Που στηρίξατε και στηρίζετε το λαό της Κούβας, όλους τους αγωνιζόμενους λαούς του κόσμου…»

Κάλεσε δηλαδή την γενιά της ΚΝΕ που δεν συμβιβάστηκε και δεν ενσωματώθηκε,  άρα και την ΚΝΕ του Χαλβατζή και του Γράψα,  να προσεγγίσει «με τις διαφωνίες της» ξανά το ΚΚΕ. Η προσπάθεια του ΚΚΕ δεν περιορίστηκε μόνο εκεί και θα διευρυνθεί περισσότερο. Και εκεί που ο ίδιος ο Κουτσούμπας, και η Αλέκα Παπαρρήγα παλιότερα, αρνούνταν την «αριστεροσύνη» του ΚΚΕ, λέγοντας ότι «εμείς δεν είμαστε αριστεροί, είμαστε κομμουνιστές», υπονοώντας ότι οι αριστεροί είναι κάτι κατώτερο από αυτούς, τώρα, ο ίδιος ο Κουτσούμπας, καλεί «όλους όσους νιώθουν αριστεροί να στηρίξουν το ΚΚΕ» (εφημερίδα Ριζοσπάστης, Σάββατο 13/10/2018). Γιατί όμως οι αριστεροί να ψηφίσουν ένα κόμμα που τόσο καιρό χλεύαζε την έννοια της αριστεράς;

Απευθύνεται στο συναίσθημα και στο θυμικό των αριστερών ανθρώπων. Άλλωστε, η πολιτική του ΚΚΕ όλο το προηγούμενο διάστημα, σε αυτό απευθύνονταν. Το περιεχόμενο των εκδηλώσεών  του για τα 100 χρόνια του ΚΚΕ, η λειτουργία του σαν «κολυμπήθρα του Σιλωάμ» για διάφορους καλλιτέχνες, ακόμα και η κομματική αποκατάσταση του Άρη Βελουχιώτη, δείχνει μια απέλπιδα προσπάθεια να μαζέψει ότι μπορεί για να μην έχει απώλειες στην εκλογική του δύναμη πράγμα που θα καταδείξει τον βαθμό της αποτυχίας της πολιτικής του. Αρκούν όμως όλα αυτά για να διασωθεί! Όχι δεν αρκούν!

Φυσικά το ΚΚΕ δεν κινδυνεύει να μείνει εκτός βουλής. Από αυτό που κινδυνεύει είναι από την μαζική διαπίστωση της αποτυχίας της πολιτικής του για την οποία το ίδιο διατείνεται πως είναι η μόνη, επιτέλους ξεκάθαρη, «επαναστατική πολιτική». Αν και αυτή, η μόνη, υποτίθεται, ξεκάθαρη μετά από πολλά-πολλά χρόνια, επαναστατική πολιτική δεν φέρει αποτελέσματα, τότε κάποιο πρόβλημα έχει. Και θα πρέπει να την αλλάξει.

Ο μόνος τρόπος να μην λεηλατείται η κομμουνιστική Αριστερά είναι να ξαναδεί, από μαρξιστική-λενινιστική σκοπιά, την ίδια την ύπαρξή της, την ιδεολογία και την  πολιτική της σε σχέση με την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης και τη φύση του κομμουνιστικού κινήματος το οποίο είναι κίνημα εξουσίας και όχι διαμαρτυρίας. Οι οργανώσεις της πρέπει να αντιμετωπίσουν πάραυτα και να λύσουν επαναστατικά το ζήτημα της εξουσίας, να προετοιμαστούν οι ίδιες και παράλληλα να προετοιμάσουν την εργατική τάξη για την επαναστατική διέξοδο στην επόμενη κρίση, η οποία δεν είναι μακριά.

Ή θα θέσουν το ζήτημα της εξουσίας στην προμετωπίδα τους, ή θα συνεχίσουν να αποτελούν εύκολη λεία για τον αστισμό και το ρεφορμισμό. Και στην προκειμένη περίπτωση δεν θα αποτελούν λύση για την εργατική τάξη και θα συνεχίσουν να αποτελούν αιμοδότη του ΣΥΡΙΖΑ.

Όσο μας αφορά, μιας και ανήκουμε στη γενιά της ΚΝΕ του Χαλβαντζή και του Γράψα, πρέπει να απαντήσουμε στην πρόσκληση του Κουτσούμπα λέγοντάς του πως, η πολιτική του ΚΚΕ δεν βρέθηκε, για μία ακόμα φορά «σε αντιστοιχία με την κατάσταση που διαμορφώθηκε» από την κρίση, και η ίδια η κρίση  δεν αντιμετωπίστηκε, από αυτό, σαν τη μήτρα της επανάστασης, αλλά σαν μία σχετικά ανώμαλη κατάσταση του καπιταλισμού, και δεν απαντήθηκε σύμφωνα με τα καθήκοντα που προέκυψαν στην κατεύθυνση της υλοποίησης της ιστορικής  αποστολής της εργατικής τάξης. Εφόσον δεν απάντησε επαναστατικά αυτό σημαίνει ότι δεν είναι πραγματική πρωτοπορία, δεν είναι το επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης, διότι αν ήταν θα απαντούσε ανάλογα. Πράγμα που ακόμα δεν διορθώθηκε, δεν άλαξε. Σε αναντιστοιχία το 1944, στο Πολυτεχνείο, στην πρόσφατη κρίση. Πόσες φορές ακόμα πρέπει να διαπιστωθεί η αναντιστοιχία;

Ως εκ τούτου, δεν έχουμε λόγο να προσεγγίσουμε και να στηρίξουμε το ΚΚΕ. Ούτε βέβαια τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος στάθηκε σαν νοσοκόμα στο πλευρό του άρρωστου καπιταλισμού, πρόδωσε την εργατική τάξη και μετατράπηκε σε μνημονιακό κόμμα. Ούτε κάποια άλλη αστική, ή μικροαστική πολιτική δύναμη.

Αθήνα, 15/10/2018

Κάβουρας Δημήτρης

 

 

 

Αναζήτηση

Γνώμες